Η απόφαση αφορά το νομικό καθεστώς σχετικά με την κρίση της αναπηρίας από τις υγειονομικές επιτροπές του Ο.Α.Ε.Ε. και του ΚΕ.Π.Α., καθώς και τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων αυτών. Μετά την εφαρμογή του Καταστατικού του Ο.Α.Ε.Ε. από την 1η Ιανουαρίου 2006 και τις αλλαγές που επήλθαν με τη νομοθεσία που ακολούθησε, οι εν λόγω επιτροπές απέκτησαν την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφαίνονται οριστικώς για το ποσοστό υγειονομικής και ασφαλιστικής αναπηρίας των ασφαλισμένων, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση συντάξεων αναπηρίας.
Οι αποφάσεις των υγειονομικών επιτροπών πρέπει να είναι έγγραφες και ειδικώς αιτιολογημένες, ενώ οι ασφαλισμένοι έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση ενώπιον των δευτεροβάθμιων επιτροπών. Η τελική κρίση αυτών των επιτροπών είναι δεσμευτική τόσο για τα ασφαλιστικά όργανα του Ο.Α.Ε.Ε. όσο και για τα δικαστήρια, χωρίς να αφήνει περιθώριο για περαιτέρω ουσιαστική κρίση σχετικά με την αναπηρία.
Ωστόσο, όταν τα διοικητικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν περιπτώσεις όπου οι υγειονομικές επιτροπές αδυνατούν ή απέτυχαν να αιτιολογήσουν επαρκώς τις αποφάσεις τους, παρά τις προηγούμενες προδικαστικές αποφάσεις, τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να αναπέμψουν την υπόθεση πίσω στις επιτροπές για επανεξέταση ή να ακυρώσουν τις σχετικές αποφάσεις, επιστρέφοντας την υπόθεση στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας. Ειδικότερα, αν δεν δοθούν επαρκείς απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν, τα δικαστήρια μπορούν να προβούν σε ουσιαστική κρίση βασιζόμενα στα διαθέσιμα στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο νομίμως προέβη σε ουσιαστική κρίση επί της ασφαλιστικής αναπηρίας του ασφαλισμένου, εφόσον προηγήθηκαν δύο προδικαστικές αποφάσεις με συγκεκριμένα, νόμιμα κατ’ αρχήν ερωτήματα, είναι ορθή. Λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος που ανέκυψε, η υπόθεση παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση του Συμβουλίου της Επικρατείας.