Απόφαση

Αριθμός 329/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Μ. (B.) Γ. (J.) του Ν. (D.), κατοίκου Βογκόγιεβιτσι Σερβίας, 2) Ο. (O.) Ρ. (R.) του Ν. (N.), κατοίκου Αρίγιε Σερβίας και 3) Ρ. (R.) Γ. (J.) του Σ. (S.), κατοίκου Βογκόγιεβιτσι Σερβίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Νεραντζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Μ. (M.) Ρ. (R.) του Ν. (D.), μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7670/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2016 εν μέρει οριστική και 282/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2018 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 5/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε ως προς τον πρώτο (εκεί) αναιρεσίβλητο Μ. Ρ. την από 25-5-2018 αίτηση για αναίρεση της 755/2016 οριστικής γι' αυτόν απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-5-2018 αίτησης για αναίρεση των 755/2016 και 282/2018 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη από τους αναιρεσιβλήτους - ήδη καλούντες. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, ως προς τους τελευταίους, με την από 9-7-2021 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 9-7-2021 κλήση των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 25-5-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2018) αίτηση αναίρεσης κατά της 755/2016 εν μέρει οριστικής και της 282/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΓΊολΔ), μετά την έκδοση της 5/2021 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, κατά τη δικάσιμο της 25-9-2020, ως προς αυτούς.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν, ως προς τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι Μ. Ρ. (μη διάδικος στην παρούσα, εισαγόμενη με την ένδικη κλήση, συζήτηση της αίτησης αναίρεσης), Μ. Γ., Ο. Ρ. και Ρ. Γ. (ήδη δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των καλούντων), με την από 4-11-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απευθυνόμενη κατά των εναγομένων Κ. Κ., ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε. " (ήδη αναιρεσείουσας) ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος εξ αυτών (Κ. Κ.), οδηγώντας το ...-... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης ("... Α.Β.Ε.Ε.") και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη στην ανώνυμη Ασφαλιστική εταιρία ("... Α.Ε."), προκάλεσε, από υπαιτιότητά του, την ολική καταστροφή του …-... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κυριότητας του πρώτου εξ αυτών, ο οποίος και το οδηγούσε, καθώς και τον τραυματισμό του ίδιου και των λοιπών, επιβατών του ίδιου αυτοκινήτου, δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων πού έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή. Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ (οι δεύτερη και τρίτη των ήδη καλούντων αναιρεσιβλήτων). Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η 7670/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως των υπ' αριθ. .../3-7-2013 και .../3-6-2013 αντίθετων εφέσεων εκ μέρους των εναγόντων και της τρίτης των εναγομένων Ασφαλιστικής εταιρίας, αντιστοίχως και προσθέτων λόγων έφεσης δια των προτάσεων επί της υπό στοιχείο β' έφεσης (και αντέφεσης δια των προτάσεων του μη διαδίκου Κ. Κ., που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) εκδόθηκαν α) η 755/2016 οριστική για τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) και εν μέρει οριστική για τις λοιπές (ήδη τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες), απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η οποία, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την εκ μέρους της τρίτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) Ασφαλιστικής εταιρίας προταθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...-... ΙΧΕ αυτοκινήτου (Μ. Ρ.), δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι ο Κ. Κ., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...-... ΙΧΦ αυτοκινήτου (που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα Ασφαλιστική εταιρία "... Α.Ε."), καθώς, επίσης, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της εκ μέρους της τρίτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) Ασφαλιστικής εταιρίας προταθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας των επιβαινόντων στο ...-... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τρίτης και τέταρτης των εναγουσών (δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων), αυτών στην έκταση του τραυματισμού τους, ότι συνυπαίτιες για την έκταση αυτού (τραυματισμού τους), είναι οι ίδιες (επιβαίνουσες παθούσες), κατά ποσοστό 30%, λόγω της παράλειψής τους να προσδεθούν με ζώνη ασφαλείας, ακολούθως δε, υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων (Μ. Ρ., Μ. Γ., Ο. Ρ. και Ρ. Γ.), τα αναλυτικά αναφερόμενα στην 755/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αποζημίωση, και ειδικότερα υπέρ του δευτέρου (B. J.) το ποσό των 700 ευρώ, υπέρ της τρίτης (O. R.) το ποσό των 120.000 ευρώ και υπέρ της τετάρτης (R. (J.) το ποσό των 85.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας ενώ ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τα κονδύλια της αποζημίωσης για πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού που αφορούσαν στις τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, προκειμένου να προσκομιστεί βεβαίωση του ασφαλιστικού τους φορέα περί των παροχών που έλαβαν ή δικαιούνταν να λάβουν από αυτόν ως επίδομα αναπηρίας και β) η 282/2018 οριστική για τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν σε έκαστη των άνω εναγουσών (τρίτη και τέταρτη Ο. Ρ. και Ρ. Γ., αντιστοίχως, τα αναλυτικά αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση για την προαναφερόμενη αιτία (πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Κατά των παραπάνω αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η τρίτη εναγόμενη Ασφαλιστική εταιρία ("... Α.Ε.") άσκησε την από 25-5-2018 αίτηση αναίρεσης απευθυνόμενη κατά απάντων των εναγόντων, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 25-9-2020. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 5/2021 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς αυτούς, ερευνήθηκε η αίτηση αναίρεσης, ως προς τον νομίμως παρασταθέντα πρώτο αναιρεσίβλητο Μ. Ρ., οδηγό του ...-... ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαιναν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (δεύτερος, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητοι) και απέρριψε ως προς αυτόν την αίτηση αναίρεσης κατά της 755/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, με την άνω 5/2021 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, ερευνήθηκε ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα Ασφαλιστική εταιρία απέδιδε στην προσβαλλόμενη, 755/2016 οριστική για τον πρώτο αναιρεσίβλητο απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει αποκλειστικά υπαίτιο στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος τον ασφαλισμένο της Κ. Κ., οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ...-... ΙΧΦ αυτοκινήτου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 6 παρ. 1,12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3, 4 και 7 του ΚΟΚ (και των άρθρων 914 σε συνδ. με 297, 298, 300 και 330 του ΑΚ που, αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου, κατά τα ειδικώς διαλαμβανόμενα στην 5/2021 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου), αλλά και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και της αιτιώδους συνάφειας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε σε αυτούς, τον οποίο απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου και να απορρίψει την ένσταση αυτής περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. με 297, 298 και 330 του ΑΚ και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), γιατί τα περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχτηκαν και στα οποία στήριξε την ως άνω κρίση του πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους έτσι δεν παραβίασε ευθέως, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στο πραγματικό των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση”. Ακολούθως, με την ίδια (5/2021) απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, απερρίφθη (ως προς τον αναιρεσίβλητο Μ. Ρ.) ο, επικουρικά, προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ζητούσε, σε περίπτωση παραδοχής του πρώτου λόγου αναίρεσης (ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας) την αναίρεση της προσβαλλόμενης 755/2021 απόφασης και ως προς τα επιδικασθέντα αγωγικά κονδύλια (σε όλους τους αναιρεσίβλητους), ενώ, οι τρίτος έως και έκτος λόγοι αναίρεσης δεν ερευνήθηκαν, με την αιτιολογία ότι "οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις αφορούν στις 3η και 4η αναιρεσίβλητες, ως προς τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης”. Κατόπιν αυτών απέρριψε ως προς στον πρώτο αναιρεσίβλητο, την αίτηση αναίρεσης κατά της 755/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ήδη, όπως προελέχθη, με την ένδικη από 9-7-2021 κλήση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 25-5-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2018) αίτηση αναίρεσης κατά της 755/2016 εν μέρει οριστικής και της 282/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των δευτέρου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, η αίτηση αναίρεσης, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει να ερευνηθεί καθό μέρος απευθύνεται προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, μόνον όσον αφορά τους δεύτερο έως και έβδομο λόγους, οι οποίοι αφορούν στα κεφάλαια των προσβαλλόμενων αποφάσεων ειδικώς ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και όχι ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο (όπως προελέχθη) η αναιρεσείουσα Ασφαλιστική εταιρία απέδιδε στην προσβαλλόμενη 755/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. με 297, 298 και 330 του ΑΚ και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), δεχόμενη αποκλειστικά υπαίτιο για το ένδικο ατύχημα τον Κ. Κ., οδηγό του ασφαλισμένου σε αυτήν με αριθμό κυκλοφορίας ...-... ΙΧΦ αυτοκινήτου και έλλειψη συνυπαιτιότητας (για το ένδικο ατύχημα), του πρώτου ενάγοντος Μ. Ρ. οδηγό του ...-... ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθόσον ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και δη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του ν. 2696/1999(ΚΟΚ), ήτοι τήρηση κανόνων, που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων, κατά την οδήγησή τους, προς αποφυγή, κατά το δυνατόν, ατυχημάτων οχημάτων και πεζών, αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του οδηγού Μ. Ρ. (πρώτου αναιρεσιβλήτου), που ήδη έχει ερευνηθεί και απορριφθεί με την προαναφερόμενη 5/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ουδόλως δε συνδέονται οι αιτιάσεις αυτές με τους επιβαίνοντες στο όχημα του ως άνω οδηγού (Μ. Ρ.), δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Αικατερίνης Βλάχου, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που οι αποδιδόμενες στην 755/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αιτιάσεις αφορούν στην κατάγνωση υπαιτιότητας στον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου Κ. Κ. και τη μη κατάγνωση αποκλειστικής υπαιτιότητας στον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό Μ. Ρ., στο αυτοκίνητο του οποίου επέβαιναν οι καλούντες αναιρεσίβλητοι, προβάλλεται έναντι όλων των αναιρεσιβλήτων (οδηγού και επιβαινόντων), καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται κάποια διάκριση, ενώ το ζήτημα της υπαιτιότητας πλήττεται από την αναιρεσείουσα, ως κρίσιμο για την έκβαση της δίκης και τη θεμελίωση της σχετικής υποχρέωσής της προς αποζημίωση, έναντι όλων. Μόνον οι αποδιδόμενες στην ως άνω προσβαλλομένη πλημμέλειες για μη κατάγνωση συνυπαιτιότητας στον πρώτο αναιρεσίβλητο Μ. Ρ. στρέφονται κατά του ίδιου και μόνον ως οδηγού και δεν ερευνώνται ούτε μπορούν να ερευνηθούν έναντι των λοιπών αναιρεσιβλήτων, επιβατών του αυτοκινήτου που αυτός οδηγούσε. Το ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς τις αιτιάσεις που προαναφέρθηκε, προβάλλεται έναντι όλων των αναιρεσιβλήτων και όχι μόνον έναντι του πρώτου-οδηγού (ανεξάρτητα από το ότι η υπαιτιότητα για την πρόκληση ενός τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος αφορά στα πρόσωπα των εκάστοτε οδηγών των εμπλεκόμενων οχημάτων) συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου και ακριβώς επειδή η αναιρεσείουσα πλήττει έναντι όλων των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, με τον δεύτερο και επικουρικά προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, ζητεί, κατά λογική ακολουθία, επί αναίρεσης της προσβαλλόμενης 755/2016 απόφασης ως προς την υπαιτιότητα την αναίρεση αυτής και ως προς "τα επιδικασθέντα αγωγικά κονδύλια σε όλους τους αναιρεσιβλήτους" και όχι μόνον ως προς τα επιδικασθέντα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Η προηγούμενη δε απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αμετάκλητα ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό Μ. Ρ., δεν δεσμεύει ούτε καλύπτει τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους-επιβαίνοντες, αφού οι τελευταίοι δεν υπήρξαν διάδικοι στη δίκη εκείνη, η δε αναιρεσείουσα, προβάλλοντας τον ως άνω λόγο επιδιώκει την αναίρεση της προσβαλλομένης στο σύνολο της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή μη, πρέπει να ερευνηθεί και στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.
Κατόπιν των παραπάνω, μη ερευνώμενου του πρώτου λόγου αναίρεσης, καθίσταται απορριπτέος ως αλυσιτελής και έναντι των παρόντων αναιρεσιβλήτων ο, επικουρικά προβαλλόμενος, δεύτερος λόγος, με τον οποίο ζητείται, επί παραδοχής του πρώτου, η αναίρεση της προσβαλλόμενης με αυτόν απόφασης και ως προς τα επιδικασθέντα υπέρ αυτών προαναφερόμενα κονδύλια.
Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι'αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015). Και αυτό, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ίδιου Κώδικα, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, αφού η δυσμενής επίδραση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο εν γένει μέλλον του παθόντος θεωρείται δεδομένη, ανεξάρτητα από το αν αυτός εργαζόταν ή όχι. Είναι πρόδηλο ότι η αξίωση από το άρθρο 931 του ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνη του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας εξαιτίας της ανικανότητας προς εργασία. Το ύψος δε της σχετικής παροχής καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Και στην τελευταία περίπτωση επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 του ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των ως άνω εύλογων χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 1045/2021, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 466/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πρώτη (755/2021) από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, αναφορικά με τις αξιώσεις της τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων για πρόσθετη αποζημίωση λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 931 και 932), έναντι του αποκλειστικά υπαιτίου για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα με αριθμό ... ... ΙΧΦ αυτοκινήτου και, εντεύθεν, υπόχρεης προς αποζημίωση, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Αμέσως μετά το συμβάν οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν άπαντες ... στο Γενικό Νοσοκομείο Ιπποκράτειο της Θεσσαλονίκης ... . Κατά την κλινική εξέταση της τρίτης εναγούσης, O. R. (Ο. Ρ.), διαπιστώθηκε αναισθησία και πλήρης κατάργηση της κινητικότητος των κάτω άκρων με διάγνωση "παραπληγία'', υπεβλήθη δε, μετά ταύτα, σε επείγουσες απεικονιστικές εξετάσεις, οι οποίες απέδειξαν κατάγματα των σπονδύλων Θ3, Θ4 και Θ5 με οίδημα και έντονο σήμα εντός του νωτιαίου μυελού. Οδηγήθηκε επειγόντως στο χειρουργείο, όπου υπεβλήθη σε πεταλεκτομή στους σπονδύλους Θ3 και Θ4 μέχρι και τις αρθρώσεις προς πλήρη αποσυμπίεση του νωτιαίου σάκου. Εξ άλλου, η τετάρτη ενάγουσα, R. J. (Ρ. Γ.), οδηγήθηκε στο άνω νοσοκομείο διασωληνωμένη λόγω κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και υπεβλήθη σε επείγουσα απεικονιστική, εξέταση του εγκεφάλου, η οποία απέδειξε πολλαπλές διάσπαρτες αιμορραγικές θλαστικές εστίες στο εγκεφαλικό παρέγχυμα και στο μεσολόβιο. Η κατάσταση της αντιμετωπίστηκε συντηρητικά. Υπεβλήθη σε τραχειοστομία και τοποθετήθηκε φλεβικός καθετήρας και ουροκαθετήρας. Αμφότερες οι προαναφερόμενες παρέμειναν στο άνω νοσοκομείο μέχρι την 30-9-2010, οπότε επαναπατρίσθηκαν αεροπορικώς σε φορείο, συνοδεία ιατρού αναισθησιολόγου με τον κατάλληλο εξοπλισμό (οξυγόνο, αναπνευστήρα), με σκοπό την περαιτέρω αντιμετώπιση της καταστάσεώς τους στην πατρίδα τους. Εξ αυτών η τρίτη ενάγουσα εισήχθη στην νευροχειρουργική κλινική του νοσοκομείου Vojnomedicinska Akademija (Boϊνομεντίτσινσκα Ακαντέμιγια) του Βελιγραδίου, όπου, την 12-11-2010, υπεβλήθη, όπως, άλλωστε, είχε υποδειχθεί και από τους ιατρούς του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, σε επέμβαση σταθεροποιήσεως της σπονδυλικής στήλης με σπονδυλοδεσία και τοπική αποκατάσταση δέρματος στο λοβό. Με την επέμβαση αυτή ολοκληρώθηκε η χειρουργική θεραπεία δια σταθεροποιήσεως του κατάγματος με διαυχενικούς κοχλίες και αποκαταστάθηκε το έλκος από την κατάκλιση, παρέμεινε όμως η πλήρης αναπηρία των κάτω άκρων της με πλήρη απώλεια όλων των αισθήσεων, με συνέπεια να φέρει καθετήρα ούρων. Λόγω απώλειας των αισθήσεων των ποδών και ανικανότητος ελέγχου εκκενώσεως της ουροδόχου κύστης και του παχέος εντέρου συνεστήθη η επί μακρό διάστημα διεξαγωγή φυσιοθεραπειών σε κατάλληλο ίδρυμα, προς τούτο δε εισήχθη, στις 29-11-2010, στην κλινική αποκαταταστάσεως Dr ... (Δρ ...) του Βελιγραδίου. Κατά την ημέρα εισαγωγής της στην εν λόγω κλινική ήταν κλινήρης με παθητική στάση στο κρεβάτι, εξαρτώμενη στις καθημερινές της δραστηριότητες από τη βοήθεια και φροντίδα άλλων προσώπων. Σε διαδοχικές επανεξετάσεις της στην άνω νευροχειρουργική κλινική επιβεβαιώθηκε και θεωρήθηκε οριστική και παγιωμένη η πλήρης αναπηρία των κάτω άκρων και δη η νευρολογική ανεπάρκεια και η πλήρης παράλυσή τους, καθώς και η εξάρτησή της από τη φροντίδα άλλων προσώπων. Της συνεστήθη η προστασία του δέρματος στην περιοχή των γλουτών, ώστε να αποφευχθεί η εμφάνιση έλκους εκ κατακλίσεως, η χρήση ορθοπαιδικών βοηθημάτων (αναπηρικό αμαξίδιο) και η κατά διαστήματα υποβολή της σε φυσιοθεραπείες, που είχαν όμως πενιχρά αποτελέσματα, αφού η προαναφερομένη είναι πλέον ένα παραπληγικό, με απόλυτη και βαρεία αναπηρία άτομο που ευρίσκεται σε ακινησία και κατάκλιση. Εξ άλλου, στην ιδία, ως άνω, νευροχειρουργική κλινική του νοσοκομείου Vojnoraedicinska Akademija του Βελιγραδίου εισήχθη και η τετάρτη ενάγουσα και νοσηλεύθηκε εκεί μέχρι την 25 - 10 - 2010. Κατά την ημέρα εισαγωγής της είχε επαφή με το περιβάλλον, κινούσε ενεργά και τα τέσσερα άκρα και ανέπνεε ομαλά μέσω της τραχειοστομίας. Η κατάστασή της αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά υπό φαρμακευτική αγωγή, αφαιρέθηκε, την 22-10-2010, ο τραχειοσωλήνας και άρχισε η εφαρμογή φυσικοθεραπειών. Ακολούθως, μεταφέρθηκε στην κλινική φυσικοθεραπείας και αποκαταστάσεως του ιδίου νοσοκομείου προς το σκοπό ενδυναμώσεως του μυϊκού της συστήματος, ώστε να καταστεί εφικτό να κινείται σε μικρές αποστάσεις με τη βοήθεια βακτηρίας μασχάλης (πατερίτσας). Εξήλθε από την άνω κλινική την 5-11-2010, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να μεταφέρεται αυτόνομα σε καθιστική θέση, να περπατάει με ελάχιστη βοήθεια άλλου ατόμου και να μετακινείται σε αποστάσεις μετρίου μήκους. Οι απεικονιστικές εξετάσεις εγκεφάλου, στις οποίες έκτοτε υπεβλήθη, απέδειξαν τέσσερα χρόνια αιμορραγικά σημεία με ισχαιμική ζώνη διαμέτρου οκτώ (8,00) έως δεκαεννέα (19,00) χιλιοστών, ενώ από τις περαιτέρω νευροψυχιατρικές και νευροχειρουργικές εξετάσεις της προέκυψε κινητικά πάρεση του μιμητικού μυϊκού συστήματος κεντρικού τύπου δεξιά (παράλυση του προσώπου δεξιά), αριστερά αδυναμία κεντρικού τύπου με μετρία αδυναμία αριστεράς χειρός και βαρείας μορφής αδυναμία του ποδός, αταξία ορθίας στάσεως και βαδίσματος (ημιπαρετικό βάδισμα), σημεία ελαττώσεως των γνωστικών λειτουργιών και γενική επιβράδυνση των νοητικών λειτουργιών με τελική γνωμάτευση ότι πάσχει από βαρεία λειτουργική νευρολογική ανεπάρκεια και σημεία μετατραυματικού συνδρόμου εγκεφαλοπαθείας, με κυρίαρχα στοιχεία βλάβης των γνωστικών λειτουργιών, λόγω των, μονίμων πλέον, τραυματικών πληγών των δομών του εγκεφάλου ... “.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την 755/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως και τα ακόλουθα: "Οι ενάγουσες τρίτη και τέταρτη (ήδη τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες) δεν φορούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κράνος ασφαλείας. Το είδος δε και η φύση των, ως ανωτέρω, τραυμάτων τους είναι πρόδηλο ότι συνδέονται ακριβώς με την αιτία αυτή, δηλονότι με .την, λόγω της. συγκρούσεως και της μη προσδέσεως τους με τη ζώνη ασφαλείας, ανέλεγκτη κίνηση των σωμάτων τους εντός του αυτοκινήτου και την πρόσκρουσή τους στα μεταλλικά και μη μέρη του. Τελικά, δηλονότι, το βαρύτερο, ως άνω, αποτέλεσμα σε σχέση με τις σωματικές βλάβες των εναγουσών επιβάτιδων του ΙΧΕ αυτοκινήτου προέκυψε επειδή αυτές, κατά παραβίαση των στοιχειωδών κανόνων επιμελούς συμπεριφοράς και αυτοπροστασίας αλλά και της επιτακτικής διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 5 του ΚΟΚ, που επιβάλλει στον επιβαίνοντα αυτοκινήτου τη χρήση ζώνης ασφαλείας, η προστατευτική λειτουργία της οποίας, σε περίπτωση ατυχήματος, είναι δεδομένη, δεν είχαν, αμελώς φερόμενες, προσδεθεί με τη ζώνη αυτή. Εν όψει τούτων παρίσταται βάσιμη η συναφής, εκ της προμνησθείσης διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ. και παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση των εναγομένων ότι οι ενάγουσες συνεπιβάτιδες του ΙΧΕ αυτοκινήτου συνετέλεσαν εξ ιδίου πταίσματος στην έκταση των σωματικών τους βλαβών από τη μη χρήση ζώνης ασφαλείας, εν όψει δε των περιστάσεων, των συνθηκών και των αποτελεσμάτων του ενδίκου συμβάντος, πρέπει να ορισθεί σε ποσοστό 30% η συνυπαιτιότητά τους στην επέλευση του προαναφερομένου, βλαπτικού της υγείας τους, αποτελέσματος ... Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις προαναφερόμενες συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εξεταζόμενο τροχαίο ατύχημα, το μέγεθος της προκληθείσης στην υγεία της τρίτης και τετάρτης των εναγουσών βλάβης, όπως αυτή ανωτέρω περιγράφεται και του εντεύθεν ψυχικού άλγους, της σωματικής τους ταλαιπωρίας και των εν γένει συνεπειών για το πρόσωπο τους, ιδία εν όψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο αμφότερες υπεβλήθησαν σε σειρά επεμβάσεων και θεραπευτικής και συντηρητικής αγωγής, χωρίς τελικά, για μεν την τρίτη εξ αυτών, να υπάρξει βελτίωση της καταστάσεώς της, αφού έχει πλέον καταστεί ισοβίως απολύτως ανάπηρη, ευρισκομένη σε ακινησία και κατάκλιση, για δε την τετάρτη να υπάρξει μεν σχετική βελτίωση, η οποία όμως δεν απέτρεψε την σοβαρή εγκεφαλική της βλάβη και την εντεύθεν έκπτωση των νοητικών και γνωστικών της λειτουργιών και την αδυναμία της να κινείται ελευθέρως, κρίνει ότι αμφότερες οι ενάγουσες έχουν υποστεί ηθική βλάβη και, συνεπώς, πρέπει να επιδικασθεί υπέρ αυτών χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, εν όψει των κατά τα άνω περιστάσεων, της αποκλειστικής ευθύνης του υπαιτίου οδηγού στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος, του, ως ανωτέρω, ποσοστού συνυπαιτιότητος των δικαιούχων - εναγουσών στην έκταση του τραυματισμού τους (30% λόγω της παράλειψής τους να προσδεθούν με ζώνη ασφαλείας), της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως. των διαδίκων φυσικών προσώπων, και τα διδάγματα της κοινής πείρας πρέπει να ορισθεί στο ποσόν των 70.000 ευρώ για την ενάγουσα, O. R. (Ο. Ρ.) και στο ποσόν των 50.000 ευρώ για την ενάγουσα R. J. (Ρ. Γ.) ...”. Συνεπεία του ενδίκου συμβάντος, η τρίτη, των εναγουσών κατέστη ισοβίως απολύτως ανάπηρη, ευρισκομένη σε ακινησία και κατάκλιση. Η προαναφερομένη, που διήνυε κατά τον κρίσιμο χρόνο το εξηκοστό πέμπτο (65°) έτος της ηλικίας της και ήταν υγιής και συνταξιούχος του ασφαλιστικού φορέα της πατρίδος της, είναι ύπανδρη, μητέρα και γιαγιά και είχε μια ομαλή προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Λόγω της καταστάσεως στην οποία περιήλθε εκ του κατά το ένδικο συμβάν τραυματισμού της, όχι μόνο αποκλείσθηκε παντελώς οποιαδήποτε εφεξής επαγγελματική δραστηριοποίησή της, η οποία, εν όψει της ηλικίας της, δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλεισμένη εκ του μόνου του γεγονότος της συνταξιοδοτήσεώς της, αλλά καταστράφηκε εντελώς η προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική της ζωή. Εξ άλλου, ένεκεν του κατά το εν προσμένω τροχαίο ατύχημα τραυματισμού της η τετάρτη ενάγουσα πάσχει πλέον από σοβαρή εγκεφαλική βλάβη με ελάττωση των γνωστικών και έκπτωση των νοητικών της λειτουργιών και επιπτώσεις στην ελευθέρα βάδιση και κίνησή της. Η προαναφερομένη, που, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, διήνυε το πεντηκοστό έβδομο (57°) έτος της ηλικίας της και ήταν υγιής και συνταξιούχος του ασφαλιστικού φορέα της πατρίδος της, είναι ύπανδρη, μητέρα και γιαγιά και είχε μια ομαλή προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Η προπεριγραφείσα δε επίκτητη, εξ αιτίας του τραυματισμού της, ατέλεια και έλλειψη της σωματικής ακεραιότητός της σε βάρος των προτέρων φυσικών προτερημάτων της, όχι μόνο αποκλείει παντελώς οποιαδήποτε εφεξής επαγγελματική δραστηριοποίησή της, η οποία, εν όψει της ηλικίας της, δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλεισμένη εκ του μόνου του γεγονότος της συνιαξιοδοτήσεώς της, αλλά και δυσχεραίνει σε πολύ σοβαρό βαθμό την προσωπική και. οικογενειακή της ζωή και τις κοινωνικές συναναστροφές της. Συνακολούθως και δεδομένου ότι η δυσμενής αυτή επίδραση του τραυματισμού των προαναφερομένων στο κοινωνικό και οικονομικό τους μέλλον δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ., ... συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως υπέρ αυτών ευλόγου, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας, με βάση το φύλο και την ηλικία τους, το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας τους, της αρτίας, προ του τραυματισμού τους, φυσικής τους καταστάσεως, της .αποκλειστικής, ευθύνης του -υπαιτίου οδηγού στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος και του, ως ανωτέρω, ποσοστού συνυπαιτιότητος των δικαιούχων - εναγουσών στην έκταση του τραυματισμού τους, κρίνεται ότι πρέπει να ορισθεί στο ποσόν των 50.000 ευρώ για την O. R. (Ο. Ρ.) και σε αυτό των 35.000 ευρώ για την R. J. (Ρ. Γ.) ... “. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επεδίκασε στις τρίτη και τέταρτη των εναγουσών τα άνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα πιο πάνω ποσά δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις ως χρηματική παροχή του άρθρου 931 του ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τα αναφερόμενα στην ίδια απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών και συνακόλουθα οι σχετικοί τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην εκ των προσβαλλομένων 282/2018, οριστική για τις δύο τελευταίες αναιρεσίβλητες, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στη τρίτη αναιρεσίβλητη, κάτοικο Σερβίας, αποζημίωση για πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησής της, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, το δε αρχικώς υπολογισθέν, βάσει των ελληνικών δεδομένων, ποσό αποζημίωσης των 500 ευρώ (χωρίς το συνυπολογισμό του ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος αυτής (30%) και των ληφθέντων από το ασφαλιστικό της ταμείο) δεν είναι συμβατά με τις πλασματικές δαπάνες συγγενών στη Σερβία, όπου η ίδια κατοικεί, ενώ αρκούσε για την κάλυψη των αναγκών της το μηνιαίου ύψους 86,63 ευρώ επίδομα αναπηρίας που λαμβάνει από τον ασφαλιστικό της φορέα στην αλλοδαπή. Επίσης, με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην ίδια απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και κατ' εκτίμηση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μη νόμιμα επιδίκασε στην τέταρτη αναιρεσίβλητη αποζημίωση για πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού ύψους 210 ευρώ (μετά την αφαίρεση του ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος της, 30%), παρότι αυτή δεν είναι ανάπηρη, οι σχετικές υπηρεσίες αποτιμώνται στη Σερβία σε 86,83 ευρώ, όσο και το χορηγούμενο σε ανάλογες περιπτώσεις επίδομα αναπηρίας, ενώ το επιδικασθέν ποσό υπολογίστηκε με βάση τα ελληνικά δεδομένα. Ο λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως απαράδεκτοι, γιατί, πέραν της αοριστίας τους αφού δεν αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε ούτε γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου σε σχέση με το σκέλος από τον αριθμό 19, δηλαδή αν πρόκειται για ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και ποιες οι ελλείψεις και οι αντιφάσεις, υπό την επίφαση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο, ως προς την οποία η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, ζητώντας στην πραγματικότητα την επαναξιολόγηση τους.
Τέλος, κατά το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά δε το άρθρο 178 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και πριν την προσθήκη εδαφίου β' με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας αλλά είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 του ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 1668/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στις προσβαλλόμενες αποφάσεις την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 179 και 183 (αντί του 181 που αναφέρεται από προφανή παραδρομή στο αναιρετήριο) του ΚΠολΔ, καταδίκασε την ίδια στη δικαστική δαπάνη των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δικαστική δαπάνη έπρεπε να συμψηφιστεί λόγω της αμφιβολίας αυτής ως προς την έκβαση της δίκης, άλλως να οριστεί σε χαμηλότερο ύψος, αφού η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και να επιδικαστεί μόνον το αναφερόμενο στο γραμμάτιο προείσπραξης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων ποσό, καθόσον δεν προσκομίστηκε κάποιο άλλο στοιχείο, όπως εργολαβικό δίκης. Ο λόγος αυτός όσον αφορά στην αιτίαση περί μη συμψηφισμού στο σύνολο τους των δικαστικών εξόδων λόγω (εύλογης) αμφιβολίας της αναιρεσείουσας ως προς την έκβαση της δίκης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, μεταξύ των αναφερόμενων στο άρθρο 179 του ΚΠολΔ περιπτώσεων επιτρεπτού του συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, όπως ίσχυε πριν το ν. 4842/2021, δεν περιλαμβανόταν και η εύλογη αμφιβολία των διαδίκων για την έκβαση της δίκης, ενώ ως προς τις λοιπές αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εν προκειμένω, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 178 και 183 του ΚΠολΔ, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών τους εξόδων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), καθόσον δεν είχε περιληφθεί σχετική διάταξη στην προηγηθείσα 5/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που έκρινε την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2018) αίτηση για αναίρεση της 755/2016 εν μέρει οριστικής και της 282/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Μ. Γ., Ο. Ρ. και Ρ. Γ..
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ