ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣτΕ 1508/2023 Λαθρεμπορία - Επιβολή πολλαπλών τελών - Αρχή ne bis in idem - Δέσμευση διοικητικού δικαστηρίου από καταδικαστική απόφαση - Υποχρέωση εκφοράς αυτοτελούς κρίσης σε περίπτωση θεώρησης της επιβληθείσας ποινής ως εμφανώς ελαφριάς

Αριθμός:
1508
Έτος:
2023
Τμήμα Δικαστηρίου:
Σύνθεση:
Ημ. Δημοσίευσης:
04/09/2023
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
NB DAILY,
Αρ. Λέξεων:
5260
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Η συζητούμενη υπόθεση αφορά την αναίρεση διοικητικής απόφασης σχετικά με περιπτώσεις λαθρεμπορίας που αφορούν την κατοχή και διάθεση προς πώληση πολυτελών αυτοκινήτων με παραποιημένους αριθμούς πλαισίου και κινητήρα. Μετά από έρευνα και επιθεώρηση, διαπιστώθηκε ότι τα εν λόγω οχήματα είχαν υποστεί παρέμβαση και αλλοίωση στα στοιχεία τους, καταλήγοντας στην εκδήλωση πράξεων λαθρεμπορίας. Η ποινική δίωξη που ακολούθησε κατέληξε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για λαθρεμπορία, με την επιβολή ποινής φυλάκισης δύο ετών και χρηματικής ποινής, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή ύψους 10 ευρώ ημερησίως. Ακολούθησαν διοικητικές προσφυγές κατά των πράξεων της Διευθύντριας του Τελωνείου Ηρακλείου, με τις οποίες είχαν επιβληθεί πολλαπλά τέλη λόγω των διαπιστωθέντων παραβάσεων. Το Διοικητικό Εφετείο Χανίων, επικαλούμενο την απόφαση 1887/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ήταν εμφανώς ελαφριά σε σχέση με τη σοβαρότητα των παραβάσεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μη δέσμευση του δικαστηρίου από την ποινική κρίση και την εκ νέου εξέταση της υπόθεσης ως προς την επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Η κρίση του δικαστηρίου που αναιρείται προβάλλεται ότι παραβιάζει την αρχή ne bis in idem, η οποία απαγορεύει τη δίωξη ή την τιμωρία ενός ατόμου περισσότερες από μία φορές για την ίδια πράξη. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, εξετάζοντας την υπόθεση, κρίνει ότι η επιβληθείσα ποινή από το ποινικό δικαστήριο θεωρήθηκε ελαφριά υπό το πρίσμα των συνθηκών και της σοβαρότητας των παραβάσεων, επισημαίνοντας ότι το διοικητικό εφετείο έπρεπε να εκφέρει αυτοτελή κρίση στην υπόθεση, χωρίς να δεσμεύεται από την ποινική καταδίκη, αλλά παράλληλα να λάβει υπόψη της την ποινική απόφαση. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση αναιρέσεως γίνεται εν μέρει δεκτή, αναιρείται η απόφαση του διοικητικού εφετείου, και η υπόθεση παραπέμπεται για νέα κρίση.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 1508/2023
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2023, με την εξής σύνθεση: Κωνσταντίνος Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βικτωρία Πλαπούτα, Αγορίτσα Σδράκα, Σύμβουλοι, Αγγελική Χαϊδά, Νικόλαος Νικολάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Στέλλα Μάναλη.
Για να δικάσει την από 28 Ιουνίου 2020 αίτηση:
του ... του …, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Εμμανουήλ Βοργιά (Α.Μ. 943 Δ.Σ. Ηρακλείου), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τη Γεωργία Μπουρδάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και η οποία κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 500/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Νικολάου Νικολάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής …).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 500/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, εκδοθείσας μετά την 114/2018 αναβλητική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά των …/22.9.2016 και …/22.9.2016 πράξεων της Διευθύντριας του Τελωνείου Ηρακλείου. Με τις πράξεις αυτές ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί συνυπαίτιος των αναφερόμενων σε αυτές λαθρεμπορικών παραβάσεων και είχαν επιβληθεί σε βάρος του πολλαπλά τέλη, κατ’ άρθρο 150 παρ. 1 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ETK- ν. 2960/2001), ύψους 177.103,50 ευρώ και 134.955 ευρώ, αντίστοιχα, και, επιπλέον, είχε κηρυχθεί αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των επιβληθέντων με τις εν λόγω πράξεις πολλαπλών τελών, ύψους 354.207 και 269.910 ευρώ, αντίστοιχα.
3. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), προκειμένου να ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με χρηματικό αντικείμενο απαιτείται, σωρευτικώς, αφενός μεν το ποσό της διαφοράς να μην υπολείπεται του κατώτατου νόμιμου ορίου των 40.000 ευρώ, αφετέρου, να προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, με ειδικούς ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλομένους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 2673/2022, 280/2022, 1653/2021 κ.ά.).
4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, ως εκ του χρόνου άσκησής της, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) για το παραδεκτό των ασκουμένων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεων αναιρέσεως.
5. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄97), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 129 αυτού (Α΄ 240/22.12.2016) και έχει πεδίο εφαρμογής ratione temporis στις υποθέσεις, οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου μετά την 22.12.2016 (ΣτΕ 926/2023, 635/2021, 951/2018 επταμ. κ.ά.), ορίζεται ότι “[τ]α δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης». Στην αιτιολογική Έκθεση επί του σχεδίου του ν. 4446/2016, αναφέρεται σχετικά με τη θέσπιση του ανωτέρω άρθρου 17 ότι “[...] τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου η δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από τις αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να επεκταθεί πέραν από τις καταδικαστικές και στις αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και στα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα που έχουν καταστεί αμετάκλητα (βλ. και απόφαση ΕΔΔΑ της 13.7.2010, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας)».
6. Επειδή, με την ΣτΕ 1887/2018 επταμ. κρίθηκαν τα εξής: «4. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89) 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Π.Π.) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει ότι: “Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού”. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά [...]. Ειδικότερα, η δεύτερη διαδικασία πρέπει να αφορά στο ίδιο ιστορικό γεγονός με την πρώτη [...], ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κύρωσης [...], ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.6.2009, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος της 30.4.2015, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος της 9.6.2016 και Α και Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική ή τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ' ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία. Εξάλλου, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής, Χάρτης) ορίζει, στο άρθρο 50, ότι “Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική [αμετάκλητη] απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο” και, στο άρθρο 52 παρ. 1, ότι “1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων”. Οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ [...], λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι (α) κατά το άρθρο 50 του Χάρτη, ο “ποινικός” χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων εκτιμάται βάσει κριτηρίων παρόμοιων με τα κριτήρια Engel που έχει υιοθετήσει το ΕΔΔΑ και, κατ' ακολουθίαν, έχουν «ποινική» φύση διοικητικά πρόστιμα (όπως το ένδικο πολλαπλό τέλος), σημαντικού ύψους, που επιβάλλονται για την καταστολή παραβάσεων της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας [...] και (β) κατά τα ανωτέρω άρθρα του Χάρτη, η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή τέτοιου (“ποινικής” φύσης) διοικητικού προστίμου βαίνει, καταρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της καταπολέμησης της δασμοφοροδιαφυγής και της είσπραξης των οφειλόμενων φόρων ή/και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση [...] είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκε ποινή δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό [...], λαμβανομένου υπόψη ότι ο αποκλεισμός της σώρευσης ποινικής και διοικητικής (δίωξης και) κύρωσης, δυνάμει της ενωσιακής αρχής ne bis in idem, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κύρωση που επιβλήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης αμετακλήτως περατωθείσας διαδικασίας (σε υπόθεση όπως η παρούσα, η ποινική) είναι αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική [...]. Πράγματι, όπως έχει ήδη κριθεί με τις αποφάσεις 1102-1104/2018 της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, η αναγόμενη στο δημόσιο συμφέρον ανάγκη να προαχθεί η πρόληψη και η καταστολή των σχετικών παραβάσεων (ιδίως, δε, των πλέον σοβαρών) συνιστά θεμιτό λόγο περιορισμού της κανονιστικής εμβέλειας της απαγόρευσης ne bis in idem, τόσο κατά την ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από την ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ, όσο και κατά το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, όπως έχει ερμηνευθεί από τη μείζονα σύνθεση του ΔΕΕ […] και μπορεί να δικαιολογήσει τη σώρευση ποινικής και διοικητικής δίωξης και κύρωσης για την ίδια παράβαση της τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας […], ενόψει και της απορρέουσας από το ενωσιακό δίκαιο υποχρέωσης των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις για παραβάσεις της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας ή των ενωσιακών κανόνων περί ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης […]. 5. […] 6. Επειδή, η προβλεπόμενη από τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρθρα 150 και 155) διοικητική κύρωση του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, η οποία, ενόψει του κατασταλτικού σκοπού της και της βαρύτητάς της, έχει “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη [...] επιβάλλεται παράλληλα με την οριζόμενη στον ίδιο Κώδικα (άρθρο 157) stricto sensu ποινική κύρωση για το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Οι κυρώσεις αυτές κατατείνουν στην ικανοποίηση κοινών σκοπών, ήτοι στην αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον παραβάσεων λαθρεμπορίας (προς εξασφάλιση του δημοσιονομικού συμφέροντος του Κράτους και της τήρησης της ισότητας ενώπιον των φορολογικών βαρών, δια της πληρωμής/είσπραξης των οικείων φόρων) όσο και στον κολασμό του παραβάτη [...], και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράς που αποδίδεται στον εκάστοτε υπαίτιο [...]. 7. [...]. 8. Επειδή, η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπίστωσης των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στο νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοίκησης, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος [...]. Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσης, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από τη φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Πάντως, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβήτησης της νομιμότητας των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στο δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στο νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού αυτής, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσης της ουσίας της υπόθεσης από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει, για λόγους αναγόμενους στην ουσία (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διαπίστωση περί παραγραφής της σχετικής αξιώσεως του Δημοσίου [...]), ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική (του φόρου ή/και συναφούς προστίμου) πράξη της Διοίκησης [...]. Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις ναι μεν έχουν την παραπάνω έννοια, καθώς και την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης κωλύεται να εξαρτήσει την άσκηση των ως άνω εξουσιών της Διοίκησης ή/και της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων για επίλυση των σχετικών διαφορών από την προηγούμενη ποινική καταδίκη του φορολογούμενου για το αντίστοιχα προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής ή λαθρεμπορίας, αλλά, πάντως, σε περίπτωση που προβλέπονται για την ίδια παραβατική συμπεριφορά τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις, δεν αποκλείουν τη θέσπιση και την εφαρμογή διατάξεων νόμου (όπως εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) από τις οποίες να προκύπτει επίδραση της αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας και δίκης περί φοροδιαφυγής/λαθρεμπορίας στην αντίστοιχη διοικητική διαδικασία και δίκη [...]. Πάντως, τέτοιες διατάξεις, στο μέτρο που προβλέπουν δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από τις κρίσεις του ποινικού δικαστή, όσον αφορά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η ποινική διαδικασία περί φοροδιαφυγής- λαθρεμπορίας προϋποθέτει, κατά το Σύνταγμα, την έκδοση σχετικής διοικητικής καταλογιστικής πράξης, εξοπλισμένης με το τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο μπορεί να ανατραπεί (εν όλω ή εν μέρει) μόνον μέσω της ακύρωσης ή της τροποποίησής της από τον διοικητικό δικαστή, που είναι, κατά το Σύνταγμα, ο “φυσικός” δικαστής του ελέγχου του νόμω και ουσία βασίμου της [...]. 9. Επειδή, η [...] διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ, ερμηνευόμενη (στενά) υπό το πρίσμα όσων έγιναν δεκτά στις σκέψεις 4, 6 και 8, έχει την έννοια ότι (α) το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, μόνον αν η ποινική απόφαση αφορά στην ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση, και (β) η παραγόμενη δέσμευση αφορά στην “ενοχή” του προσφεύγοντος, ήτοι στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του [...]. Επομένως, στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς από την επιβολή στον προσφεύγοντα πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας (που, κατά τα προεκτεθέντα, έχει “ποινικό” χαρακτήρα), η αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, για την ίδια λαθρεμπορική παράβαση, παράγει δέσμευση όσον αφορά τη νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του πολλαπλού τέλους (καθώς και τη νομιμότητα της τυχόν κήρυξής του ως συνυπεύθυνου για την πληρωμή του συνολικού ποσού των επιβληθέντων πολλαπλών τελών), υπό την έννοια ότι οδηγεί στην ακύρωση από το διοικητικό δικαστήριο της πράξης καταλογισμού στον προσφεύγοντα του πολλαπλού τέλους (καθώς και της προαναφερόμενης συνευθύνης του), ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, αλλά και τις απαιτήσεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΕ [...], αντίθετη δε ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία το διοικητικό δικαστήριο, ακολουθώντας την ποινική κρίση, επικυρώνει τον γενόμενο από τη Διοίκηση καταλογισμό της παράβασης και του συναφούς πολλαπλού τέλους, θα ήταν κατ' αρχήν ασύμβατη με την απαγόρευση ne bis in idem. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4, η ως άνω δέσμευση, που καταλήγει στο προαναφερόμενο αποτέλεσμα (ακύρωση της πράξης επιβολής του πολλαπλού τέλους), παράγεται υπό την προϋπόθεση ότι η αμετακλήτως επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση, αυτοτελώς ορώμενη, είναι αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη της σοβαρότητας της παράβασης (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσής της). Ο διοικητικός δικαστής εξετάζει εάν η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση πληροί την προαναφερόμενη απαίτηση λαμβάνοντας υπόψη του, ιδίως, εάν η επιβληθείσα ποινή κινείται στα κατώτατα όρια της προβλεπόμενης στο νόμο, παρά τη σοβαρότητα της καταλογισθείσας παράβασης (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών διάπραξής της), εάν επιβλήθηκε με αναστολή, καθώς και εάν είναι πολύ ελαφρύτερη της μεταγενεστέρως ορισθείσας στο νόμο ελάχιστης ποινής για παραβάσεις φοροδιαφυγής/λαθρεμπορίας ανάλογης σοβαρότητας, στοιχείο από το οποίο προκύπτει με σαφήνεια μεταβολή επί το αυστηρότερο της εκτίμησης του νομοθέτη ως προς την ποινή που είναι πρόσφορη και αναγκαία για την αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή των σχετικών παραβάσεων, έστω κι αν η ποινή αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναδρομικά επί παραβάσεων που τελέσθηκαν πριν από τη θέσπιση της νέας, επαχθέστερης για τους παραβάτες, νομοθετικής ρύθμισης. Περαιτέρω, εάν θεωρήσει ότι η αμετακλήτως καταγνωσθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά σε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση, ώστε να μην πληρούται η προαναφερόμενη προϋπόθεση, ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται από την αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση και, συνεπώς, δεν τερματίζει την ενώπιόν του διαδικασία, ακυρώνοντας τη διοικητική πράξη περί επιβολής πολλαπλών τελών, αλλά, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, το “φυσικό” δικαστή των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας, εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση επί της υπόθεσης, χωρίς να δεσμεύεται από τις οικείες αμετάκλητες (νομικές και ουσιαστικές) εκτιμήσεις του ποινικού δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να κρίνει τη διαφορά (συμπεριλαμβανομένων των λόγων προσφυγής με τους οποίους αμφισβητούνται τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη διάπραξη της παράβασης ή το προσήκον ύψος του πολλαπλού τέλους [...], το οποίο μπορεί να επιμετρηθεί/μεταρρυθμιστεί από το διοικητικό δικαστήριο εντός των ορίων που διαγράφει η τελωνειακή νομοθεσία), ο διοικητικός δικαστής ναι μεν βασίζεται στην ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία, η οποία διέπεται από διαφορετικούς κανόνες (βλ. άρθρα 144 επ. του ΚΔΔ) σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική (βλ. άρθρα 177 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη χρήση, τη σημασία και το περιεχόμενο του μέσου της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο [...], αλλά, πάντως, υποχρεούται να συνεκτιμήσει ειδικώς την καταδικαστική ποινική απόφαση, όσον αφορά τις κρίσεις της περί της στοιχειοθέτησης της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, όπως, άλλωστε, οφείλει να πράττει και σε σχέση με τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, όταν κρίνει για τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης περί επιβολής των φόρων και δασμών που αντιστοιχούν στην διαπιστωθείσα από τη φορολογική Διοίκηση παράβαση λαθρεμπορίας [...]».
7. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Έπειτα από πληροφορίες της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ηρακλείου ότι ο αναιρεσείων κατείχε και διέθετε προς πώληση πολυτελή αυτοκίνητα με παραποιημένους αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του και στον χώρο στάθμευσης του Ξενοδοχείου «...», στον οποίο βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, τα με αριθμούς κυκλοφορίας ... και πλαισίου ... αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES S320 τύπου SEDAN, χρώματος ασημί, και ... και πλαισίου ... αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES ML 270 CDI, τύπου JEEP, τα οποία, κατά το από 26.9.2002 διαβιβαστικό έγγραφο της Ασφάλειας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, ο αναιρεσείων μαζί με τον ... επεδείκνυαν σε υποψήφιους αγοραστές. Σύμφωνα με την από 27.9.2002 Έκθεση Επιθεώρησης Οχημάτων του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης ΚΤΕΟ Ν. Ηρακλείου, όπου εξετάστηκαν, τα αυτοκίνητα είχαν υποστεί σοβαρή παρέμβαση και αλλοίωση- παραποίηση των στοιχείων των αριθμών πλαισίου τους και είχαν καταστεί, πλέον, και εμφανίζονταν διαφορετικά από αυτά που κατασκευάστηκαν και είχαν ταξινομηθεί και απογραφεί από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών, το πρώτο, και την αντίστοιχη αρμόδια Υπηρεσία του Βελγίου, το δεύτερο. Ειδικότερα, το όχημα στο οποίο είχε χορηγηθεί ο Αριθμός κυκλοφορίας ... ήταν, σύμφωνα με τα αρχεία της Υπηρεσίας Μεταφορών, ένα ταξί παλαιάς τεχνολογίας κατασκευής 1983, ενώ το όχημα που τον έφερε ήταν κατασκευής 2000, η δε βελγική άδεια κυκλοφορίας του οχήματος με αριθμό ... εκτιμήθηκε ότι δεν είναι γνήσια και δεν εκδόθηκε νόμιμα, καθώς και ότι απαιτούνταν περαιτέρω έρευνα για τη διαπίστωση της ταυτότητάς του. Ακολούθως, με το από 8.10.2002 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ηρακλείου, στο οποίο διαλαμβάνονται ενδελεχώς οι ανωτέρω διαπιστώσεις περί της αλλοίωσης των στοιχείων τους, τα οχήματα απεστάλησαν για φύλαξη στο Τελωνείο Ηρακλείου. Το τελευταίο, κατ’ επίκληση του ως άνω εγγράφου της Ασφάλειας, εξέδωσε τα από 8.5.2003 πρωτόκολλα τελωνειακής παράβασης και προσωρινής συντηρητικής δέσμευσης αυτοκινήτου, με τα οποία διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις των άρθρων 129 και 130 του ΕΤΚ για την εισαγωγή και κυκλοφορία των επίμαχων οχημάτων και ότι οι παραλείψεις αυτές συνιστούν απλές τελωνειακές παραβάσεις του άρθρου 137 παρ. 1 του ΕΤΚ για κάθε όχημα. Στη συνέχεια, και με βάση τα στοιχεία των αυτοκινήτων που της διαβίβασε το Τελωνείο Ηρακλείου, η Διεύθυνση Προσδιορισμού Αξίας Εμπορευμάτων (ΔΙΠΑΕ) Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών προσδιόρισε τη δασμολογητέα αξία του μεν οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ... σε 30.000, του δε οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ... σε 22.000 ευρώ, με βάση δε τις αξίες αυτές το Τελωνείο προχώρησε στον προσδιορισμό των δασμών που ανήλθαν σε 118.069 ευρώ για το πρώτο και 87.970 ευρώ για το δεύτερο όχημα (… και ../9.2.2004 έγγραφα της ΔΙΠΑΕ). Κατόπιν αυτών, εκδόθηκαν οι …/5.11.2004 και …/5.11.2004 πράξεις της Διευθύντριας του Τελωνείου Ηρακλείου, με τις οποίες οι ανωτέρω παραβάσεις χαρακτηρίστηκαν ως λαθρεμπορία, κατ’ επίκληση όσων περί των αλλοιώσεων και παραποιήσεων στους αριθμούς πλαισίου των οχημάτων διαλαμβάνονται στην προαναφερθείσα Έκθεση επιθεώρησης οχημάτων του ΚΤΕΟ Ηρακλείου, και επιβλήθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος και του ..., κατ’ επιμερισμό σε καθέναν, το ήμισυ, των πολλαπλών τελών του άρθρου 150 παρ. 1 του ΕΤΚ (σε ύψος τριπλάσιο των αναλογουσών στα ανωτέρω αυτοκίνητα δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων), ποσών, αντιστοίχως, (118.069 Χ 3 = 354.207 : 2)= 177.103,50 ευρώ για το πρώτο όχημα (πράξη …/5.11.2004) και (89.970 Χ 3= 269.910 : 2)= 134.955 ευρώ για το δεύτερο (πράξη …/5.11.2004). Με τις ίδιες πράξεις οι ανωτέρω κηρύχθηκαν αλληλεγγύως υπόχρεοι για την καταβολή του συνόλου των επιβληθέντων πολλαπλών τελών. Με την .../2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της λαθρεμπορίας σε σχέση με την κατοχή εκ μέρους του διαφόρων οχημάτων, περιλαμβανομένων των δύο ως άνω με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ..., τα οποία, κατά την ποινική απόφαση, έφεραν παραποιημένους αριθμούς πλαισίου με σκοπό να στερήσουν το Δημόσιο από δασμούς, τέλη και φόρους συνολικού ύψους 118.069 και 87.970 ευρώ, αντίστοιχα, και καταδικάστηκε, για το σύνολο της ανωτέρω δραστηριότητάς του, σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και χρηματική ποινή 600 ευρώ, χωρίς αναστολή, η δε ποινή φυλάκισης μετατράπηκε σε χρηματική ποινή ύψους 10 ευρώ ημερησίως. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων δεν άσκησε ένδικα μέσα, σύμφωνα με την από 21.6.2017 βεβαίωση της γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Κρήτης. Με τις 489 και 490/2013 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, εκδοθείσες κατόπιν προσφυγών του αναιρεσείοντος, ακυρώθηκαν οι ανωτέρω πράξεις της Διευθύντριας του Τελωνείου Ηρακλείου λόγω μη προσήκουσας κλήσης του προς απολογία πριν από την έκδοσή τους, η δε υπόθεση αναπέμφθηκε στη Διοίκηση για την τήρηση του τύπου αυτού. Κατόπιν νέας κλήσης του αναιρεσείοντος και της υποβολής από αυτόν απολογητικού υπομνήματος, εκδόθηκαν οι ως άνω …/5.11.2004 και …/5.11.2004 πράξεις με περιεχόμενο ταυτόσημο με τις προηγούμενες. Προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά των πράξεων αυτών απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, επικαλούμενο την 1887/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη ότι ο αναιρεσείων κρίθηκε, με την .../2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ένοχος για συμμετοχή σε σοβαρή, ενόψει του ύψους των διαφυγουσών φορολογικών επιβαρύνσεων (συνολικού ποσού 208.039‬ ευρώ), λαθρεμπορική παράβαση, για την οποία καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή 600 ευρώ και φυλάκιση δύο ετών χωρίς αναστολή, η οποία μετατράπηκε σε 10 ευρώ ημερησίως (ήτοι 730 ημέρες Χ 10= 7.300 ευρώ), η ποινή δε αυτή ευρίσκεται περίπου στο μέσον της προβλεπόμενης (1 έως 5 έτη) από το άρθρο 157 παρ. 1 εδ. β΄ του ΕΤΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης της επίδικης παράβασης, για λαθρεμπορικές παραβάσεις όπως η επίδικη, με ύψος διαφυγουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων άνω των 30.000 ευρώ, έκρινε ότι η ως άνω αμετάκλητη ποινή παρίσταται εμφανώς ελαφριά σε σχέση με τα ανωτέρω δεδομένα, ώστε, αυτοτελώς ορώμενη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ικανή να καταστείλει κατά τρόπο αποτρεπτικό, αποτελεσματικό και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας τις επίμαχες, σοβαρές διοικητικές παραβάσεις της λαθρεμπορίας που του αποδόθηκαν. Το ανωτέρω συμπέρασμα επιρρωνύεται, κατά το δικάσαν διοικητικό εφετείο, από το γεγονός ότι με την επιγενόμενη της καταδίκης τροποποίηση του άρθρου 157 παρ. 1 του ΕΤΚ με το άρθρο 77 παρ. 4 περ. γ του ν. 3842/2010, το αδίκημα της λαθρεμπορίας τιμωρείται με κάθειρξη, δηλαδή με ποινή στερητική της ελευθερίας από 5 έως 20 έτη, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ. Η εν λόγω νέα διάταξη εκφράζει, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προδήλως μεταβολή επί το αυστηρότερο των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς το πρόσφορο, αναγκαίο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας πλαίσιο ποινών για την αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή των παραβάσεων λαθρεμπορίας. Με βάση τα ανωτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι δεν δεσμεύεται, σε σχέση με τη νομιμότητα των καταλογιστικών πράξεων, από την ανωτέρω αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση σε βάρος του προσφεύγοντος για την επίδικη λαθρεμπορική παράβαση. Ακολούθως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δεσμεύεται από την ως άνω αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, λόγω του δεδικασμένου που παράγει, ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος σχετικά με τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν με την επίμαχες καταλογιστικές πράξεις. Με το σκεπτικό δε αυτό, έκρινε, περαιτέρω, ότι είναι απορριπτέοι, χωρίς περαιτέρω έρευνα όλοι οι ισχυρισμοί της προσφυγής του αναιρεσείοντος σχετικά με τη μη πραγματοποίηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της λαθρεμπορίας και, ειδικότερα, οι ισχυρισμοί που αφορούν τη μη κατοχή εκ μέρους του των ανωτέρω αυτοκινήτων ή τις παραποιήσεις και αλλοιώσεις των αριθμών πλαισίων τους, για τις οποίες ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε από το ποινικό δικαστήριο, καθόσον το ποινικό δικαστήριο έκρινε αμετάκλητα ότι ο ίδιος κατείχε τα αυτοκίνητα με τους παραποιημένους αριθμούς πλαισίου έχοντας σκοπό να αποστερήσει το Δημόσιο από δασμούς τέλη και φόρους και ζημιώνοντάς το εν τέλει κατά τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά. Τέλος, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους προσφυγής περί υπολογισμού των πολλαπλών τελών κατά παραβίαση των αρχών της αναδρομικής ισχύος της ευμενέστερης κύρωσης και της αναλογικότητας.
8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, κατά την οποία η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο ποινή παρίσταται εμφανώς ελαφριά, παραβιάζει την αρχή ne bis in idem, διότι έχει εξενεχθεί κατά πλημμελή εφαρμογή των τριών κριτηρίων που τέθηκαν με την ΣτΕ 1887/2018 επταμ. προκειμένου για τον χαρακτηρισμό της ποινικής κύρωσης ως αποτελεσματικής, αποτρεπτικής και ανάλογης της σοβαρότητας της παράβασης και, κατ’ επέκταση, για την μη επιβολή και διοικητικής κύρωσης για την ίδια λαθρεμπορική παράβαση. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο βασίστηκε μόνο στο τρίτο κριτήριο της μεταγενέστερης αυστηροποίησης του πλαισίου ποινών για τη λαθρεμπορία παραβλέποντας τη μη συνδρομή του κριτηρίου της επιβολής της ποινής με αναστολή και εφαρμόζοντας πλημμελώς το κριτήριο της βαρύτητας της επιβληθείσας ποινής, η οποία δεν κινείτο εν προκειμένω στα κατώτατα όρια άλλα στο μέσο του φάσματος των δυνάμεων να επιβληθούν σε βάρος του ετών φυλάκισης. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου επί του τιθέμενου με αυτόν νομικού ζητήματος είναι αντίθετη προς τα κριθέντα με την ΣτΕ 1887/2018. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος και ο υπό εξέταση λόγος προβάλλεται απαραδέκτως, δεδομένου ότι, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, επικαλούμενο την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου και σε συμφωνία με αυτή, εξέφερε την κρίση του περί εμφανώς ελαφριάς κύρωσης κατόπιν συνεκτίμησης και των τριών, παρατιθέμενων στη σκέψη 6, κριτηρίων που έχουν τεθεί με την απόφαση αυτή, και απόδοσης μεγαλύτερης βαρύτητας σε δύο από αυτά, δηλαδή στο ότι η ποινή της φυλάκισης δύο ετών α) κινείται, κατ’ ουσίαν, στα κατώτατα όρια, ενόψει του ότι η μέγιστη δυνάμενη να επιβληθεί ποινή φυλάκισης ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, σε πέντε έτη, και β) είναι πολύ ελαφρύτερη της μεταγενεστέρως ορισθείσας στον νόμο ελάχιστης ποινής κάθειρξης πέντε ετών για λαθρεμπορική παράβαση ανάλογης σοβαρότητας (λαθρεμπορία που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ). Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έλαβε, συναφώς, υπόψη του, σε συμφωνία με τη διαλαμβανόμενη στη ΣτΕ 1887/2018 κρίση περί ενδεικτικής απαρίθμησης των κριτηρίων χαρακτηρισμού μιας ποινής ως αποτελεσματικής, αποτρεπτικής και ανάλογης της σοβαρότητας της παράβασης, και το, θεμιτό καταρχήν, κριτήριο της υποχρεωτικής κατ’ άρθρο 82 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα (π.δ. 283/1985, Α΄ 106, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ., υποπαρ. ΙΓ.1. περ. 1 του ν. 4093/2012, Α΄ 222) μετατροπής της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος προβάλλεται απαραδέκτως κατά το μέρος που με αυτόν αμφισβητείται, αφενός, η ουσιαστική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου σχετικά με το κατά πόσο η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο ποινή κινείται στα κατώτατα όρια και πλήσσεται, αφετέρου, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης ως προς τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα από τα ως άνω κριτήρια (πρβλ. ΣτΕ 2065/2021).
9. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, κατά την οποία αυτό δεσμεύεται, δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από το δεδικασμένο που παράγει η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και ότι, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέοι χωρίς περαιτέρω έρευνα όλοι οι ισχυρισμοί της προσφυγής με τους οποίους αμφισβητείται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της λαθρεμπορίας, έχει εξενεχθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία της ως άνω διάταξης, ορώμενης υπό το πρίσμα της αρχής ne bis in idem, δεδομένου ότι η μη δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από την απόφαση του ποινικού λόγω εμφανώς ελαφριάς ποινής, η οποία επιτρέπει τη σωρευτική επιβολή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, υποχρεώνει τον διοικητικό δικαστή να εκφέρει αυτοτελή κρίση ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας, όπως κρίθηκε με την ΣτΕ 1887/2018 επταμ. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου επί του τιθέμενου με αυτόν νομικού ζητήματος είναι αντίθετη προς τα κριθέντα με την ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτώς, είναι δε και βάσιμος. Και τούτο διότι, εφόσον η επιβληθείσα με την .../2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης ποινή σε βάρος του αναιρεσείοντος κρίθηκε ως εμφανώς ελαφριά από το δικάσαν διοικητικό εφετείο, το τελευταίο όφειλε, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά με την ΣτΕ 1887/2018 επταμ. και εκτίθενται στη σκέψη 6, να εκφέρει ιδία και αυτοτελή κρίση επί της υπόθεσης, χωρίς να δεσμεύεται από τις οικείες αμετάκλητες, νομικές και ουσιαστικές, εκτιμήσεις του ποινικού δικαστηρίου, υποχρεούμενο, πάντως, να συνεκτιμήσει ειδικώς την καταδικαστική ποινική απόφαση. Κατά συνέπεια, η ως άνω περί του αντίθετου κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου είναι μη νόμιμη ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β του ΚΔΔ. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως (πρβλ. ΣτΕ 9/2021, 2198/2022).
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 500/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2023
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Κωνσταντίνος Κουσούλης Στέλλα Μάναλη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2023.
Ο Πρόεδρος του Γ´ Θερινού Τμήματος Η Γραμματέας
Κωνσταντίνος Κουσούλης Καλλιόπη Ανδρέου
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα