Απόφαση

Αριθμός Αποφάσεως 126/2023
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Μπαντουβά, Εφέτη, και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Δασκαλάκη.-
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Οκτωβρίου 2022 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Νίκης 105, με ΑΦΜ ..., το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ του Δικαστικού Πληρεξουσίου Ν.Σ.Κ. Στέφανου Πετροπουλάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και έγγραφα.-
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) … χας ..., ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ... του ... και της …, με ΑΦΜ …, 2) ..., του ... και της …, με ΑΦΜ …, 3) ... του ... και της …, με ΑΦΜ … και 4) ... του ... και της …, με ΑΦΜ …, κατοίκων Ηρακλείου, οδός …, οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ του Πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ηρακλείου, Βασιλείου Σπανουδάκη ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις και έγγραφα.-
Οι ενάγοντες ήδη εφεσίβλητοι ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στην από 25.08.2016 και υπ’ αριθμ. καταθέσεως δικογράφου Γ.Α. .../29.08.2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά του εκκαλούντος και του μη διαδίκου στη δίκη τούτη ... … του ….-
Το παραπάνω Δικαστήριο, εξέδωσε επί της αγωγής αυτής την υπ’ αριθμ. 1061/2017 οριστική απόφασή του, εκδικάζοντας την υπόθεση κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του πρώτου εναγόμενου ... του ... (μη διαδίκου στη δίκη τούτη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την οποία δέχθηκε την αγωγή.-
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, με την από 12.12.2019 και υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου .../16.12.2019 έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό πρωτοκόλλου .../23.09.2020, προσδιορίστηκε δε με την από 23.09.2020 πράξη προσδιορισμού του Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω και γράφτηκε στο πινάκιο.-
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της ως άνω υποθέσεως, η οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν μονομερείς δηλώσεις, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις και έγγραφα.-
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12.12.2019 και υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου .../16.12.2019 έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος δεύτερου εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ’ αριθμ. 1061/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του πρώτου εναγομένου (μη διαδίκου στη δίκη τούτη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων (διαδίκων της δευτεροβάθμιας τούτης δίκης), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπροθέσμως, εντός διετίας από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης αποφάσεως (18.12.2017), δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται προγενέστερη της ασκήσεως της εφέσεως επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως ούτε προσκομίζουν αποδεικτικό τέτοιας επιδόσεως (άρθρα 495 παρ. 1, 498, 499, 511, 513 παρ.1β΄και 2, 516, 517, 518 παρ.2 και 520 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι, για το παραδεκτό της παραπάνω εφέσεως δεν απαιτείται η κατάθεση του οριζομένου από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1 του Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 “Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου” [βλ. ΕΠατρ(Μον) 156/2022, ΕΑ(Μον) 2077/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕΠειρ(Τριμ) 50/2020 δημοσιευμένη στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφετείου Πειραιώς]. Επομένως η έφεση, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).-
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, η μεν πρώτη ειδικότερα ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επί των τότε ανηλίκων τέκνων της, … ..., … ... … και ..., εκ των οποίων η πρώτη και η δεύτερη κατά τη συζήτηση της εφέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου, στη δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω, έχουν ήδη ενηλικιωθεί και παρίστανται με το δικό τους όνομα, εξέθεταν στην από 25.08.2016 και υπ’ αριθμ. καταθέσεως δικογράφου Γ.Α. .../29.08.2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ότι λόγω θανάτου του συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών, ... του …, την 23.1.2011, προέβη τούτη, μητέρα των λοιπών, ενεργούσα ατομικώς και ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα αυτών, εμπροθέσμως στην υπ’ αριθμ. καταθ. …/2011 δήλωση αποποιήσεως της αυτοδικαίως επαχθείσης κληρονομίας του θανόντος, την οποία κατέθεσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ηρακλείου. Ότι η προαναφερόμενη δημόσια αρχή δεν αναγνωρίζει ως έγκυρη την ως άνω αποποίηση που έγινε για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της πρώτης εφεσίβλητης, διότι τούτη δεν είχε εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια του δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να τους οχλήσει και ιδίως την δεύτερη ενάγουσα,... να πληρώσουν χρέος του θανόντος πατέρα τους, ανερχόμενο κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις στο ποσό των 212.637,96 ευρώ. Ότι και ο 1ος εναγόμενος (μη διάδικος στη δίκη τούτη) λαμβάνοντας γνώση περί της απόψεως του Δημοσίου περί ακυρότητας της αποποίησης των εναγόντων όχλησε τούτους να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 50.000 ευρώ ως οφειλόμενο από τον πατέρα τους ποσό, λόγω έντοκου δανείου συναφθέντος το έτος 1999 και λήξαντος το έτος 2007. Ότι εσφαλμένα τους αποδίδεται η ιδιότητα των κληρονόμων του ανωτέρω αποβιώσαντος συζύγου και πατρός τους, διότι η έλλειψη της αποφάσεως του δικαστηρίου για την διενέργεια της ανωτέρω αποποιήσεως εκ μέρους της πρώτης για λογαριασμό των υπολοίπων δεν καθιστά την τελευταία άκυρη, διότι η ακυρότητα αυτή είναι σχετική και μπορεί να προταθεί μόνο από την ασκούσα τη γονική μέριμνα 1η εφεσίβλητη και τα τότε ανήλικα τέκνα της. Ακολούθως ζήτησαν να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της ως άνω αποποιήσεως της κληρονομίας του θανόντος ... του … και ότι ως μη όντες κληρονόμοι του δεν υπεισήλθαν στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τούτου και ότι ουδέν εκ των τυχόν χρεών του θανόντος οφείλουν στον 1ο εναγόμενο και στο Ελληνικό Δημόσιο και δη τα ποσά για τα οποία οχλήθηκαν σχετικώς ύψους 212.637,96 ευρώ ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν και 50.000 ευρώ ως προς τον μη διάδικο στη δίκη τούτη, πρώτο εναγόμενο.-
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αρμοδίως εισήχθη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο, κατά τις γενικές διατάξεις του άρθρου 14 ΠολΔ, λόγω της αξίας του αντικειμένου της αρνητικής τούτης αναγνωριστικής αγωγής που δεν υπερβαίνει το ποσό των 250.000 ευρώ (212.637,96 ευρώ ως προς το δεύτερο εναγόμενο και νυν εκκαλούν και 50.000 ευρώ για τον πρώτο εναγόμενο), λαμβανομένου υπόψη ότι για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής, ενώ σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από κάθε εναγόμενο (άρθρα 9 εδαφ. α΄ & γ’ ΚΠολΔ). Εν προκειμένω εξάλλου η εγκυρότητα της αποποίησης αποτελεί παρεμπίπτον ζήτημα το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 284 ΚΠολΔ εξετάζεται από το δικαστήριο με οποιαδήποτε διαδικασία και να δικάζει τούτο, ακόμη και όταν είναι αναρμόδιο για την εκδίκασή του (Ολ ΑΠ 34/1992 ΕλΔ 1992 1451). Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο για να δικάσει την προκείμενη διαφορά, έστω και επικαλούμενο, εκ παραδρομής προφανώς, πλην της διατάξεως του άρθρου 14 ΚΠολΔ και τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 12 ΚΠολΔ, δεν έσφαλε. Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα από το εκκαλούν, περί υλικής αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, λόγω του ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, πρόκειται για διαφορά μη αποτιμητή σε χρήμα, υπαγόμενη στην καθ’ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κρίνονται ουσία αβάσιμα και απορριπτέα. Επομένως πρέπει, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της αποφάσεως, κατά τα ανωτέρω, σε σχέση με την υλική αρμοδιότητα του δικάσαντος Δικαστηρίου, να απορριφθεί ο πρώτος λόγος εφέσεως ως αβάσιμος. -
Σε περίπτωση που ο κληρονόμος τελεί υπό νόμιμη εκπροσώπηση (π.χ. γονική μέριμνα), μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπός του (π.χ. ο γονέας) δικαιούται να αποποιηθεί την κληρονομία που έχει επαχθεί στον αντιπροσωπευόμενο τηρουμένων των διατυπώσεων που ο νόμος επιτάσσει (βλ. Γεωργιάδης - Σταθόπουλος, ΑΚ 1849-1851, αριθ. 19, σελ. 549). Από το συνδυασμό των διατάξεων 1527 ΑΚ και 1912 ΑΚ προκύπτει ότι, επί ανηλίκων, η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται πάντοτε, είτε δηλαδή έγινε ρητά είτε με παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση, με τον όρο της απογραφής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1526 ΑΚ, οι γονείς δεν μπορούν χωρίς την άδεια του δικαστηρίου να επιχειρήσουν στο όνομα του τέκνου τις πράξεις που απαγορεύονται και στον επίτροπο ανηλίκου χωρίς άδεια του δικαστηρίου. Η διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των περιουσιακών συμφερόντων του τέκνου, αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, του οποίου η εφαρμογή δεν μπορεί να αποκλειστεί με αντίθετη ιδιωτική βούληση (αρθρ. 3 ΑΚ), η δε προβλεπόμενη κύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 1528 ΑΚ, είναι η ακυρότητα των πράξεων που επιχειρήθηκαν χωρίς την τήρηση της παραπάνω διατύπωσης. Οι πράξεις τις οποίες δεν μπορούν να επιχειρήσουν οι γονείς χωρίς άδεια του δικαστηρίου απαριθμούνται ρητά με την παραπομπή στις διατάξεις των άρθρων 1624 και 1625 ΑΚ, μεταξύ των οποίων (πράξεων) περιλαμβάνεται η αποποίηση της επαχθησόμενης στον ανήλικο κληρονομίας (ΕΑ 6512/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).-
Με το άρθρο 1847 παρ. 1 ΑΚ παρέχεται στον κληρονόμο προσωποπαγές δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία έστω και αν με την αποποίηση βλάπτονται τα συμφέροντα δανειστών του, διότι κατά την αντίληψη του νομοθέτου ουδείς δύναται να αναγκασθεί σε αποδοχή της, η δε αποποίηση πρέπει να γίνει με μονομερή δήλωση μη απευθυντέα, υποβαλλομένη στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας (ΑΚ 1848 παρ. 1), εντός αποκλειστικής προθεσμίας η οποία κατ` αρχήν ορίζεται σε τέσσερις μήνες από την εκ μέρους του κληρονόμου γνώση της επαγωγής και του λόγου της αλλά αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό η προθεσμία της αποποιήσεως είναι ενός έτους (ΑΠ 37/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).-
Για την αποποίηση, λοιπόν, κληρονομίας για λογαριασμό ανηλίκου, πρέπει να υποβληθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο αίτηση από τους ασκούντες την γονική αυτού μέριμνα γονείς (797 ΚΠολΔ) και να χορηγηθεί η σχετική άδεια (ΕΘ 2120/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι η κατά τα άρθρα 1847 και 1848 ΑΚ δήλωση αποποιήσεως είναι άκυρη και στην περίπτωση που έλαβε χώρα χωρίς να δοθεί άδεια από το δικαστήριο. Η για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της αποποιήσεως σημαίνει ότι δεν επέρχονται οι εκ του νόμου (ΑΚ 1856) συνέπειες της αποποιήσεως, ώστε μπορεί να οριστικοποιηθεί το κληρονομικό δικαίωμα του εκπροθέσμως ή εν γένει ακύρως αποποιηθέντος. (Γνση ΝΣΚ 213/2016). Η με τη διάταξη 1528 ΑΚ θεσπιζόμενη ακυρότητα, όμως, είναι σχετική, προτεινόμενη μόνον από τον πατέρα, τη μητέρα, το τέκνο και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του κατά παντός (ΕΘ 2609/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μπαλής, Οικογενειακό Δίκαιο. σελ. 416, 424, Πουλιάδη σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλο ΑΚ άρθρο 1526, 1528, Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Οικογενειακό Δίκαιο άρθρα 1624,1630, Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, άρθρα 1526, 1528). Η σχετική ακυρότητα έχει ταχθεί για την προστασία του συμφέροντος ορισμένου προσώπου (άρθρο 175 εδ. β ΑΚ) και πρέπει να γίνει επίκλησή της από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο. Μέχρι να προβληθεί η ακυρότητα από τον δικαιούμενο, δικαστικώς ή εξωδίκως, η δικαιοπραξία παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της. Η σχετική ακυρότητα δημιουργεί κατάσταση αβεβαιότητας ως προς το κύρος της διάθεσης, είναι, όμως, δεκτική θεραπείας, αν αυτός που δικαιούται να την επικαλεστεί, συναινέσει στην άκυρη δικαιοπραξία ή παραιτηθεί, με οποιονδήποτε τρόπο από την επίκληση της ακυρότητας (ΑΚ 239 παρ.2). Συνέπεια της συναίνεσης ή της παραίτησης είναι ότι η άκυρη δικαιοπραξία καθίσταται απρόσβλητη (Απόστολος Σ. Γεωργιάδης «ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ» σελ.552, 553, 554, 557, 558). Ως εκ τούτου, η απαγορευμένη διάθεση γίνεται απρόσβλητη και δεν υπάρχει νόμιμο εμπόδιο να αναπτύξει ενέργεια έγκυρης εξ υπαρχής δικαιοπραξίας. Η παραίτηση από το δικαίωμα προς επίκληση της σχετικής ακυρότητας της αποποιήσεως , συνιστά νομικό γεγονός που επάγεται απώλεια του δικαιώματος τούτου, μπορεί να γίνει, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και με άτυπη, μονομερή, μη απευθυντέα προς άλλον δήλωση βούλησης, είτε ρητή είτε σιωπηρή, συναγόμενη, δηλαδή, συμπερασματικώς από πράξεις που εμφαίνουν βούληση παραίτησης και αν ακόμη περιλαμβάνονται στην κληρονομία εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, η σύμβαση μεταβίβασης των οποίων απαιτείται να γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (βλ. ΟλΑΠ 935/1975, ΑΠ 1017/2009, 2177/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε "εγκυροποίηση”, κατά την έννοια αυτή, της απαγορευμένης διάθεσης οδηγεί και η απώλεια του έννομου συμφέροντος προς επίκληση της σχετικής μ’ αυτή ακυρότητας, αφού το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει κυρίως κατά το χρόνο της επίκλησης, με την οποία ενεργοποιείται η σχετική ακυρότητα, ενώ παρόμοιο αποτέλεσμα "εγκυροποίησης" της απαγορευμένης διάθεσης δημιουργείται και αν κατά παραδοχή σχετικής ένστασης θεωρηθεί ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ η επίκληση της ακυρότητας της (20/2015 ΟΛ ΑΠ, ΓΝΝΣΚ 144/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).-
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία, ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, πλην εκείνων που συνδέονται με το πρόσωπό του, εφόσον αυτός δεν τα ασκεί. Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων ζητεί δικαστική προστασία στο όνομά του μεν, όχι όμως για δικό του δικαίωμα, αλλά για δικαίωμα του οφειλέτη του, ο οποίος αμελεί να το ασκήσει. Επομένως, αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταβολή της παροχής όχι στον ενάγοντα, αλλά στον οφειλέτη του ενάγοντος. Ειδικότερα, ο δανειστής νομιμοποιείται ενεργητικώς, αν και δεν είναι φορέας του δικαιώματος, κατ` απόκλιση από τον κανόνα που διέπει τη νομιμοποίηση και ως εκ τούτου πρόκειται για περίπτωση μη δικαιούχου διαδίκου και μάλιστα μη γνήσιας μορφής, αφού ο οφειλέτης διατηρεί παραλλήλως τη νομιμοποίησή του και την εξουσία διάθεσης, καθώς και την ικανότητα διεξαγωγής της δίκης για την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 844/2021, ΑΠ 106/2014, ΑΠ 499/2011, ΑΠ 1742/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). -
Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 23.1.2011 απεβίωσε στο Ηράκλειο ο ... του …, σύζυγος της πρώτης εφεσίβλητης και πατέρας των λοιπών. Εντός της νόμιμης προθεσμίας των τεσσάρων (4) μηνών από το θάνατο του ..., η πρώτη ενάγουσα, λειτουργούσα ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τότε τέκνων της 1α, 1β, 1γ και 2ης των εναγόντων, προέβη στην υποβολή της υπ’ αριθμ. πρωτ. …/31.1.2011 δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομίας του θανόντος ενώπιον του Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Στην ανωτέρω έκθεση αποποιήσεως προέβη, ως ασκούσα πλέον αποκλειστικά τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, χωρίς την σχετική αναγκαία άδεια του δικαστηρίου για την ως άνω πράξη. Η αποποίηση που έγινε για λογαριασμό των ανηλίκων τότε τέκνων του κληρονομουμένου από την ασκούσα αποκλειστικά τη γονική τους μέριμνα μητέρα τους, χωρίς άδεια του δικαστηρίου ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1528, 1526, 1625 ΑΚ άκυρη. Σύμφωνα, ωστόσο, με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε η ακυρότητα που δημιουργήθηκε λόγω του ότι η πρώτη εφεσίβλητη δεν είχε άδεια του δικαστηρίου για να προβεί σε αυτήν, είναι κατά τη ρητή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1528 ΑΚ, σχετική, δυνάμενη να προταθεί μόνο από συγκεκριμένα πρόσωπα, και δη από τη μητέρα, τα ίδια τα τέκνα και τους καθολικούς ή ειδικούς διάδοχους τούτων, με αποτέλεσμα η παραπάνω αποποίηση να παράγει τα αποτελέσματά της, αφού την ακυρότητα δεν την επικαλέσθηκαν τα τέκνα υπέρ των οποίων έλαβε χώρα η αποποίηση ή κάποιος από αυτούς, που το άρθρο 1528 ΑΚ προβλέπει ότι μπορεί να την επικαλεσθεί. Εξάλλου εάν δεν λάβει χώρα επίκληση από τους δικαιούμενους κατά νόμο της σχετικής ακυρότητας της αποποιήσεως, αυτή παραμένει εξακολουθητικά έγκυρη. Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 239 παρ. 2 ΑΚ και 1528 ΑΚ, επειδή σε κάθε περίπτωση, και για λόγους ασφαλείας του δικαίου, ενδείκνυται η δήλωση συναίνεσης - έγκρισης της αποποιήσεως ή παραίτησης από το δικαίωμα επίκλησης της ακυρότητας της αποποιήσεως του υπέρ ου η δήλωση αποποιήσεως ενηλίκου πλέον τέκνου, εν προκειμένω τα ενηλικιωθέντα ήδη τέκνα του αποβιώσαντος κληρονομούμενου, κατά το χρόνο συζήτησης της εφέσεως, ήτοι τη 2η ενάγουσα καθώς και οι ενάγουσες υπό τα στοιχεία 1β και 1γ που ενηλικιώθηκαν και παρίστανται πλέον στο δικαστήριο με ο δικό τους όνομα, προκύπτει σαφώς έγκριση της γενόμενης για λογαριασμό τους αποποιήσεως και παραιτήσεως ουσιαστικά από το δικαίωμά τους να επικαλεστούν την ακυρότητα αυτή. Ως προς τα τέκνα τούτα λοιπόν, έχει, σε κάθε περίπτωση, θεραπευτεί και η σχετική τούτη ακυρότητα της δηλώσεως αποποιήσεως. Περαιτέρω και παρά τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο, θεωρώντας ότι είναι απολύτως άκυρη και ως προς αυτό η ανωτέρω δήλωση αποποιήσεως, εκλαμβάνει τους ενάγοντες (πλην της πρώτης που εγκύρως αποποιήθηκε για λογαριασμό της), νομίμους κληρονόμους του θανόντος ..., μη αποποιηθέντες εγκύρως την κληρονομία αυτού, για χρέη προς το Δημόσιο ύψους κατά κεφάλαιο 108.594,28 ευρώ, και ακολούθως προέβη σε έκδοση της με αριθμό …/61/25.1.2016 ατομικής ειδοποίησης ληξιπροθέσμων χρεών σε βάρος της δεύτερης εξ αυτών, ..., η οποία είχε ήδη κατά το χρόνο εκείνο ενηλικιωθεί για ποσό 212.637,96 ευρώ. Ωστόσο, την τυχόν ακυρότητα της προαναφερόμενης με αριθμό πρωτ. …/31.1.2011 δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομίας, δεν δύναται να την προτείνει το δεύτερο εναγόμενο, δεδομένου ότι αυτήν μπορεί να την επικαλεστούν μόνο οι ίδιοι ενάγοντες και τυχόν καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών, ενώ τούτη παράγει όλα τα εκ του νόμου αποτελέσματα αυτής έναντι τρίτων, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε περί της έννοιας της σχετικής ακυρότητας. Επιπλέον από την άσκηση και υποστήριξη περαιτέρω της κρινόμενης αγωγής συνάγεται συναίνεση των εναγόντων στην άκυρη δικαιοπραξία αλλά και παραίτηση τούτων από το δικαίωμα τους να επικαλεσθούν την ακυρότητα της, γεγονός που αίρει και την όποια αβεβαιότητα μπορεί να προκύπτει λόγω του δικαιώματός τους να επικαλεσθούν οι ίδιοι τη σχετική αυτή ακυρότητα. Επομένως έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, που δεν δικαιούται να επικαλεσθεί την ακυρότητα, η δήλωση αυτή παράγει όλα τα αποτελέσματά της και οι ενάγοντες δεν φέρουν την ιδιότητα του κληρονόμου του αποβιώσαντος ... του ....-
Επισημαίνεται ότι με την ασκηθείσα έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αμφισβητείται η ορθότητα των ανωτέρω παραδοχών και συγκεκριμένα ότι η ακυρότητα της αποποιήσεως που έγινε για λογαριασμό των ανηλίκων τότε τέκνων της 1ης ενάγουσας είναι σχετική, δυνάμενη να προβληθεί μόνο από τη μητέρα, τους ανηλίκους και τους τυχόν καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τούτων και όχι από τους τρίτους δανειστές του κληρονομούμενου, όπως οι εναγόμενοι, με συνέπεια ως προς αυτούς οι ενάγοντες να μη φέρουν την ιδιότητα του κληρονόμου και να μην οφείλουν τα προαναφερόμενα ποσά, αλλά ισχυρίζεται με τον 2ο λόγο της εφέσεώς του ότι τούτο (το εκκαλούν) δικαιούται «πλαγιαστικώς» να ασκήσει το σχετικό δικαίωμα τους να επιδιώξουν δικαστικώς την αναγνώριση της ακυρότητας της γενόμενης για λογαριασμό τους δηλώσεως αποποιήσεως, λόγω ελλείψεως της σχετικής προς τούτο άδειας του Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός ωστόσο, ο οποίος για πρώτη φορά μάλιστα προβάλλεται από το εκκαλούν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ ο πλαγιαστικώς ενάγων ασκεί κατά τρίτου περιουσιακό, μη προσωποπαγές δικαίωμα που έχει κατά του τρίτου ο δικός του οφειλέτης, ο οποίος αδρανεί να το ασκήσει. Εν προκειμένω το εκκαλούν με το σχετικό λόγος εφέσεως ισχυρίζεται ότι ασκεί «πλαγιαστικώς» κατ’ ένσταση το δικαίωμα των ανηλίκων να ζητήσουν την αναγνώριση της ακυρότητας της αποποιήσεως ώστε να αναγνωριστούν κληρονόμοι του οφειλέτη τους και να μπορεί να στραφεί κατ’ αυτών προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του κατά του κληρονομουμένου. Επομένως δεν συντρέχει καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ προκειμένου να μπορεί να ασκηθεί πλαγιαστική αγωγή. Ούτε δανειστές κάποιου τρίτου είναι οι εφεσίβλητοι που αδρανούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους κατ’ αυτού, ενώ και το δικαίωμα για αποποίηση της κληρονομίας είναι προσωποπαγές μη δυνάμενο να ασκηθεί πλαγιαστικώς. Εξάλλου το Δημόσιο δεν δικαιούται να προβάλει ευθέως κατά των προσώπων υπέρ των οποίων έχει θεσπισθεί η σχετική ακυρότητα της δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομίας, την ακυρότητα αυτής, λόγω ρητής επιταγής του άρθρου 1528 ΑΚ, που προβλέπει ότι η ακυρότητα τούτη είναι σχετική. Συνεπώς, κατά μείζονα λόγο δεν θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα που δεν του παρέχεται από το νόμο ευθέως «πλαγιαστικώς”, παρακάμπτοντας το σκοπό του νόμου που είναι η τήρηση των σχετικών διατυπώσεων που αφορούν την εγκυρότητα της αποποιήσεως μόνο για το συμφέρον των ανηλίκων. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή είναι ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της οφειλής των εναγόντων προς το δεύτερο εναγόμενο λόγω της εγκυρότητας της με αριθμό πρωτ. …/31.1.2011 δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως που έκρινε ότι είναι έγκυρη η δήλωση αποποιήσεως κληρονομίας ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις . Τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό 2ο λόγο της υπό κρίση εφέσεως τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα.-
Συνεπώς, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή, της οποίας το περιεχόμενο ορθά εκτιμήθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, τυγχάνει βάσιμη από ουσιαστική άποψη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα με την εκκαλουμένη απόφαση δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει το εκκαλούν με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του.-
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και μετά την απόρριψη των λόγων εφέσεως, η κρινόμενη έφεση που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του εκκαλούντος, το οποίο ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. θ` ν. 4387/2016 (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/8.12.1992 κοινής αποφ. των Υπουργών Οικονομικών και Δικ/νης, όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων την 12.12.2019 και υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου …/16.12.2019 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1061/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Τακτικής Διαδικασίας).-
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την παραπάνω έφεση.-
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, και αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο Ηράκλειο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2023, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιών τους δικηγόρων.-
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ