ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣτΕ 615/2024 (7μ) (Ν 3900/2010) Πρότυπη δίκη - Κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων της φορολογικής αρχής σε νομικά πρόσωπα - Επίδοση κατά τις διατάξεις του ΚΔΔ μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η κοινοποίηση με άλλον τρόπο - Πρόταξη της ηλεκτρονικής κοινοποίησης

Αριθμός:
615
Έτος:
2024
Τμήμα Δικαστηρίου:
Σύνθεση:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
29/04/2024
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
ΔΕΕ, 7/2024, σελ. 724 - 728
ΘΠΔΔ, 12/2024, σελ. 1206 - 1211
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ, 223/2025, ψηφιακό τεύχος
Σχόλια/Παρατηρήσεις:
Δημήτριος Χαλκιάς, Δρ. Κοινωνικών Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Στέλεχος ΑΑΔΕ
Αρ. Λέξεων:
4906
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Με την απόφαση αυτή, το Συμβούλιο της Επικρατείας κλήθηκε να απαντήσει επί προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με τον νόμιμο τρόπο κοινοποίησης καταλογιστικών πράξεων της φορολογικής αρχής προς νομικά πρόσωπα. Η υπόθεση αφορά προσφυγή εταιρείας κατά απόφασης ΔΕΔ , η οποία απέρριψε ως εκπρόθεσμη την ενδικοφανή προσφυγή της κατά φορολογικών καταλογιστικών πράξεων, οι οποίες είχαν κοινοποιηθεί με θυροκόλληση στην έδρα της. Η προσφυγή πρωτοδίκως απορρίφθηκε και το Διοικητικό Εφετείο, εξετάζοντας την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, απηύθηνε προδικαστικό ερώτημα στο ΣτΕ για τη νομιμότητα της παραπάνω επίδοσης. Το άρθρο 5 παρ. 3 του ΚΦΔ προβλέπει, ότι η επίδοση καταλογιστικής πράξης σε νομικό πρόσωπο διενεργείται κατά τις διατάξεις του ΚΔΔ εφόσον δεν είναι δυνατή με άλλον τρόπο, δηλαδή, είτε ηλεκτρονικώς είτε με απόδειξη παραλαβής στην έδρα/εγκατάσταση είτε με συστημένη επιστολή. Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, η κατάταξη των τρόπων κοινοποίησης στον νόμο, σε συνδυασμό με τη γραμματική διατύπωση της διάταξης, έχει την έννοια ότι πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να προηγείται εκ του νόμου η ηλεκτρονική κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων και να έπονται οι λοιποί τρόποι κοινοποίησης. Περαιτέρω, η κατά τον ΚΔΔ κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων, εκτός του ότι συστηματικά κατατάσσεται ως ύστατη επιλογή της φορολογικής διοίκησης, αφορά τελικώς τις περιπτώσεις των επιδόσεων των άρθρων 53 και 54 ΚΔΔ, καθώς και την επίδοση δια θυροκολλήσεως (άρθρο 55 ΚΔΔ), η οποία νομίμως λαμβάνει χώρα, μόνο εφόσον προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της φορολογικής διοίκησης ότι δεν ευδοκίμησαν οι λοιποί τρόποι κοινοποίησης, στους οποίους προτάσσεται από τον νομοθέτη η κοινοποίηση με ηλεκτρονικό τρόπο. Μετά την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Διοικητικό Εφετείο για την περαιτέρω εκδίκασή της.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 615/2024
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Σοφία Βιτάλη, Αγορίτσα Σδράκα, Ευσταθία Σκούρα, Κωνσταντία Λαζαράκη, Σύμβουλοι, Αγγελική Χαϊδά, Δημήτριος Ζιαμπάρας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.
Για να αποφανθεί επί του προδικαστικού ερωτήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, που υποβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 578/2023 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών σχετικά με την από 18 Απριλίου 2022 έφεση:
της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα (... ), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αναστάσιο Κουλούρη (Α.Μ. 32716), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τη Μαρία - Θωµαή Μένταλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
Με την έφεση αυτή η εκκαλούσα εταιρεία επιδιώκει να εξαφανισθεί η υπ’ αριθμ. 778/2022 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ της εκκαλούσας εταιρείας οι: 1. ... του …, και 2. ... του …, κάτοικοι Κηφισιάς (…), οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Αικατερίνη Καλαμπαλίκη (Α.Μ. 36045), που τη διόρισαν με πληρεξούσιο.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Αγγελικής Χαϊδά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια των παρεμβαινόντων, η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και την εκπρόσωπο της εφεσίβλητης Αρχής, η οποία διατύπωσε την άποψή της επί του ερωτήματος και των λόγων της έφεσης και ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την από 18.4.2022 έφεση, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» (εφεξής «εκκαλούσα») ζήτησε την εξαφάνιση της 778/2022 (εν μέρει οριστικής) απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απορρίφθηκε προσφυγή της κατά της 1815/23.3.2018 Απόφασης του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (εφεξής «ΔΕΔ») της ΑΑΔΕ. Με την τελευταία πράξη είχε απορριφθεί ενδικοφανής προσφυγή της εκκαλούσας κατά α) της .../23.10.2017 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, διαχειριστικής περιόδου 2008, με την οποία μειώθηκε ο προς επιστροφή φόρος βάσει της υποβληθείσας δήλωσής της κατά το ποσό των 2.874,63 ευρώ, β) της .../23.10.2017 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, διαχειριστικής περιόδου 2006, με την οποία μειώθηκε ο προς επιστροφή φόρος βάσει της υποβληθείσας δήλωσής της κατά το ποσό των 23.605,48 ευρώ, γ) της .../23.10.2017 οριστικής πράξης επιβολής προστίμου (άρθρου 7 παρ. 3 και 5 του ν. 4337/2015), διαχειριστικής περιόδου 2006, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο, 14.799.66 ευρώ και δ) της .../23.10.2017 οριστικής πράξης επιβολής προστίμου (άρθρου 7 παρ. 3 και 5 του ν. 4337/2015), διαχειριστικής περιόδου 2008, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 2.090.64 ευρώ. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, επιληφθέν της ανωτέρω έφεσης, με την 578/2023 απόφαση, υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), προδικαστικό ερώτημα.
2. Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 3900/2010 εισήχθη ο θεσμός της «δίκης - πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεώς τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, όπως ισχύουν, η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από τακτικό διοικητικό δικαστήριο στο Συμβούλιο της Επικρατείας για «ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος» προϋποθέτει ότι το διοικητικό δικαστήριο, ως αρμόδιο καταρχήν επί της συγκεκριμένης διαφοράς, έχει ασκήσει πράγματι την αρμοδιότητά του και έχει διαγνώσει ότι η επίλυση του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση οριστικής αποφάσεως. Περαιτέρω, ο χαρακτήρας του ζητήματος ως «γενικότερου ενδιαφέροντος» πρέπει να αναδεικνύεται με την απαραίτητη σαφήνεια, ούτως ώστε το Ανώτατο Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά την αντίστοιχη δική του αρμοδιότητα, ελέγχοντας ευχερώς ποια από τα ζητήματα που παραπέμπονται σ’ αυτό παρουσιάζουν πράγματι γενικότερο ενδιαφέρον και συμβάλλοντας, με την επίκαιρη επίλυσή τους, στην ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου. Συνεπώς, το τακτικό διοικητικό δικαστήριο που διατυπώνει προδικαστικό ερώτημα πρέπει, στην απόφασή του, αφενός να παραθέτει και να τεκμηριώνει τους λόγους για τους οποίους το ζήτημα (ή τα ζητήματα) που ανέκυψε στην αχθείσα ενώπιόν του διαφορά και αποτελεί το αντικείμενο του ερωτήματος είναι, όπως ορίζει ο νόμος, «γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων», αφετέρου να αναδεικνύει επαρκώς, με την παράθεση των νομίμως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, καθώς και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου, ότι το ζήτημα, για το οποίο υποβάλλεται το ερώτημα, ανακύπτει πράγματι στην ενώπιόν του διαφορά, δηλαδή ότι είναι κρίσιμο για την επίλυσή της, χωρίς να απαιτείται να λαμβάνει, και μάλιστα αιτιολογημένα, θέση επί του νομικού ζητήματος που τίθεται με αυτό, αν και τούτο είναι σκόπιμο, προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης (ΣτΕ 1829/2023 Ολομ., 2586/2017 Ολομ., 1308/2019 Ολομ. κ.ά.).
3. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η από 4.7.2023 πράξη του Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κοινοποιήθηκε στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (βλ. το από 31.7.2023 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας του Συμβουλίου της Επικρατείας ...), στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας εταιρίας (βλ. το από 11.8.2023 αποδεικτικό επίδοσης της αυτής ως άνω επιμελήτριας του Δικαστηρίου), στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, καθώς και στον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (βλ. τα από 19.7.2023 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή του Συμβουλίου της Επικρατείας ...). Περαιτέρω, η ως άνω πράξη του Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει νομίμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, δημοσιευθεί στο φύλλο …/11.7.2023 της Εφημερίδας “…”, καθώς και στο φύλλο …/17.7.2023 της Εφημερίδας “…”.
4. Επειδή, εν προκειμένω, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι σε βάρος της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, η .../2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και η .../2017 πράξη επιβολής προστίμου (άρθρου 7 παρ. 3 και 5 του ν. 4337/2015) του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, διαχειριστικής περιόδου 2006. Οι ως άνω καταλογιστικές πράξεις -στο σώμα των οποίων γίνεται μνεία τόσο για την, επί ποινή απαραδέκτου, υποχρέωση, όσο και για τους όρους άσκησης της, κατ’ άρθρο 63 του ν. 4174/2013, ενδικοφανούς προσφυγής κατ’ αυτών ενώπιον της Δ.Ε.Δ.- επιδόθηκαν στην εκκαλούσα, στη διεύθυνση της έδρας επί της οδού ... αρ. ..., στην Αθήνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Δ.Δ., δια θυροκολλήσεως, την 24.10.2017. Ακολούθως, στρεφόμενη, μεταξύ άλλων, κατά των παραπάνω πράξεων η εκκαλούσα άσκησε, στις 24.11.2017, ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την 1815/23.3.2018 απόφαση του Προϊσταμένου Δ.Ε.Δ., με την αιτιολογία ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την κοινοποίηση των προσβαλλομένων πράξεων. Στη συνέχεια, στις 16.4.2018 η εκκαλούσα -στην οποία δεν προκύπτει κοινοποίηση της παραπάνω απορριπτικής απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ.- άσκησε προσφυγή κατά της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, δέχθηκε ότι η προσφυγή στρεφόταν κατά της ρητής (1815/23.3.2018) απορριπτικής απόφασης, έκανε δεκτά τα εξής: 1) οι ένδικες καταλογιστικές πράξεις, όπως προέκυπτε από τις οικείες εκθέσεις, επιδόθηκαν στην εκκαλούσα, την 24.10.2017, δια θυροκολλήσεως στη δηλωθείσα διεύθυνση της έδρας επί της οδού … αρ. …, όπου βρίσκεται και η κατοικία του εκ των εκκαθαριστών της, …, 2) μολονότι, σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, οι πράξεις της Φορολογικής Διοικήσεως επιδίδονται στους φορολογουμένους κατ’ εφαρμογή του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας μόνο σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η επίδοση με κάποιον από τους τρόπους που μνημονεύονται στις δύο πρώτες περιπτώσεις της ίδιας παραγράφου (ηλεκτρονική κοινοποίηση, παράδοση στην έδρα του νομικού προσώπου επί απλή αποδείξει παραλαβής), εν προκειμένω η θυροκόλληση των πράξεων, η οποία οφειλόταν στην απουσία οιουδήποτε προσώπου από την ανωτέρω διεύθυνση, ήταν νόμιμη, προεχόντως διότι η εκκαλούσα δεν προέβαλε ότι υπέστη βλάβη από τις αντίστοιχες διαδικαστικές ενέργειες των φορολογικών οργάνων, 3) η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής ξεκίνησε την 25.10.2017 και συμπληρώθηκε την 23.11.2017 και 4) η εκκαλούσα άσκησε την ενδικοφανή προσφυγή την 24.11.2017, δηλαδή μετά την εκπνοή της προθεσμίας, χωρίς να επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή ως απαράδεκτη, εφόσον η ενδικοφανής προσφυγή δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως (άρθρα 63 παρ. 3 Κ.Δ.Δ. και 63 Κ.Φ.Δ.). Με την έφεση η εκκαλούσα προέβαλε ότι η κρίση της εκκαλουμένης περί του ότι η κοινοποίηση των ένδικων καταλογιστικών πράξεων έγινε νόμιμα με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Δ.Δ., διότι δεν είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι υπέστη βλάβη από τις αντίστοιχες διαδικαστικές ενέργειες των φορολογικών αρχών, είναι εσφαλμένη. Κατά την εκκαλούσα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ., η κοινοποίηση πράξεων της φορολογικής αρχής σε νομικά πρόσωπα γίνεται σύμφωνα με κάποιον από τους οριζόμενους από τις διατάξεις των εδ. α’ έως γ’ της ως άνω παραγράφου τρόπους, δηλαδή είτε ηλεκτρονικά (εδ. α’), είτε με παράδοση στην έδρα του νομικού προσώπου με υπογεγραμμένη απόδειξη παραλαβής (περ. β), είτε με συστημένη ταχυδρομική επιστολή (περ. γ’) και μόνο εάν η επίδοση δεν είναι δυνατή με αυτούς τους τρόπους ακολουθείται η οριζόμενη από την περ. δ΄ της παραπάνω παραγράφου διαδικασία του Κ.Δ.Δ.. Συνακόλουθα, προέβαλε ότι, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η επίδοση κατά Κ.Δ.Δ. αποτελεί εξαιρετικό τρόπο κοινοποίησης, η επιλογή του οποίου δεν επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της φορολογικής αρχής, αλλά εφαρμόζεται μόνο εφόσον αποδείξει ότι δεν ήταν δυνατή η κοινοποίηση σύμφωνα με κάποιον από τους λοιπούς οριζόμενους από τις διατάξεις των εδ. α’ έως γ’ της ως άνω παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ. τρόπους. Επικαλέσθηκε σχετικώς η εκκαλούσα την 2744/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και την 17867/2020 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες δόθηκε η παραπάνω ερμηνεία της σχετικής διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του Κ.Φ.Δ. Συναφώς, η εκκαλούσα εταιρία ισχυρίσθηκε ότι η μνεία (προφανώς, στο οικείο αποδεικτικό επίδοσης) της προσφυγής της φορολογικής αρχής σε επίδοση κατά Κ.Δ.Δ. λόγω του ανέφικτου των λοιπών τρόπων κοινοποίησης αποτελεί ουσιώδη τύπο για τη νομότυπη επίδοση με βάση τις παραπάνω διατάξεις και τη σύνταξη της σχετικής Έκθεσης επίδοσης. Ενόψει τούτων, κατά τους ισχυρισμούς της, και με δεδομένο ότι, εν προκειμένω, συνέτρεχε παράλειψη της φορολογικής αρχής να αποδείξει το ανέφικτο των λοιπών τρόπων επίδοσης (εδ. α’ έως γ’) της παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ., το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε να απαγγείλει την ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης της επίδοσης με θυροκόλληση κατά Κ.Δ.Δ., με μόνη τη διαπίστωση της ως άνω παράλειψης της φορολογικής αρχής, χωρίς να απαιτείται η επίκληση και τεκμηρίωση άλλης ειδικότερης δικονομικής βλάβης. Το Δημόσιο, με την από 8.12.2023 Έκθεση απόψεων και το από 7.2.2024 υπόμνημα, ισχυρίζεται ότι η επίδοση κατά τις διατάξεις του Κ.Δ.Δ. αποτελεί τρόπο κοινοποίησης ισοδύναμο με τους λοιπούς, παρέχων ισοδύναμη εξασφάλιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και επαρκή εχέγγυα ως προς τη γνώση της κοινοποιούμενης καταλογιστικής πράξης, η δε αναφορά στο ότι λαμβάνει χώρα «μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με άλλον τρόπο» δεν καθιερώνει σχέση επικουρικότητας σε σχέση με τους λοιπούς τρόπους κοινοποίησης, αλλά αποσκοπεί στην αποφυγή πλημμελών κοινοποιήσεων και τη διασφάλιση της εγκυρότητας αυτών. Κατά το Δημόσιο, «με την εν λόγω διατύπωση ο νομοθέτης επιδιώκει να καθιερωθούν και οι νεοθεσπισθέντες τρόποι κοινοποίησης ως έγκυροι, να επεκταθεί η επιλογή τους από τους υπαλλήλους και να εδραιωθούν στη συνείδηση των φορολογουμένων που δεν είναι ακόμη εξοικειωμένοι με τα θέματα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης».
5. Επειδή, ενόψει αυτών, το δικάσαν διοικητικό εφετείο υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ' επίκληση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, το προδικαστικό ερώτημα «αν η κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων στην εκκαλούσα, η οποία διενεργήθηκε κατά τα οριζόμενα στην περ. δ’ της παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ. με επίδοση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Δ.Δ., είναι άκυρη, διότι διενεργήθηκε, χωρίς να έχει αποδειχθεί από τη φορολογική αρχή ότι δεν ήταν δυνατή η κοινοποίηση σύμφωνα με κάποιον τρόπο από τους υπόλοιπους οριζομένους από τις διατάξεις των περ. α’ έως γ’ της ως άνω παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ. Το ζήτημα αυτό, το οποίο άπτεται της ερμηνείας των παραπάνω διατάξεων του Κ.Φ.Δ., αποτελεί εκ της φύσης του ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που αφορά ευρύτερο κύκλο προσώπων και είναι κρίσιμο και λυσιτελές για την επίλυση της κρινόμενης υπόθεσης, ενόψει του παραπάνω λόγου έφεσης. Συνακόλουθα, και με δεδομένο ότι …, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, έχουν ήδη εκδοθεί αντιφατικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει, για λόγους ενότητας της νομολογίας και ασφάλειας δικαίου, να αναβληθεί η οριστική κρίση επί της υπόθεσης και να τεθεί προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 …».
6. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, παραδεκτώς, με βάση τα κριτήρια που αναφέρθηκαν στη 2η σκέψη, υποβλήθηκε το ανωτέρω προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
7. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3900/2010, στην πιλοτική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία ανακύπτει το ίδιο νομικό ζήτημα που τίθεται με το ένδικο βοήθημα που έχει εισαχθεί στο Δικαστήριο και να εκθέσει την άποψή του για το ζήτημα (βλ. ΣτΕ 1829/2023 Ολομ., 2614/2021 επταμ., 2151/2017 επταμ., πρβλ. ΣτΕ 2620/2021 Ολομ., 431/2018 Ολομ.). Στην παρούσα δίκη παρεμβαίνουν υπέρ της εκκαλούσας εταιρίας, κατ’ επίκληση του ανωτέρω άρθρου 1 του ν. 3900/2010, με κοινό δικόγραφο (υπ’ αρ. πρωτ. .../22.9.2023), οι ... και ..., προβάλλουν δε, προσκομίζοντας σχετικά στοιχεία, ότι είναι διάδικοι σε εκκρεμή δίκη (.../19.7.2019 προσφυγή) ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, ανακύπτει το ίδιο νομικό ζήτημα που τίθεται με το ανωτέρω υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τους παρεμβαίνοντες, στην εκκρεμή υπόθεσή τους τίθεται το ζήτημα της κοινοποίησης πράξεων της φορολογικής διοίκησης σε φυσικά πρόσωπα, κατά το εδαφ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ. Επί της προσφυγής των ανωτέρω έχει ήδη δημοσιευθεί η 11207/2023 αναβλητική απόφαση του ΔΠΑ, ενόψει της από 4.7.2023 πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία «τίθεται το ίδιο ζήτημα, όπως εν προκειμένω, με τις ομοίου περιεχομένου περιπτώσεις α΄ έως γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ.». Ωστόσο, η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον δεν τίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που έχει εισαχθεί στο Δικαστήριο με την 578/2023 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, διότι η παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ, αφορά την κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων σε νομικά και όχι σε φυσικά πρόσωπα.
8. Επειδή, ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170, Κ.Φ.Δ.), ο οποίος ισχύει μεν από την 1.1.2014 (βλ. άρθρο 67, αναριθμηθέν σε 73 με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015, Α΄ 129), είναι, όμως, εφαρμοστέος κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο 2006 (βλ. άρθρο 66 παρ. 4, αναριθμηθέν σε 72 με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015), ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (εφεξής «ο Κώδικας») καθορίζει τη διαδικασία προσδιορισμού, [βεβαίωσης] και είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου, που ορίζονται στο άρθρο 2, καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία, η οποία ρυθμίζει τα έσοδα αυτά.”, στο άρθρο 2 “Πεδίο εφαρμογής”, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287), ότι: «1. Οι διατάξεις του Κώδικα ισχύουν για τα εξής δημόσια έσοδα: α. Φόρο Εισοδήματος. β. .... στ. Χρηματικές κυρώσεις και τόκους, οι οποίοι προβλέπονται από τον Κώδικα.”, στο άρθρο 5 “Κοινοποίηση πράξεων”, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 8 του ν. 4223/2013, ότι: «1. Η κοινοποίηση πράξεων που εκδίδει, σύμφωνα με τον Κώδικα, η Φορολογική Διοίκηση προς φορολογούμενο ή άλλο πρόσωπο, γίνεται εγγράφως ή ηλεκτρονικώς. 2. Εάν η πράξη αφορά φυσικό πρόσωπο, η κοινοποίηση συντελείται εφόσον: α) … β) … γ) … 3. Εάν η πράξη αφορά νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, η κοινοποίηση συντελείται εφόσον: α) κοινοποιηθεί ηλεκτρονικά σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν. 3979/2011 ή στο λογαριασμό του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας ή του νομίμου εκπροσώπου ή του φορολογικού εκπροσώπου τους στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης, την οποία ακολουθεί ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, ή β) παραδοθεί στην έδρα ή εγκατάσταση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας στην Ελλάδα, με υπογεγραμμένη απόδειξη παραλαβής από υπάλληλο ή νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, ή γ) αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση της έδρας ή της εγκατάστασης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, ή δ) επιδοθεί κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με άλλον τρόπο. Η κοινοποίηση σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας κατά το προηγούμενο εδάφιο θεωρείται νόμιμη, εφόσον γίνει στην τελευταία δηλωθείσα στη Φορολογική Διοίκηση διεύθυνση της έδρας ή της εγκατάστασης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας ή της κατοικίας του τελευταίου δηλωθέντα στη Φορολογική Διοίκηση νόμιμου ή φορολογικού εκπροσώπου. Η νομιμότητα της κοινοποίησης δεν θίγεται στην περίπτωση παραίτησης των προσώπων του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον κατά το χρόνο της κοινοποίησης, δεν είχε γνωστοποιηθεί στη φορολογική διοίκηση ο διορισμός νέου νομίμου ή φορολογικού εκπροσώπου. 4. …». Στην αιτιολογική Έκθεση του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ. αναφέρεται ότι με τις προρρηθείσες διατάξεις «σκοπείται κατ’ αρχήν η εξοικονόµηση ανθρώπινων και οικονοµικών πόρων, δεδομένου, ότι παρά την συγχώνευση πολλών Δ.Ο.Υ παρατηρείται έλλειψη προσωπικού … Αυξήθηκε συνεπώς δυσανάλογα ο Αριθμός των προς επίδοση πράξεων επιβολής φόρου, … ή προστίμου και αντίστροφα μειώθηκε ο Αριθμός επιδόσεων πράξεων των Φορολογικών… Αρχών που πρέπει να επιδίδονται με υπαλλήλους της υπηρεσίας, αφού, εξάλλου, με τροποποίηση της σχετικής Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1188/2011 με την ΔΕΛ Α1139948ΕΞ2012 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 2756/11.10.2012), ορίστηκε υποχρεωτική επίδοση με δικαστικούς επιμελητές μόνο όταν το ανά πράξη καταλογισθέν ποσό υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ. Επιχειρείται, επίσης, ο εκσυγχρονισµός της λειτουργίας των υπηρεσιών και η προσαρµογή τους στα τρέχοντα δεδοµένα, τη στιγμή που ήδη έχει θεσπιστεί η ηλεκτρονική επίδοση εγγράφων και η ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων (άρθρο 49 του ν. 4055/2012 σε συνέχεια και των ήδη ισχυουσών διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 3979/2011 για τη νόμιμη κοινοποίηση εγγράφων ηλεκτρονικά, με χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών), προς την κατεύθυνση της επίσπευσης των σχετικών διαδικασιών, δεδοµένου ότι, εξαιτίας των καθυστερήσεων και των σφαλµάτων στις επιδόσεις, υπάρχει αντίκτυπος σε λιµνάζοντα έσοδα που δεν μπορούν να εισπραχθούν, αν δεν βεβαιωθούν ταµειακώς οι σχετικές πράξεις».
9. Επειδή, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως ισχύει στην κρινόμενη υπόθεση, ορίζεται, στο άρθρο 50, με τίτλο “Προς ιδιώτες”, ότι «1. Οι επιδόσεις προς τους ιδιώτες διενεργούνται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας, κατά περίπτωση, προσωπικώς στους ίδιους ή στους νόμιμους αντιπροσώπους ή στους εκπροσώπους ή στους δικαστικούς πληρεξουσίους ή στους αντικλήτους τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ειδικότερες αντίστοιχες διατάξεις. 2. Για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα, νοείται, ως κατοικία, η οικία, το διαμέρισμα και γενικώς ο στεγασμένος χώρος που προορίζεται για διημέρευση και διανυκτέρευση, ενώ, ως χώρος εργασίας, ο χώρος άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας. …”, στο άρθρο 51, με τίτλο “Στην κατοικία”, ότι «1. Αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 50 απουσιάζουν από την κατοικία τους, το έγγραφο παραδίδεται στο σύζυγο ή σε οποιονδήποτε από τους συγγενείς ή σε μέλος του προσωπικού, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν μαζί τους και, σε περίπτωση μη ανεύρεσης κανενός από τα παραπάνω πρόσωπα, σε οποιονδήποτε από τους λοιπούς συνοίκους. 2. Σύνοικοι θεωρούνται και οι θυρωροί των πολυκατοικιών, καθώς και οι διευθυντές ξενοδοχείων ή οικοτροφείων. Οι ένοικοι άλλων διαμερισμάτων δεν θεωρούνται σύνοικοι. 3. Η επίδοση στα πρόσωπα που προβλέπουν οι προηγούμενες παράγραφοι επιτρέπεται εφόσον, κατά την κρίση του οργάνου που ενεργεί την επίδοση, αυτά έχουν συνείδηση των πράξεών τους.”, στο άρθρο 52, με τίτλο “Στο χώρο εργασίας” ότι: «1. Αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 50 απουσιάζουν από το κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο όπου εργάζονται, το έγγραφο παραδίδεται σε συνεταίρο ή συνεργάτη ή υπάλληλο, που εργάζεται στον ίδιο χώρο. … 2. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 51 εφαρμόζεται και στις επιδόσεις του άρθρου αυτού.”, στο άρθρο 53, με τίτλο “Ειδικές Περιπτώσεις” ότι: «1. Ειδικώς, η επίδοση σε ιδιώτες: α) αν αυτοί νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κρατούνται σε φυλακή, … β) αν πρόκειται για αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, οπλίτες ή όργανα των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας ή του λιμενικού ή πυροσβεστικού σώματος, … γ) αν πρόκειται για πρόσωπα που ανήκουν στην υπηρεσία φάρων, φανών, σηματοφόρων ή υπηρετούν σε εμπορικό πλοίο που βρίσκεται σε ελληνικό λιμένα, … 2. … 3. …”, στο άρθρο 54, με τίτλο “Σε πρόσωπα γνωστής διεύθυνσης στην αλλοδαπή και σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής” ότι: «Αν η διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας εκείνου τον οποίο αφορά η επίδοση, του νόμιμου αντιπροσώπου και του δικαστικού πληρεξουσίου του, η οποία έχει δηλωθεί, βρίσκεται στην αλλοδαπή, η επίδοση προς αυτούς, αν δεν υπάρχει αντίκλητος, γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στον Υπουργό Εξωτερικών ή στον εξουσιοδοτημένο από αυτόν υπάλληλο, ο οποίος οφείλει να το παραδώσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε εκείνον που αφορά η επίδοση, με έγγραφη απόδειξη, την οποία και υποχρεούνται να διαβιβάσει στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου. …”, στο άρθρο 55, με τίτλο “Θυροκόλληση” ότι: «1. Η επίδοση γίνεται με Θυροκόλληση: α) αν τα πρόσωπα προς τα οποία προβλέπεται ότι διενεργείται η παράδοση του εγγράφου, δεν βρίσκονται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας τους ή αρνούνται την παραλαβή του ή την υπογραφή της Έκθεσης ή δεν μπορούν να υπογράψουν την Έκθεση, ή β) αν τα υπηρεσιακά όργανα, στα οποία παραδίδεται το έγγραφο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 49, 52, 53 και 54, αρνούνται την παραλαβή ή την υπογραφή της Έκθεσης. 2. Η θυροκόλληση συνίσταται στην επικόλληση του επιδοτέου εγγράφου εντός σφραγισμένου και αδιαφανούς φακέλου, επί του οποίου αναγράφονται μόνο τα στοιχεία της επιδίδουσας υπηρεσίας και του προς η κοινοποίηση προσώπου από μέρους του οργάνου της επίδοσης, με την παρουσία ενός μάρτυρα, στη θύρα της κατοικίας ή του χώρου εργασίας ή του υπηρεσιακού καταστήματος όπου κατοικεί ή εργάζεται, κατά περίπτωση, το πρόσωπο προς το οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η παράδοση του εγγράφου» και στο άρθρο 56, με τίτλο “Έκθεση” ότι: «1. Για κάθε επίδοση, το όργανο που τη διενεργεί συντάσσει Έκθεση. 2. Η Έκθεση, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 44, πρέπει να μνημονεύει: α) την παραγγελία προς επίδοση, β) σαφή προσδιορισμό του επιδοτέου εγγράφου και των προσώπων τα οποία αφορά, γ) την ημέρα και την ώρα της επίδοσης, δ) το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και την ιδιότητα με την οποία το παρέλαβε, καθώς και ε) τους λόγους που προκάλεσαν τη θυροκόλληση. 3. Η Έκθεση υπογράφεται από το όργανο της επίδοσης, καθώς και από το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο. Σε περίπτωση θυροκόλλησης, η Έκθεση υπογράφεται από το όργανο και το μάρτυρα. … 4. …».
10. Επειδή, στο άρθρο 8 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) ορίζεται ότι: « 1. … 6. Οι καταλογιστικές εν γένει πράξεις φόρου … ή προστίμου που εκδίδονται από τις φορολογικές … αρχές μπορεί να επιδίδονται στον υπόχρεο και στα πρόσωπα γενικώς στα οποία προβλέπεται η επίδοσή τους με δικαστικούς επιμελητές. … Με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζεται το είδος των παραπάνω πράξεων που επιδίδονται αποκλειστικά με δικαστικούς επιμελητές …”, προκειμένου, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική Έκθεση, “… να αποφεύγονται περιπτώσεις πλημμελών επιδόσεων”, ενώ στο άρθρο 1 παρ. 1 της ΠΟΛ 1188/2011 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας διάταξης, ορίσθηκε αρχικά ότι «Καταλογιστικές πράξεις φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου που εκδίδονται από τις φορολογικές ή τελωνειακές αρχές στις οποίες το ανά πράξη καταλογισθέν ποσό υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ, επιδίδονται αποκλειστικά με δικαστικούς επιμελητές”, όριο που στη συνέχεια αναπροσαρμόσθηκε σε 300.000 και 1.000.000 ευρώ με τις αποφάσεις του Υφυπουργού Οικονομικών ΔΕΛ Α 1139948 ΕΞ 2012 (Β΄ 2756) και ΠΟΛ 1043/2018 (Β΄ 1002), αντίστοιχα.
11. Επειδή, όπως έχει κριθεί, από την αρχή της φανερής δράσης της Διοίκησης, η οποία συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3, 66 παρ. 1, 93 παρ. 2 του Συντάγματος (ΣτΕ Ολομ. 3319/2010, πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2386/1970, 2638/1973, ΣτΕ 7μ. 1361/2013, 2310/2014, ΣτΕ 1940/1983, 159, 1732/2017 κ.ά.), απορρέει ο κανόνας ότι δυσμενής ατομική διοικητική πράξη που κατά νόμο δεν δημοσιεύεται, δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι εκείνου τον οποίο αφορά, παρά μόνον από την κοινοποίησή της προς αυτόν, ή τουλάχιστον από τη γνώση του, δίχως η κοινοποίηση να καθίσταται συστατικό στοιχείο της πράξης (ΣτΕ 616-618/2021, 602/2003 Ολ., 157/2023 επταμ.). Η κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης διέπεται ήδη από σειρά ρυθμίσεων που αποσκοπούν στην αποφυγή πλημμελών κοινοποιήσεων και στην εξασφάλιση της εγκυρότητάς τους, στο μέτρο που η (νόμιμη) κοινοποίηση συνεπάγεται την έναρξη προθεσμιών για την άσκηση διοικητικών προσφυγών και ενδίκων βοηθημάτων, τη διακοπή της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή φόρων και προστίμων, αλλά και τη διαδικασία της διοικητικής εκτέλεσης. Ειδικότερα, κατά τα προεκτεθέντα, ο Κ.Φ.Δ. ορίζει στο άρθρο 5 τον τρόπο διενέργειας των κοινοποιήσεων, οι διατάξεις του δε εφαρμόζονται και για χρήσεις, περιόδους, φορολογικές υποθέσεις ή υποχρεώσεις πριν από την έναρξη ισχύος αυτού (άρθρο 72 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα). Στο αυτό άρθρο προβλέπεται ότι η κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων γίνεται εγγράφως ή ηλεκτρονικώς (παρ. 1) σύμφωνα με λεπτομερείς ρυθμίσεις, οι οποίες εξειδικεύονται στις επόμενες παραγράφους. Συγκεκριμένα, η επίδοση σε νομικό πρόσωπο (παρ. 3) διενεργείται και κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), εφόσον δεν είναι δυνατή με άλλον τρόπο [ηλεκτρονικώς (περ. α΄), με απόδειξη παραλαβής στην έδρα/ εγκατάσταση (περ. β), με συστημένη επιστολή (περ. γ΄)]. Από τη συστηματική ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ., ενόψει και των διαληφθέντων στην οικεία αιτιολογική Έκθεση, συνάγεται ότι εντός ενός πλαισίου ψηφιακού μετασχηματισμού των σχέσεων κράτους πολιτών, εκσυγχρονισµού της λειτουργίας των υπηρεσιών του και προσαρμογής τους στη ραγδαία ταχύτητα των τεχνολογικών εξελίξεων, σκοπός του νομοθέτη είναι οι κοινοποιήσεις των καταλογιστικών πράξεων να γίνονται πρωτίστως ηλεκτρονικώς (με την τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων, όπως αυτές αποσαφηνίστηκαν στην Απόφαση ΣτΕ 157/2023 επταμ., ήτοι με ανάρτηση της καταλογιστικής πράξεως -και των συγκοινοποιούμενων με αυτήν εγγράφων- στον λογαριασμό του φορολογούμενου στο σύστημα TAXISnet και την εν συνεχεία αποστολή ηλεκτρονικής ειδοποίησης στη δηλωθείσα από τον φορολογούμενο διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου). Απώτερος στόχος του ψηφιακού μετασχηματισμού και στον τομέα αυτό είναι η εξοικονόµηση ανθρωπίνων και δημοσιονομικών πόρων, καθώς και η επιτάχυνση της διαδικασίας βεβαίωσης και είσπραξης των δημοσίων εσόδων. Της ηλεκτρονικής κοινοποίησης έπεται η παράδοση στην έδρα ή εγκατάσταση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας της καταλογιστικής πράξης με απόδειξη παραλαβής από υπάλληλο ή νόμιμο εκπρόσωπο -περίπτωση κοινοποίησης, η οποία αποδίδει εν πολλοίς το περιεχόμενο των άρθρων 50 έως και 52 του Κ.Δ.Δ.- (περ. β΄), καθώς και η αποστολή με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση της έδρας ή εγκατάστασης νομικού προσώπου ή οντότητας (περ. γ΄). Ενόψει αυτών, η κατάταξη των τρόπων κοινοποίησης στον νόμο σε συνδυασμό με τη γραμματική διατύπωση της, κατά την περ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ., κοινοποίησης των καταλογιστικών πράξεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Δ.Δ., «μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με άλλο τρόπο”, έχει προδήλως την έννοια ότι πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να προηγείται εκ του νόμου η ηλεκτρονική κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων και να έπονται οι λοιποί τρόποι (κοινοποίησης). Περαιτέρω, η κατά τον Κ.Δ.Δ. κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων, εκτός του ότι συστηματικά κατατάσσεται ως ύστατη επιλογή της φορολογικής διοίκησης, αφορά τελικώς τις περιπτώσεις των επιδόσεων των άρθρων 53 και 54 Κ.Δ.Δ., καθώς και την επίδοση δια θυροκολλήσεως (άρθρο 55 ΚΔΔ), η οποία (θυροκόλληση) νομίμως λαμβάνει χώρα, μόνο εφόσον προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της φορολογικής διοίκησης ότι δεν ευδοκίμησαν οι λοιποί (περ. α-γ της παρ. 3 του άρθρου 5 Κ.Φ.Δ.) τρόποι κοινοποίησης, στους οποίους προτάσσεται από τον νομοθέτη η κοινοποίηση με ηλεκτρονικό τρόπο. Είναι αυτονόητο ότι η επίδοση κατά Κ.Δ.Δ. εξακολουθεί να συνιστά αποκλειστικό τρόπο κοινοποίησης στις ειδικές περιπτώσεις κοινοποίησης καταλογιστικών πράξεων άνω του προβλεπομένου στην ανωτέρω ΠΟΛ 1043/2018 ποσού.
12. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο, απαντώντας στο υποβληθέν ερώτημα, κρίνει ότι, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 3 του Κ.Φ.Δ., η επίδοση των καταλογιστικών πράξεων της φορολογικής αρχής σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Δ.Δ. αφορά καταρχήν τις επιδόσεις των άρθρων 53 και 54 του αυτού Κώδικα, η δε προσφυγή στην επίδοση καταλογιστικής πράξης δια θυροκολλήσεως είναι νόμιμη, μόνο εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι δεν ευδοκίμησαν οι λοιποί (περ. α-γ της παρ. 3 του άρθρου 5 Κ.Φ.Δ.) τρόποι κοινοποίησης, στους οποίους προτάσσεται από τον νομοθέτη η κοινοποίηση με ηλεκτρονικό τρόπο.
13. Επειδή, κατόπιν τούτων, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών για την περαιτέρω εκδίκασή της.
Διά ταύτα
Κρίνει απαράδεκτη την παρέμβαση των ... και ... και
Επιλύει το ζήτημα που ετέθη με την 578/2023 προδικαστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2024 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Απριλίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Η Γραμματέας
Μιχαήλ Πικραμένος Καλλιόπη Ανδρέου
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα