Περίληψη

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας που υπηρετούν στην Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα της Ελληνικής Αστυνομίας (Ε.Κ.Α.Μ.), άσκησαν αίτηση ακυρώσεως ζητώντας την ακύρωση κοινής υπουργικής απόφασης των Αναπληρωτών Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών με την οποία, κατ’ εξουσιοδότηση, μεταξύ άλλων, της παρ. ΣΤ΄ του άρθρου 127 του Ν 4472/2017 και του άρθρου 34 του Ν 4508/2017, καθορίστηκε το ύψος, οι δικαιούχοι, οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης επιδομάτων κινδύνου που καταβάλλονται στο ένστολο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά το μέρος που καθορίσθηκε το μηνιαίο επίδομα κινδύνου, το οποίο καταβάλλεται στο προσωπικό της Ε.Κ.Α.Μ. σε ύψος κατώτερο του ήδη καταβαλλομένου σ’ αυτούς επιδόματος, καθώς και του επιδόματος κινδύνου που καθορίστηκε για τις Μονάδες Αποκατάστασης Τάξης (Μ.Α.Τ.), τους ανιχνευτές, εξουδετερωτές βομβών και εκρηκτικών μηχανισμών και τους συνοδούς σκύλων που χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση εκρηκτικών υλών και άλλων ελέγχων, κατά παράβαση, σύμφωνα με τους προβληθέντες ισχυρισμούς, της αρχής της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας και της αρχής της ισότητας. Το Δικαστήριο, αφού προέβη σε παράθεση της πάγιας νομολογίας του περί των κανόνων που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο των κανονιστικών διοικητικών πράξεων και της αρχής της ισότητας, ως νομικού κανόνα που δεσμεύει όλα τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας, παρέθεσε με πληρότητα την συνταγματική θεμελίωση της αρχής της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, η οποία εδράζεται στις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 9 Σ. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, διατύπωσε τη θέση ότι, ειδικά ως προς την κατηγορία των στε λεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, η ειδική μισθολογική αντιμετώπιση των οποίων προβλέπεται διαχρονικά και πηγάζει από τους ιδιαίτερα έντονους συνταγ ματικούς περιορισμούς που επιβάλλονται στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης των καθη κόντων τους και τη σύνδεσή τους με τη διαφύλαξη της εθνικής κυριαρχίας και άμυνας, της εσωτερικής ασφάλειας και κατα πολέμησης του εγκλήματος και γενικά την άσκηση αρμοδιοτήτων που εντάσσονται στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, ο νομοθέτης, παρότι διατηρεί την ευχέρεια να καταρτίζει νέο μισθολόγιο και να διαμορφώνει το επίπεδο των αποδοχών τους και είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να προβαίνει ακόμα και σε μείωση αυτών, εφόσον λόγοι δημοσίου συμφέροντος το επι βάλλουν, χωρίς η σχετική ουσιαστική του εκτίμηση να υπόκειται, καθεαυτήν, σε ακυρωτικό ή άλλο δικαστικό έλεγχο ως προς την ορθότητά της, υπέχει πάντως αυξημένες υποχρεώσεις τεκμηρίωσης της συγκεκριμένης επιλογής του, ιδίως εν όψει του γεγονότος ότι η μείωση αυτή αντανακλά στη λειτουργία ευαίσθητων τομέων της κρατικής δράσης. Το Δικαστήριο, στη συνέχεια, έκρινε ότι η οικεία εξουσιοδοτική διάταξη, η οποία ορίζει ρητώς ότι διατηρούνται τα ως άνω επιδόματα που προβλέπονται από άλλες ειδικές διατάξεις και εξουσιοδοτεί την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, εντός ορισμένου χρόνου, να ρυθμίσει τα ως άνω ειδικότερα θέματα χορήγησης αυτού, είναι σύμφωνη με το άρθρο 43 Σ, ως ειδική και ορισμένη και αφορώσα «ειδικότερο» ζήτημα. Ωστόσο, η διοίκηση, ενεργώντας στο πλαίσιο της ως άνω παρασχεθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, προκειμένου να προβεί στον προσδιορισμό του ύψους του επιδόματος κινδύνου του προσωπικού της Ε.Κ.Α.Μ., και μάλιστα στη μείωση αυτού, είχε αυξημένες υποχρεώσεις τεκμηρίωσης της συγκεκριμένης επιλογής, υπό το πρίσμα των επιπτώσεών της στην οφειλόμενη ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ανωτέρω προσώπων, και, συνακόλουθα, στη λειτουργία των οικείων ευαίσθητων τομέων της κρατικής δράσης, καθώς και από την άποψη σεβασμού της αρχής της ισότητας. Τέτοια όμως τεκμηρίωση, δεν προέκυψε εν προκειμένω και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που πλήσσεται με την κρινόμενη αίτηση, παραβιάζει την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη βάσει της οποίας εκδόθηκε, καθώς και τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες η εν λόγω διάταξη είναι ερμηνευτέα. Κατ’ επέκταση, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ακυρώσεως, λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας και έλλειψης ειδικότερων σχετικών σταθμίσεων από την διοίκηση.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων