Απόφαση

Αριθμός 1915/2023
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Βικτωρία Πλαπούτα, Παναγιώτης Τσούκας, Σύμβουλοι, Μαρίνα Σκανδάλη, Χρήστος Νέγρης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.
Για να δικάσει την από 10 Νοεμβρίου 2019 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (Χειμάρρας 8Α), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Αριστέα Μπακόλα (Α.Μ. 12034), που τη διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τη Γεωργία Μπουρδάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1149/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Παναγιώτη Τσούκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το κατά νόμον παράβολο (e-.../2019).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1149/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 22.10.2015 προσφυγή της ήδη αναιρεσίβλητης Εταιρείας κατά της 3831/17.9.2015 πράξεως του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) [ήδη, κατά τον χρόνο εκδικάσεως της προσφυγής, Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)]. Με την πράξη αυτή είχε απορριφθεί η από 29.4.2015 προσφυγή, την οποία η ήδη αναιρεσίβλητη Εταιρεία είχε ασκήσει κατά της .../31.3.2015 πράξεως της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών περί διοικητικού προσδιορισμού ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (εν.φ.ι.α., Ν. 4223/2013), έτους 2014, καθ’ ο μέρος με την πράξη αυτή είχε καταλογισθεί, στην αναιρεσίβλητη Εταιρεία, κύριος φόρος 6.386,54 ευρώ και συμπληρωματικός φόρος 180.238,11 ευρώ, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.
3. Επειδή, στο άρθρο 4 του ν. 4171/1961 «Περί λήψεως γενικών μέτρων δια την υποβοήθησιν της αναπτύξεως της οικονομίας της Χώρας» (Α΄ 93), ορίζονται τα εξής: «1. Προκειμένου περί παραγωγικής επενδύσεως αξίας υπερτέρας των 180.000.000 δραχμών δύναται, αντί της εκδόσεως της κατά το άρθρον 1 του παρόντος κοινής υπουργικής αποφάσεως, να συνάπτεται δια την επένδυσιν ταύτην μεταξύ του Δημοσίου και του αναλαμβάνοντος την επένδυσιν σύμβασις δημοσιευομένη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δια της συμβάσεως θα καθορίζονται αι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του τε Δημοσίου και του αναλαμβάνοντος την επένδυσιν [...] 4. Διαφοραί ανακύπτουσαι μεταξύ Ελληνικής Κυβερνήσεως και επιχειρήσεων υπαγομένων εις τον παρόντα νόμον, αναγόμεναι εις την ερμηνείαν ή εις ενδεχόμενα κενά της συναφθησομένης συμβάσεως, λύονται δια διαιτησίας, οριζομένης εν τη συμβάσει ταύτη [...]». Εξ άλλου, μεταξύ του Δημοσίου και της εταιρείας «ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» συνήφθη η από 22.7.1972 σύμβαση για την ίδρυση διυλιστηρίου πετρελαίου, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 1211/1972 (Α΄ 130) (εφεξής: Σύμβαση). Η Σύμβαση αυτή, της οποίας οι διατάξεις και τα παραρτήματα «κτώνται ισχύν διατάξεων νόμου», ορίζει στο άρθρο 10 ότι «1. Η υπό της παρούσης συμβάσεως προβλεπομένη επένδυσις του αναδόχου, ως συγκεντρούσα τας προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 4171/1961, υπάγεται εις τας διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμοζομένων επ’ αυτής, εφ’ όσον δια των διατάξεων τούτων δημιουργείται είτε εν όλω είτε εν μέρει ευνοϊκώτερον καθεστώς του υπό της παρούσης συμβάσεως αναγνωριζομένου. 2. […]. 4. Πας νεώτερος νόμος φορολογικού ή δασμολογικού περιεχομένου ή πάσα τροποποίησις ή κατάργησις τοιούτων Νόμων δεν θα εφαρμόζεται επί των περιπτώσεων της παρούσης, ειμή μόνον εφ’ όσον δημιουργούν ευνοϊκώτερον καθεστώς δια τον Ανάδοχον. […]», στο άρθρο 25 ότι «1. Η ισχύς της παρούσης συμβάσεως […] λήγει μετά την εξάντλησιν των ποσοτήτων αργού πετρελαίου περί ων το άρθρον 32 παρ. 3 (ι) της παρούσης συμβάσεως. 2. Αι διατάξεις της παρούσης συμβάσεως μόνον δια συμφωνίας μεταξύ των μερών δύνανται να καταργηθώσιν ή τροποποιηθώσιν, πάσα δε αντίθετος διάταξις της νομοθεσίας δεν εφαρμόζεται εφ’ όσον αντίκειται εις τας διατάξεις αυτής», στο άρθρο 27 ότι «1. Πάσα διαφορά, διένεξις ή διαφωνία, αναφυομένη μεταξύ του Δημοσίου και του αναδόχου εκ της εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως και αφορώσα την εκτέλεσιν ή ερμηνείαν των όρων αυτής και την έκτασιν των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λύεται αποκλειστικώς δια διαιτησίας εκ τριών διαιτητών […], μη απαιτουμένης της καταρτίσεως άλλης περί διαιτησίας συμφωνίας. 2. […] 9. Η διαιτητική απόφασις είναι οριστική, τελεσίδικος και αμετάκλητος και αποτελεί τίτλον εκτελεστόν μη απαιτουμένης της περιαφής τύπου εκτελέσεως ή άλλης τινός διατυπώσεως. Δεν υπόκειται εις οιονδήποτε τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον και δεν χωρεί κατ' αυτής αγωγή ακυρώσεως ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων ή ανακοπή […]» και στο άρθρο 32 ότι «Τα […] δικαιώματα και υποχρεώσεις του τε Δημοσίου και του Αναδόχου εξαντλούνται μετά την υπό του Διυλιστηρίου του Αναδόχου πραγματικήν διάθεσιν εις την εσωτερικήν κατανάλωσιν προϊόντων πετρελαίου αντιστοιχούντων εις συνολικήν ποσότητα τριάκοντα εξ εκατομμυρίων εννεακοσίων χιλιάδων (36.900.000) Μ.Τ. αργού […]». Περαιτέρω, βάσει των διατάξεων του ν. 207/1975 «Περί αναθεωρήσεως ή ανακλήσεως εγκριτικών πράξεων και αναθεωρήσεως ή λύσεως συμβάσεων της δικτατορικής περιόδου, πέραν των υπό του νόμου 141/1975 προβλεπομένων» (Α΄ 240), εχώρησε αναθεώρηση της ως άνω συμβάσεως, δια της από 10.4.1979 νεότερης συμβάσεως μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, στο άρθρο 12 της οποίας προβλέφθηκε ότι «Αι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 17, 25 παρ. 1, 28 παρ. 2, 30, 32-46, 49, 51 και 52 της από 22.7.1972 συμβάσεως […] καταργούνται από της ισχύος της παρούσης μετ’ αναθεώρησιν συμφωνίας. Αι μη τροποποιούμεναι υπό της παρούσης μετ’ αναθεώρησιν συμφωνίας διατάξεις της από 22-7-1972 συμβάσεως εξακολουθούν ισχύουσαι».
4. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Όπως έχει κριθεί με την απόφαση 24/1993 του ΑΕΔ, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, κατά την αληθή της έννοια, δεν απαγορεύει στον κοινό νομοθέτη να επιτρέψει στη Διοίκηση και τον φορολογούμενο να υπαγάγουν, με συμφωνία τους, σε διαιτησία συγκεκριμένη φορολογική διαφορά ή φορολογικές διαφορές που προέρχονται από ορισμένη έννομη σχέση. Επομένως, οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 4171/1961 και της παρ. 1 του άρθρου 27 της Συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ της εταιρείας ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. και του Ελληνικού Δημοσίου (κυρωθείσα δια του ν. δ/τος 1211/1972), οι οποίες προβλέπουν την υπαγωγή σε διαιτησία όλων των αναφυομένων εκ της εφαρμογής της συμβάσεως μεταξύ του Δημοσίου και της προμνησθείσης Εταιρείας διαφορών που ανάγονται στην ερμηνεία των όρων αυτής και την έκταση των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων, λόγω της αδιαστίκτου διατυπώσεως των διατάξεων αυτών, και των φορολογικών διαφορών, δεν αντίκεινται στη συνταγματική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος (ΣτΕ 889/1994 7μ.). Eξ άλλου, η δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η οποία δημιουργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 27 της Συμβάσεως, είναι, όπως ρητώς ορίζεται σε αυτήν, αποκλειστική. Η έννοια της αποκλειστικότητας της δικαιοδοσίας αυτής είναι ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν έχει μεν την εξουσία να ακυρώνει διοικητικές πράξεις, αφού τέτοια εξουσία μόνο σε ρητή διάταξη του Συντάγματος θα μπορούσε να στηριχθεί, επιλύει όμως τα ζητήματα που γεννώνται από διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία του κατά τρόπο δεσμευτικό για τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων ενδέχεται να ανακύψουν σε μεταγενέστερο χρόνο, μεταξύ των αυτών διαδίκων, είτε τα ίδια ζητήματα είτε άλλα εξαρτώμενα από εκείνα. Κατά συνέπεια, όταν κατά την εκδίκαση διοικητικής διαφοράς ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου προσκομίζεται απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου που προβλέπεται από τη Σύμβαση, με την οποία επιλύεται μεταξύ των αυτών διαδίκων ζήτημα που τίθεται και ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό έχει μεν την εξουσία να ελέγξει αν το ζήτημα που επιλύθηκε υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου, αν δηλαδή αφορούσε την ερμηνεία όρων της Συμβάσεως και την έκταση των εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, άπαξ, όμως, και δεχθεί ότι η προσκομιζόμενη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εντός των ορίων δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου, δεν μπορεί να ελέγξει την ορθότητα της λύσεως που δόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο αυτό ως προς την ερμηνεία της Συμβάσεως και την έκταση των εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αλλά οφείλει να ακολουθήσει την εν λόγω λύση και να στηρίξει σε αυτήν την περαιτέρω κρίση του περί των ζητημάτων που υπάγονται στη δικαιοδοσία του (ΣτΕ 2087-89/2022, 3013-14/2020, 2623-24/2013 7μ., 752/2008, 1199/2005, 3105-6/2000 επταμ., 889/1994). Περαιτέρω, από την προπαρατεθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 27 παρ. 9 της Συμβάσεως που ορίζει περί της αποκλειστικότητας της δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου παρέπεται ότι η προσφυγή στο δικαστήριο αυτό συνιστά, κατά τη Σύμβαση, τον μόνο τρόπο τον οποίο η Εταιρεία διαθέτει προκειμένου να αμφισβητήσει το κύρος πράξεως εις βάρος της καταλογισμού φόρου, τον οποίο καταλογισμό θεωρεί αντιβαίνοντα στις διατάξεις της Συμβάσεως που ορίζουν το ειδικό προνομιακό φορολογικό καθεστώς της Εταιρείας. Τούτο σημαίνει ότι η Εταιρεία, αν δεν έχει προσφύγει στο Διαιτητικό Δικαστήριο κατά της πράξεως του εις βάρος της καταλογισμού φόρου, δεν δύναται να προσφύγει σε διοικητικό δικαστήριο με αίτημα να κρίνει αν ο καταλογισμός του φόρου αντιβαίνει ή όχι στις διατάξεις της Συμβάσεως. Η Εταιρεία δύναται μεν να προσφύγει στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της πράξεως του εις βάρος της καταλογισμού φόρου –αφού μόνο με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου είναι δυνατόν να ακυρωθεί πράξη καταλογισμού φόρου– πλην, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου δύναται να προβάλει μόνο λόγους που ανάγονται στη νομιμότητα της εκδόσεως της πράξεως καθ’ εαυτήν (π.χ. αρμοδιότητα του εκδόντος την πράξη διοικητικού οργάνου, τήρηση των κατά νόμον ουσιωδών τύπων της διαδικασίας καταρτίσεώς της), και όχι στη νομιμότητα του δια της πράξεως αυτής καταλογισμού του φόρου. Περαιτέρω, η αποκλειστικότητα της δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου σημαίνει ότι διοικητικό δικαστήριο το οποίο εκδικάζει προσφυγή της Εταιρείας κατά πράξεως καταλογιστικής φόρου στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί λόγου της προσφυγής δια του οποίου αμφισβητείται, ως αντιβαίνων στη Σύμβαση, ο καταλογισμός του φόρου καθ’ εαυτόν, υποχρεούται δε να απορρίψει τον λόγο αυτόν ως απαραδέκτως προβαλλόμενο. Αν τυχόν, κατά παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, αποφανθεί επί του λόγου ερμηνεύοντας τη Σύμβαση, η κρίση του θα έχει εξενεχθεί καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας και η απόφαση που θα εκδοθεί θα είναι, κατά τούτο, αναιρετέα.
5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το εκδόσαν αυτή Διοικητικό Εφετείο Αθηνών βεβαιώνει ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την .../31.3.2015 πράξη της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών περί διοικητικού προσδιορισμού ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (εν.φ.ι.α.), για το έτος 2014, επιβλήθηκε στην ήδη αναιρεσείουσα Εταιρεία κύριος φόρος 6.386,54 ευρώ και συμπληρωματικός φόρος 180.238,11 ευρώ για σαράντα δύο (42) ακίνητα που είχε περιλάβει στην .../31.3.2015 «δήλωση στοιχείων ακινήτων» της (έντυπο Ε9). Τα ακίνητα αυτά είχαν περιέλθει στην κυριότητα της Εταιρείας, το έτος 2003, από και διά της εκ μέρους της συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως της εταιρείας ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε., στην οποία τα ακίνητα αυτά ανήκαν κατά κυριότητα. Κατά της πράξεως αυτής η Εταιρεία άσκησε, ενώπιον της Δ.Ε.Δ. της Γ.Γ.Δ.Ε., ενδικοφανή προσφυγή, με την οποία ισχυρίσθηκε, κατ’ επίκληση της από 22.7.1972 Συμβάσεώς της με το Ελληνικό Δημόσιο, ότι τα προμνησθέντα ακίνητα δεν υπόκεινται στον ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων. Η ενδικοφανής προσφυγή απορρίφθηκε με την 3831/17.9.2015 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ. της Γ.Γ.Δ.Ε., κατ’ αυτής δε της πράξεως η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την από 22.10.2015 προσφυγή, με την οποία προέβαλε «[…] ότι η υπαγωγή, για το έτος 2014, στον επιβληθέντα με τον ν. 4223/2013 εν.φ.ι.α. της αξίας των ακινήτων της που ανήκαν στην ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε. και περιήλθαν στην κυριότητά της, κατόπιν συγχωνεύσεως της εν λόγω εταιρίας δι’ απορροφήσεως, το έτος 2003, δεν είναι σύννομη, διότι η εταιρία ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε. απαλλασσόταν από τον φόρο αυτόν, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1211/1972 και, ως εκ τούτου, απαλλάσσεται και η ίδια, ως καθολική διάδοχος αυτής, στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε» (βλ. σελ. 9 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το καθ’ ου η προσφυγή, ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε τα εξής: ότι «[…] εφόσον η ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε. συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως από την [ήδη αναιρεσείουσα Εταιρεία] στις 30-9-2003, έπαυσε από την ημερομηνία αυτή να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και μαζί της έπαυσαν να ισχύουν και οι επικαλούμενες φορολογικές απαλλαγές, ότι όπου ο νομοθέτης θέλησε την μεταφορά φορολογικών ευεργετημάτων σε περιπτώσεις μετασχηματισμού επιχειρήσεων το όρισε ρητά (άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2166/1993) και ότι, σε κάθε περίπτωση, η φορολογική απαλλαγή της ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε., η οποία θεσπίσθηκε με την από 22.7.1972 σύμβαση και κυρώθηκε με το ν.δ. 1211/1972, έπαυσε να ισχύει στις 31-12-1983, ταυτόχρονα με την λήξη της παγιοποίησης των αναφερόμενων στο άρθρο 10 παρ. 5 διατάξεων αυτής, ενώ και σε περίπτωση που κριθεί ότι η ισχύς της εν λόγω σύμβασης ανανεώθηκε δυνάμει της από 10-4-1979 αναθεωρητικής σύμβασης, η επικαλούμενη ανανέωση της ισχύος δεν δύναται να αφορά τις επίμαχες απαλλακτικές διατάξεις, δεδομένου ότι η αναθεώρηση της ως άνω σύμβασης δεν κυρώθηκε με νόμο, κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 4 του Συντάγματος» (βλ. σελ. 9 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η προσφυγή απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και ειδικώς με την εξής αιτιολογία: «8. […] κατ’ αρχάς, δεν προσκομίζεται απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου που να κρίνει το ζήτημα της υπαγωγής ή μη της προσφεύγουσας [αναιρεσείουσας] στον επίμαχο φόρο (εν.φ.ι.α.) και, συνεπώς, δεν υφίσταται δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά, οι δε επικαλούμενες από την προσφεύγουσα [αναιρεσείουσα] αποφάσεις του οριζομένου στην από 22.7.1972 σύμβαση διαιτητικού δικαστηρίου, με τις οποίες κρίθηκε το περιεχόμενο και η έκταση της θεσπισθείσας με την σύμβαση αυτή φορολογικής απαλλαγής ως προς συγκεκριμένες φορολογίες, δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή, πρωτίστως διότι αφορούν διαφορετικούς φόρους, διεπόμενους από διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως αν η θεσπισθείσα διά της ανωτέρω από 22-7-1972 σύμβασης φορολογική απαλλαγή εξακολουθεί να ισχύει, πάντως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν καταλαμβάνει την επίμαχη απαλλαγή από τον εν.φ.ι.α., ενόψει της ρητής και περιοριστικής απαρίθμησης των περιπτώσεων απαλλαγής που αναφέρονται στο άρθρο 3 του ν. 4223/2013 και της σαφούς και αδιάστικτης διατύπωσης της παρ. 3 του άρθρου αυτού, σύμφωνα με την οποία για την απαλλαγή από τον εν.φ.ι.α. απαιτείται ρητή και ειδική αναφορά στον συγκεκριμένο φόρο, ενώ κάθε άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, που αφορά απαλλαγές από φόρους, δεν εφαρμόζεται για τον εν.φ.ι.α. Τούτο ενόψει μάλιστα και της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία διατάξεις που θεσπίζουν φορολογικές απαλλαγές, όπως η επίμαχη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 4223/2013 είναι στενά ερμηνευτέες και δεν επιδέχονται ανάλογης ερμηνείας ή επεκτατικής εφαρμογής (ΣτΕ Ολομ. 2318/2018, ΣτΕ 3466/2012, 2993/2001, 3989/1995 επταμ. κ.ά.). Ως εκ τούτου, δεν είναι επιτρεπτή οποιαδήποτε απαλλαγή από τον εν.φ.ι.α., πλην των ειδικά απαριθμουμένων στον νόμο αυτόν και, επομένως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα. Κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος, το Δικαστήριο κρίνει ότι νομίμως η φορολογική Αρχή εξέδωσε σε βάρος της προσφεύγουσας [αναιρεσείουσας] την επίδικη πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου (ν. 4223/2013), σύμφωνα με την υποβληθείσα από αυτήν δήλωση στοιχείων των ακινήτων της (Ε9), για τον λόγο δε αυτόν η [...] προσφυγή πρέπει να απορριφθεί […].» (βλ. σελ. 10 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
6. Επειδή, με το κύριο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως πλήσσεται η προπαρατεθείσα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διά της προβολής λόγων αναιρέσεως, μεταξύ των οποίων και λόγος κατά τον οποίο οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1211/1972, με το οποίο κυρώθηκε η ένδικη Σύμβαση, είναι εφαρμοστές στην επίδικη διαφορά προς επίλυση αυτής, και τούτο διότι, ως προβάλλεται, οι διατάξεις αυτές είναι μεν προγενέστερες εκείνων του άρθρου 3 του Ν. 4223/2013, πλην ως ειδικές κατισχύουν αυτών. Συναφώς προς τον λόγο αυτόν αναιρέσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν απαντά νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του νομικού ζητήματος που τίθεται δια του λόγου τούτου, ήτοι αν οι διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 4223/2013 κατισχύουν εκείνων του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1211/1972, με άλλα λόγια αν τα ένδικα ακίνητα της αναιρεσειούσης Εταιρείας υπόκεινται ή μη στον ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και άρα ο προπαρατεθείς λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς και είναι εξεταστέος. Εξ άλλου, διά του από 16.5.2022 δικογράφου προσθέτου λόγου προβάλλεται ότι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκδόθηκε η 1/2021 απόφαση του κατ’ άρθρον 27 της ενδίκου Συμβάσεως Διαιτητικού Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10 της Συμβάσεως δεν υπόκεινται στον ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων τα σαράντα δύο (42) ακίνητα της (προσφυγούσης στο Διαιτητικό Δικαστήριο και) ήδη αναιρεσειούσης Εταιρείας, τα οποία αυτή είχε αποκτήσει κατά κυριότητα το 2003 ως καθολική διάδοχος της ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. Με τον υπό κρίση πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση πρέπει να ληφθεί υπόψη και κατ’ αποδοχή του διατακτικού της να λυθεί η επίδικη διαφορά, δοθέντος ότι, ως περαιτέρω προβάλλεται, το κατ’ άρθρον 27 της ενδίκου Συμβάσεως Διαιτητικό Δικαστήριο είναι, κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποκλειστικώς αρμόδιο να επιλύει τις διαφορές που, ως η επίδικη, αναφύονται εκ της ερμηνείας και εφαρμογής της Συμβάσεως.
7. Επειδή, η προπαρατεθείσα κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου (ότι «η θεσπισθείσα δια της […] από 22.7.1972 συμβάσεως φορολογική απαλλαγή […] δεν καταλαμβάνει την επίμαχη απαλλαγή από τον εν.φ.ι.α. [...]») ερείδεται σε σιωπηρή, πλην σαφώς συναγόμενη, ερμηνευτική κρίση περί της σχέσεως των διατάξεων του άρθρου 10 της ενδίκου Συμβάσεως προς τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 4223/2013. Τούτου δοθέντος, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα διότι, με αυτή, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο προέβη σε ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 10 της ενδίκου Συμβάσεως, η οποία, ως εκρίθη ανωτέρω, ανήκει αποκλειστικώς στη δικαιοδοσία του κατ’ άρθρον 27 της Συμβάσεως αυτής Διαιτητικού Δικαστηρίου.
8. Επειδή, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Δικαστήριο προχωρεί, κατ’ άρθρον 57 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), στην εκδίκαση της ανωτέρω (σκ. 2 και 5) αναφερομένης προσφυγής της Εταιρείας.
9. Επειδή, με την υπό κρίση προσφυγή προβάλλεται ότι η Εταιρεία, ως καθολική διάδοχος της ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε., δεν είναι, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 4 της ενδίκου Συμβάσεως (Ν.Δ. 1211/1972), υπόχρεη σε καταβολή ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων. Ειδικότερα, κατ’ επίκληση των 5/2005 και 5/2014 αποφάσεων του κατ’ άρθρον 27 παρ. 1 της Συμβάσεως Διαιτητικού Δικαστηρίου προβάλλεται ότι: «[…] Κατόπιν των άνω δεσμευτικών κρίσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου, συνάγεται με σαφήνεια ότι το θεσπισθέν με το Ν.Δ. 1211/1972 φορολογικό καθεστώς εξακολουθεί ισχύον μέχρι και σήμερα, και μάλιστα υποκείμενο των οικείων ρυθμίσεων έχει καταστεί η προσφεύγουσα εταιρεία. Ως εκ τούτου ο Ν. 4223/2013 (γενική διάταξη), με τον οποίο θεσπίστηκε ο ενιαίος φόρος ιδιοκτησίας ακινήτων, ο οποίος δεν υφίστατο κατά τον χρόνο κατάρτισης της από 22.07.1972 Σύμβασης, δεν δύναται να εφαρμοστεί επί της αξίας των ακινήτων τα οποία είναι κυριότητας της προσφεύγουσας εταιρείας και προέρχονται από την απορροφηθείσα αρχικά Ανάδοχο εταιρεία ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ, με βάση την ειδική και υπερισχύουσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 4 της ως άνω κυρωθείσας με νόμο Σύμβασης.». Περαιτέρω, με την υπό κρίση προσφυγή προβάλλεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως η φορολογική Διοίκηση έκρινε (I) ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4223/2013, η Εταιρεία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των απαλλασσομένων του εν.φ.ι.α. και (II) ότι η ένδικη Σύμβαση έληξε λόγω λήξεως της παγιοποιήσεως των διατάξεων που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 6 της από 10.4.1979 αναθεωρητικής συμβάσεως. Προς υποστήριξη του λόγου τούτου προβάλλονται επιχειρήματα τα οποία η προσφεύγουσα εταιρεία αρύεται από τη Σύμβαση καθ’ ερμηνείαν της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 4 αυτής ως επίσης του άρθρου 5 παρ. 6 της, ανωτέρω (σκ. 3) αναφερομένης, από 10.4.1979 αναθεωρητικής συμβάσεως. Με τους λόγους, όμως, αυτούς η προσφεύγουσα Εταιρεία καλεί σε ερμηνεία διατάξεων της ενδίκου Συμβάσεως, στην οποία, ως εκρίθη ανωτέρω, μόνον το κατ’ άρθρον 27 παρ. 1 της Συμβάσεως αυτής Διαιτητικό Δικαστήριο επιτρέπεται να προβεί. Ως εκ τούτου, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι, ως επίσης απορριπτέα είναι και η υπό κρίση προσφυγή εν τω συνόλω της, δοθέντος ότι ουδείς περαιτέρω λόγος προβάλλεται.
10. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, συμψηφίζει, μεταξύ των διαδίκων, την καταβλητέα δικαστική δαπάνη για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως και αναιρεί την 1149/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Εκδικάζει την από 22.10.2015 προσφυγή και την απορρίπτει.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2022 και στις 19 Σεπτεμβρίου 2023
Ο Πρόεδρος του Β´ Τμήματος Η Γραμματέας
Μιχαήλ Πικραμένος Καλλιόπη Ανδρέου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Νοεμβρίου 2023.
Ο Πρόεδρος του Β´ Τμήματος Η Γραμματέας του Β´ Τμήματος
Μιχαήλ Πικραμένος Αναστασία Ζυγουρίτσα