Περίληψη

Δυνατότητα άσκησης δεύτερης ανακοπής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί για λόγους τυπικούς. Τμήμα της νομολογίας υποστηρίζει ότι η άσκηση δεύτερης ανακοπής είναι δυνατή κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 70 του ΚΔΔ, ενώ υπάρχει και η αντίθετη άποψη που αποκλείει τη δυνατότητα αυτή. Επί του ανωτέρω νομικού ζητήματος, το Δικαστήριο λαμβάνει θέση υπέρ της δυνατότητας ασκήσεως δεύτερης ανακοπής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί για λόγους τυπικούς, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 70 παρ. 1 του ΚΔΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 230 του ΚΔΔ. Περαιτέρω, τίθεται το ζήτημα για το εάν ασκείται παραδεκτώς δεύτερη ανακοπή πριν από την τελεσιδικία της, απορριπτικής επί της πρώτης ανακοπής, απόφασης, εφόσον η τελεσιδικία πάντως έχει επέλθει μέχρι τη συζήτηση της δεύτερης ανακοπής, και ειδικότερα όταν έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά της απόφασης αυτής. Επί αυτού του νομικού ζητήματος, το Δικαστήριο κλίνει προς το συμπέρασμα ότι η δεύτερη ανακοπή ασκείται παραδεκτώς ακόμη και πριν από την τελεσιδικία της απόφασης επί της αρχικής, εφόσον η απόφαση έχει, πάντως, καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο της συζήτησης της δεύτερης ανακοπής. Η κρινόμενη διαφορά ανήκει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ως έχουσα υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι, πράξεις της Διοίκησης, με τις οποίες παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί κοινοχρήστων πραγμάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες με τις οποίες παραχωρείται η συνολική διαχείριση και εκμετάλλευση αυτών, καθώς και εκείνες, με τις οποίες καθορίζεται χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση τέτοιου δικαιώματος, αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, διότι εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό. Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι οι «διάφοροι φόροι» του πίνακα χρεών αφορούν χρέη της «Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Ιναχωρίου», διάδοχος της οποίας φέρεται η ανακόπτουσα (δημοτική επιχείρηση του Δήμου Κισσάμου του Νομού Χανίων με την επωνυμία «Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Κισσάμου»), προς την Κτηματική Υπηρεσία Χανίων, ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης αιγιαλού και παραλίας. Για τα δύο ανωτέρω ζητήματα που ανακύπτουν στην κρινόμενη υπόθεση έχουν ήδη εκδοθεί αντιφατικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, ενώ τα ζητήματα αυτά δεν έχουν κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας και αποτελούν, εκ της φύσης τους, ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει, για λόγους ενότητας της νομολογίας και ασφάλειας δικαίου, να αναβληθεί η οριστική κρίση επί της υπόθεσης και να τεθούν προδικαστικά ερωτήματα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Διατυπώνει προς το Συμβούλιο της Επικρατείας τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: «1) Υπό το πρίσμα των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επί ανακοπής εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 του ΚΔΔ, ήτοι χωρεί παραδεκτώς η κατ’ εξαίρεση άσκηση δεύτερης ανακοπής στην περίπτωση απορρίψεως της πρώτης για λόγους τυπικούς; Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο παραπάνω ερώτημα: 2) Υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 70 παρ. 1 του ΚΔΔ έχει την έννοια ότι η δεύτερη ανακοπή ασκείται παραδεκτώς πριν από την τελεσιδικία της απόφασης που απορρίπτει την πρώτη ανακοπή για τυπικό λόγο, εφόσον η τελεσιδικία πάντως έχει επέλθει κατά τον χρόνο συζήτησης της δεύτερης ανακοπής στο δικαστήριο; Ποια η απάντηση στο ίδιο ερώτημα, στην ειδικότερη περίπτωση που η τελεσιδικία της απόφασης επέρχεται με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά αυτής;».

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων