Αριθμός 482/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ”, με ΑΦΜ ..., που εδρεύει στην Ενότητα Κασσανδρείας του Δήμου Κασσάνδρας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής της Π.Κ.Μ. και εκπροσωπείται νόμιμα από την Δήμαρχο Κασσάνδρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμανλή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του …, κατοίκου ..., 2) Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., 3) Γ. χήρας Δ. Β., κατοίκου ... του Δήμου Κασσάνδρας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, 4) Α. Β. του Δ., κατοίκου ... του Δήμου Κασσάνδρας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, 5) Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... του Δήμου Κασσάνδρας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής. Οι υπό στοιχεία 1, 2, 4 και 5 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ακριτίδη, και κατέθεσαν προτάσεις. Η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1308/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-8-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Κατά δε την παρ. 3 εδ. α' του ως άνω άρθρου 576 του ιδίου Κώδικα αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου .ορίζεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπονται ή δε μετέχουν προσηκόντως της συζήτησης ορισμένοι εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας,(άρθρο 74 ΚΠολΔ), όπως συμβαίνει επί διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 405/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ1091/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 41/2019) η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1669/2022,1019/2021, ΑΠ 922/2020, 536/2020, ΑΠ 415/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β'ΚΠολΔικ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ. αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αυτεπάγγελτη έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων, η συζήτηση της από 25.8.2020 αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα Δήμο Κασσάνδρας, ο δικηγόρος του οποίου, Νικόλαος Καραμανλής, κατέθεσε το δικόγραφό της, ορίστηκε δε δικάσιμος για τη συζήτησή της στις 21.9.2022, από την οποία, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στην οποία μεταφέρθηκε η υπόθεση με εγγραφή της στη σειρά των υποθέσεων (πινάκιο) που έπρεπε να συζητηθούν κατά τη μετ αναβολή αυτή δικάσιμο. Η τρίτη αναιρεσίβλητη, Γ., χήρα Δ. Β. δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ. Ωστόσο από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 21.9.2022, από την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε ο αναιρεσείων ο οποίος παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, εκπροσωπούμενος από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις επικαλείται και προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως προς αυτήν με πράξη ορισμού δικασίμου και Κλήση προς συζήτηση.
Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει ότι η απούσα στην παρούσα συζήτηση της υποθέσεως, τρίτη αναιρεσίβλητη, είχε κλητευθεί νομίμως για την αρχική δικάσιμο της 21.9.2022, κατά την οποία δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη της κλήτευσής της για αυτήν, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή της για τη νέα δικάσιμο, και απαιτούνταν νόμιμη κλήτευσή της, η οποία επίσης δεν υφίσταται, ούτε προσκομίζεται μετ' επικλήσεως σχετική έκθεση επιδόσεως από τον αναιρεσείοντα. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη. Για τους λοιπούς παρισταμένους και εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, ως ενάγοντες διεκδικητικής κυριότητας αγωγής, συνδέονται με την απολειπόμενη αναιρεσίβλητη, για την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με το δεσμό της απλής ομοδικίας, θα χωριστεί η υπόθεση και η αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, θα ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
I. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 522, 524 παρ. 1, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά στο πλαίσιο της έφεσης και των προσθέτων λόγων, αν κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ορθά ή όχι, ένσταση ή αντένσταση ή λόγο έφεσης ( Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν τα "πράγματα”, δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν προτάθηκαν, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ. Α.Π. 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ* αυτή (Ολ. Α.Π. 294/1981), δηλαδή, δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως (Α.Π. 728/2010), όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών στο Εφετείο, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 του ΚΠολΔ (και ήδη μόνο του άρθρου 527 του ΚΠολΔ). Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 473/2022, ΑΠ 376/2018, Α.Π. 724/2011, Α.Π. 389/2010, Α.Π. 728/2010, Α Π. 128/2008). Σύμφωνα δε τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 12/2000), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2001/2009). Επιπλέον, κατά την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής”.. Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ. Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ. Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι στην ως άνω μεταβολή να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο λήψη υπόψη "πραγμάτων" που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Α.Π. 148/2009, Α.Π. 1765/2005, Α.Π. 50/1992). Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α. Π. 1152/2017 Α.Π. 1765/2005).
II. Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται: "Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους”, ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως" και, τέλος, με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα: "Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται, εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, να ζητηθεί, αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά, άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον”. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. (ΑΠ 881/2023, ΑΠ 4732022, ΑΠ 292/2021).Δεν μπορεί, επίσης, να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υποθέσεως συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ και ήδη (μετά το Ν.4335/2015) μόνο του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως τροποποιηθέν ισχύει, και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ. Α.Π. 2/1994, Α.Π. 4732022, Α.Π. 2070/2007). Από τον συνδυασμό δε των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται, περαιτέρω, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (Α.Π. 881/2023, ΑΠ 4732022, ΑΠ 1867/2017, Α.Π. 821/2010).
Ill. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 εδ. α' Α.Κ. "Αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική της κυριότητας αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος. Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα , η διατάραξη δε αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνον εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (ΑΠ 8842021). Αναγκαία στοιχεία για την αρνητική κυριότητας αγωγή είναι η περιγραφή του πράγματος το οποίο υφίσταται την προσβολή, η κυριότητα του ενάγοντος πάνω σε αυτό, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη προσβολή της κυριότητας από τον εναγόμενο και αίτημα για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον με καταδίκη του εναγομένου σε τέλεση πράξης και την παράλειψή της στο μέλλον . (ΑΠ 563/2020, ΑΠ 193/2019, ΑΠ 10212013, ΑΠ 609/2012). Όμως, κατά το εδάφιο β' της ίδιας ως άνω διατάξεως, το ως άνω δικαίωμα δεν παρέχεται στον κύριο του πράγματος, όταν εκείνος που προσβάλλει την κυριότητα ενεργεί ασκώντας δικαίωμα, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του άλλου (ΑΠ 5632020). Όσον δε αφορά στο στοιχείο της κυριότητας του ενάγοντος επί του πράγματος επί του οποίου υφίσταται η διατάραξη , όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής, για την ταυτότητα τα νομικού λόγου, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει αυτό το δικαίωμά του ,το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο. Στην περίπτωση δε που ο παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητας, που επικαλείται ο ενάγων, είναι η κληρονομική διαδοχή, εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, αυτός έχει υποχρέωση να αναφέρει όλα τα περιστατικά , τα οποία κατά τα άρθρα 1193,1198 και 1846 ΑΚ απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας, ήτοι την κυριότητα του κληρονομουμένου επί του επιδίκου ακινήτου, την αποδοχή της κληρονομιάς από τον ίδιο με δημόσιο έγγραφο και ότι μετέγραψε την αποδοχή κληρονομίας, ή ότι έχει εκδοθεί κληρονομητήριο το οποίο έχει μεταγραφεί. Ο τρόπος με τον οποίο (παράγωγος ή πρωτότυπος) κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα η κυριότητα του οποίου μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του (ΑΠ 547/2018) δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής (ΑΠ 547/2018), διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο απόκτησης αυτής. Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων , αν δεν το έχει κάνει καθ'υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή η έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφορά στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης. (ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 982/2021, ΑΠ 432/2019, ΑΠ 547/2018, ΑΠ 643/2017). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976-979, 1045 και 1046 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Συνεπώς η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini), το πρώτο από τα οποία εκδηλώνεται με υλικές (όχι απλώς νομικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος, το δε animus, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η ανοικοδόμηση κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018). Από δε τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος, χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων και, ακόμη, χωρίς να γνωρίζει την επαγωγή της κληρονομιάς και των αντικειμένων της αυτής, θεωρείται (κατά πλάσμα δικαίου) ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα και με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο κληρονομούμενος είχε τη νομή κατά το χρόνο του θανάτου του. Για να αποκτήσει ο κληρονόμος φυσική εξουσία επί κληρονομιαίου πράγματος πρέπει να καταλάβει το πράγμα σωματικά, ώστε η έννοια της ανωτέρω διάταξης (άρθρου 983 ΑΚ) είναι ότι στον κληρονόμο μεταβιβάζεται το δικαίωμα της νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πλέον αυτός να επιληφθεί του πράγματος και να ιδρύσει νέα φυσική εξουσία, ήτοι δική του νομή. (ΑΠ 811/2020, ΑΠ 1079/2019).
Στην παρούσα περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 1308/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με το δικόγραφο της από 24.4.2014 αρνητικής κυριότητας αγωγής οι ήδη αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και η τρίτη εξ αυτών Γ. χήρα Δ. Β., καθώς και η μη διάδικος Α. σύζυγος Δ. Ν., εξέθεταν ότι, κατέστησαν (συγ)κύριοι, κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν εξ αδιαιρέτου ποσοστά για τον καθένα του με αριθμό … αγροτεμαχίου, εμβαδού 4.285,10 τ. μ. που βρίσκεται στη θέση “...” της κτηματικής περιοχής του Δ.Δ.Α του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής και εμφαίνεται στον συνταχθέντα το έτος 19.. Κτηματολογικό πίνακα διανομής της πρώην Κοινότητας Α, με παράγωγο τρόπο, ήτοι οι μεν δύο πρώτοι με γονική παροχή από τον πατέρα τους Σ. Β. ή Μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου …/24.7.2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας ..., οι δε τρίτη, τέταρτος, πέμπτος και έκτη από αυτούς από κληρονομιά του θανόντος συζύγου (της τρίτης) και πατέρα των λοιπών Δ. Β. ή Μ., την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου …/24.7.2001 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Ότι επιπλέον κατέστησαν (συγ)κύριοι του προαναφερόμενου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον οι δικαιοπάροχοι τους, οι οποίοι το έτος 1934 καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτήτες αυτού στον πίνακα διανομής του αγροκτήματος, και μετέπειτα οι ίδιοι που τους διαδέχθηκαν στη νομή του, ασκούσαν επί αυτού έκτοτε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και τον ως άνω νομιζόμενο τίτλο, όλες τις (θετικές και αποτρεπτικές) πράξεις νομής και κατοχής, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον τόσο οι δικαιοπάροχοι τους όσο και οι ίδιοι συνέχισαν να ασκούν τη νομή και κατοχή του ακινήτου για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία. Ειδικότερα ανέφεραν στην αγωγή τους οι ενάγοντες ότι πριν το έτος 1933, οπότε αποβίωσε ο παππούς τους, Α. Β., ο ίδιος προέβαινε στην καλλιέργεια του ακινήτου με σιτάρι, το όργωνε με ζώα, διατηρώντας και αμπέλι εντός αυτού, έκτοτε δε, μετά το θάνατό του συνέχισαν να το καλλιεργούν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι - γονείς τους, Σ. Β. και Δ. Β., οι οποίοι ήσαν αδέλφια, ενώ με την κατάλληλη εκσκαφή προέβαιναν στην εξόρυξη ασβεστόπετρας, παράγοντας ασβέστη τον οποίο πωλούσαν στην περιοχή, από την εξόρυξη δε της πέτρας αυτής κατά τα έτη 1936-1937 κατασκεύασαν οικία όπου και διέμεναν. Ότι μέχρι το έτος 1947 υπήρχε στο αγροτεμάχιο η ασβεστοκάμινος, όταν δε το έτος 1944 αποβίωσε ο ως άνω Δ. Β. τη νομή αυτού συνέχισαν να ασκούν τα τέκνα του, μαζί με τα ανίψια του, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων, με καλλιέργεια σιταριού και βοσκή εντός αυτού των προβάτων τους μέχρι το έτος 1957, οπότε το εκμίσθωσαν μέχρι το έτος 1977 στον Ν. Θ., ο οποίος κατασκεύασε σε αυτό μαντρί από ξύλα και λαμαρίνες για τα ζώα του και παράλληλα το όργωνε και το καλλιεργούσε με τριφύλλι, μετά δε το έτος 1977 οι ίδιοι περιέφραξαν το ακίνητο με σιδηροπασσάλους και αγκαθωτό σύρμα από την πλευρά του που συνορεύει με το δρόμο και με σιδηροπασσάλους προς την όμορη ιδιοκτησία Σ., με τον οποίο έχουν δικαστικές διαφορές, το επέβλεπαν, επιχείρησαν να προβούν σε ισοπέδωσή του, λόγω της υψομετρικής διαφοράς που εμφάνιζε στη μορφολογία του εξαιτίας της προηγούμενης εξόρυξης ασβεστόπετρας, ενέργεια που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε για οικονομικούς λόγους και το προστάτευαν από κάθε καταπάτηση τρίτων, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι κατά το χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 8 Οκτωβρίου του έτους 2007 ο εναγόμενος Δήμος, με συνεργείο του, καθαίρεσε τμήμα της περίφραξης και αποψίλωσε μέρος του ως άνω ακινήτου διανοίγοντας χωμάτινη οδό, ενώ, επιπλέον διάνοιξε εντός αυτού σκάμμα πλάτους ενός μέτρου και μήκους 120 μέτρων, όπου και τοποθέτησε σωληνώσεις ύδρευσης, διαταράσσοντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητά τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός να άρει την ως άνω προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Ο εναγόμενος Δήμος Κασσάνδρας αρνήθηκε την αγωγή και διέλαβε στις προτάσεις του ότι οι ενάγοντες ουδέποτε κατέστησαν νόμιμοι (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου, καθόσον ο δικαιοπάροχός τους δεν ήταν νόμιμος κύριος αυτού, αμφισβητώντας την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ως έχον ανέκαθεν το χαρακτήρα δασικής έκτασης επί πλέον δε ότι δια μέσου του επιδίκου ακινήτου υφίσταται κοινόχρηστη οδός, η οποία οδηγεί στην παραλία της Α…και δημιουργήθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων και ειδικότερα τουλάχιστον από το έτος 1850, χρησιμοποιούμενη έκτοτε ελευθέρως από όλους τους κατοίκους της περιοχής για τη μετάβασή τους στα αγροκτήματα και τα αμπέλια που είχαν πλησίον της ως άνω παραλίας, καθώς και ότι ο ίδιος ενεργώντας κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματός του, ήτοι της συντήρησης και βελτίωσης των κοινόχρηστων οδών επιχείρησε διάνοιξη και ασφαλτόστρωση της ήδη υπάρχουσας κοινόχρηστης οδού. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 53/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία έκρινε καταρχήν νόμιμη την αγωγή, ως προς τις βάσεις της περί κτήσεως κυριότητας των εναγόντων τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, πλην όμως την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε κυριότητα (συγκυριότητα) αυτών επί του επιδίκου ακινήτου, αλλά, αντιθέτως αποδείχθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ότι αυτό ευρισκόμενο στις “...” αποτελούσε ανέκαθεν δημόσια δασική έκταση. Συγκεκριμένα δέχθηκε το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι η κυριότητα του επίδικου ακινήτου, ως δημόσιας δασικής έκτασης, σύμφωνα με τα άρθρα 1,2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274, και του μουσουλμανικού νόμου, "περί γαιών" που ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σε αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσης και διατηρήθηκαν σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις ..., που βρίσκονταν προηγουμένως υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους και στις οποίες ανήκει και η Μακεδονία, μέχρι 1.2.1914, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω νόμου (147/1914) άρχισε να ισχύει η ελληνική νομοθεσία, ανήκε στο Οθωμανικό Κράτος, καθώς και ότι με τη διάταξη 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), η οποία κυρώθηκε με τον ν. 1072/2017, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου και από της ισχύος του διατάγματος αυτού, ήτοι από 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ μετέπειτα με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έγιναν καθ' ολοκληρία κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών. Κατ' εφαρμογή του ως άνω νομικού πλαισίου, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο έφερε ανέκαθεν το χαρακτήρα δημόσιας δασικής έκτασης, η οποία περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την απελευθέρωση του έτους 1921, δικαιώματι πολέμου, βάσει του άρθρου 60 της Συνθήκης της Λωζάνης σε συνδυασμό με τον ως άνω ν. περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274,και ότι δεν αποδείχθηκε ότι εξουσιαζόταν βάσει τίτλου τοπίου, ούτε ότι καλλιεργούνταν επί δεκαετία πριν από την 20.5.2017 και ως εκ τούτου το ακίνητο αυτό ως δημόσια δασική έκταση, κείμενο στις ... ήταν εκτός συναλλαγής και δεν μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί αυτού μεταγενέστερα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού η νομή του ανήκει στο Δημόσιο. Επίσης σχετικά με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε στους ίδιους κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Α…, του έτους 1934, χαρακτηριζόμενο ως αγρός και ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Β., δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι οι τυχόν διακατοχικές πράξεις επί αυτού δεν μπορούσαν να ασκηθούν με διάνοια κυρίου, εφόσον δεν χώρισε οριστική διανομή και κύρωση της ως άνω άτυπης διανομής, ώστε με την παραχώρησή του, να αποξενωθεί το Δημόσιο από αυτό. Κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως από τους ενάγοντες επί των οποίων εκδόθηκε η 1308/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτοί η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατά της ως άνω 53/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, μετά δε την εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την κράτηση και εκδίκαση της υποθέσεως από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, η αγωγή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Κασσάνδρας" να παύσει να διαταράσσει την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο αγροτεμάχιο.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της 1308/2020 προσβαλλόμενης απόφασης, κατά της οποίας στρέφεται, κατά τα προαναφερόμενα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιόν του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής "Δυνάμει του με αριθμό …/24.7.2021 συμβολαίου γονική παροχής της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας ..., που μεταγράφηκε νόμιμα,... ο Σ. Μ. ή Β. του Α., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα δύο τέκνα του τον Ι. Β. και Α. Β. (πρώτο και δεύτερο των εναγόντων) κοινά και αδιαίρετα, ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου του με αριθμό … αγροτεμαχίου εμβαδού 4.285,10 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση “...” της κτηματικής περιοχής του Δ.Δ. Α… του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής και συνορεύει γύρω, όπως εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στην ως άνω πράξη τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Τ., σε πλευρές Α-Β και Β-Γ, 30 και 12,50 γραμμικών μέτρων αντίστοιχα, με το με αριθμό … αγροτεμάχιο, σε πλευρές Γ-Δ και Δ-Ε, 12,50 και 44 γραμμικών μέτρων αντίστοιχα με το με αριθμό … αγροτεμάχιο, σε πλευρές Ε-Ζ και Ζ-Η 35 και 20,20 γραμμικών μέτρων, με το με αριθμό … αγροτεμάχιο, σε πλευρά Η-Θ, 30 γραμμικών μέτρων με το με αριθμό … αγροτεμάχιο, σε πλευρές Θ-Ι και Ι-Κ, 25 και 66 γραμμικών μέτρων αντίστοιχα με το με αριθμό … αγροτεμάχιο και σε πλευρά Κ-Α, 35 γραμμικών μέτρων, με το με αριθμό … αγροτεμάχιο. Αντίστοιχα, οι τρίτη, τέταρτος και πέμπτος και έκτη των εναγόντων, με την με αριθμό …/25.7.2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ... αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης, την ...2.1946, Δ. Μ. ή Β. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και ειδικότερα η μεν πρώτη ως σύζυγος, οι δε τέταρτος, πέμπτος και έκτη από αυτούς ως τέκνα του, η οποία αποτελείται από το υπόλοιπο των 3/6 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου αγροτεμαχίου. Σε αμφότερους τους ως άνω τίτλους των εναγόντων αναφέρεται ότι στην κυριότητα των αμέσων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, το ένδικο αγροτεμάχιο, περιήλθε κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομιά του πατρός τους, Α. Β. ή Μ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε, άνευ διαθήκης, το έτος 1922, και κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από κληρονομιά της αδελφής τους, Ε. Β. ή Μ., που απεβίωσε άτεκνη και άνευ διαθήκης το έτος 1933. Η πρώην κοινότητα και μετέπειτα Δημοτικό Διαμέρισμα, σήμερα δε Τοπική Κοινότητα Α. ή Α. είναι ένα από τα παλαιότερα χωριά της Κασσάνδρας Χαλκιδικής και ο ομώνυμος οικισμός προϋφίσταται του έτους 1923. Είναι κτισμένη σε βράχο και το μεγαλύτερο μέρος της κτηματικής περιοχής βρίσκεται σε μεγάλη υψομετρική διαφορά από το επίπεδο της θάλασσας. Ο οικισμός της Α. κατοικούνταν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και από τότε είχε ήδη δημιουργηθεί δίκτυο ημιονικών οδών και ατραπών που εξυπηρετούσε τους αγρότες και αλιείς κατοίκους της περιοχής. Το έτος 1934 έλαβε χώρα η σύνταξη ενός κτηματολογικού πίνακα της Κοινότητας, στον οποίο καταγράφηκαν οι εκτάσεις της τότε Κοινότητας και τα ονόματα των κατοίκων που ήταν οι φερόμενοι δικαιούχοι αυτών. Στον πίνακα αυτής της διανομής, το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται στο αρ. 3 φύλλο αυτού, με αριθμό τεμαχίου …, με έκταση 4.990 τ.μ., χαρακτηρίζεται ως αγρός και ως ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Β.. Στον ίδιο πίνακα, εμφαίνονται και τα γύρωθεν του επιδίκου ακινήτου τεμάχια με αριθμούς ... , εκ των οποίων το ... χαρακτηρίζεται ως λιβάδι με ιδιοκτήτη τον Π. Π. και τα λοιπά ως αγροί ιδιοκτησίας των αναφερομένων στον πίνακα ιδιοκτητών. Επίσης με την με αρ. …/651 από 27 Ιανουαρίου 1938 απόφαση του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο αρ. 27/3.2.1938 ΦΕΚ (τεύχος Β) εγκρίθηκε η οριστική διανομή γαιών (αγρών) του συνοικισμού Α., της περιφέρειας του Νομού Χαλκιδικής. Το επίδικο τεμάχιο με αρ. 1165 χαρακτηρισθέν ως αγρός κληρονόμων Α. Β., δεν απαλλοτριώθηκε ποτέ για την αποκατάσταση των ακτημόνων του συνοικισμού Α., αφού ποτέ, δεν χαρακτηρίστηκε ως διαθέσιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, ούτε και παραχωρήθηκε σε κάποιον άλλον κληρούχο. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 28767/18.12.1967 απόφαση της Νομαρχίας Χαλκιδικής, διαλύθηκε ο ΣΑΑΚ Α. Χαλκιδικής και μεταβιβάστηκαν οι κοινόχρηστες εκτάσεις του ομωνύμου αγροκτήματος άνευ καταβολής τιμήματος στο νομικό πρόσωπο της Κοινότητας Α., η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ αρ. 9/10.1.1968 ΦΕΚ (τεύχος Β). Συγκεκριμένα μεταβιβάστηκαν τα υπ' αρ. ... τεμάχια, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται ως κοινόχρηστη έκταση το επίδικο, αλλά ούτε και τα πέριξ αυτού τεμάχια, τα οποία επίσης όπως και το επίδικο ακίνητο δεν σημειώθηκαν στον Κτηματολογικό πίνακα της Διανομής ως διαθέσιμες εκτάσεις για την αποκατάσταση των ακτημόνων του Συνοικισμού. Άλλωστε, όπως προκύπτει τόσο από την ιστορία του οικισμού Α., οι κάτοικοι αυτού ήταν ντόπιοι , κατοικούσαν σ'αυτόν από Τουρκοκρατίας και είχαν τα χωράφια τους τα οποία ήταν ιδιοκτησίες, οι κληρονόμοι δε αυτών προσήλθαν στα τοπογραφικά συνεργεία της Διανομής και δήλωσαν τα τεμάχια τα οποία κατείχαν και εκμεταλλεύονταν, γεγονός που αποτυπώθηκε και στον ανωτέρω Κτηματολογικό πίνακα. Το επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται εντός της περιοχής του αγροκτήματος Α., και εκτός σχεδίου πόλεως, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας καλλιεργούνταν από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Σ. Β., πατέρας του Ι. και Α. Β. είχε παντρευτεί την κόρη του παππού της Α. Κ., Α. Μ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1882, το όνομα της οποίας ήταν Β., και από τότε καλλιεργούσαν το επίδικο ακίνητο ως αγρό και σε ένα κομμάτι αυτού είχαν φυτέψει και αμπέλι. Στη συνέχεια καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο, επίσης επί Τουρκοκρατίας και πολύ πριν την απελευθέρωση της Μακεδονίας, ο Α. Β., γιός του Σ. Β., ο οποίος το έσπερνε με σιτάρι το όργωνε με τα ζώα και διατηρούσε το αμπέλι εντός της έκτασης αυτού. Ο παππούς των εναγόντων Α. Β., απεβίωσε το έτος 1933, και οι γονείς αυτών Σ. και Δ. Β., συνέχισαν να καλλιεργούν το αγροτεμάχιο, από τμήμα δε αυτού εξόρυξη ασβεστόπετρας, από την οποία παρήγαγαν ασβέστη, που τον χρησιμοποιούσαν και για την κατασκευή της οικίας των. Ακολούθως τα τέκνα του αποβιώσαντος το έτος 1944 Δ. Β., Κ. και Α. Β. του Δημητρίου, από κοινού με τον θείο τους Σ. Β., προέβαιναν σε πράξεις εκμετάλλευσης του ασβεστοκάμινου που υπήρχε στο επίδικο ακίνητο, καλλιεργούσανε αυτό και βοσκούσανε τα πρόβατά τους μέχρι το έτος 1957, ενώ από το έτος 1977 οι ανωτέρω νοίκιασαν το επίδικο ακίνητό τους στο Ν. Θ., ο οποίος κατασκεύασε και μαντρί από ξύλα και λαμαρίνες για τα ζώα του. Σε συνέπεια με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το επίδικο ακίνητο με αρ. τεμαχίου 1165, χαρακτηρίστηκε στον Κτηματολογικό πίνακα της Οριστικής Διανομής του αγροκτήματος Α., ως αγρός ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Β., όπως έγινε και με τα λοιπά όμορα και μη όμορα τεμάχια του αγροκτήματος Α., τα οποία ως καλλιεργήσιμες εκτάσεις από τουρκοκρατίας, από τους ντόπιους κατοίκους του Συνοικισμού της Α., χαρακτηρίστηκαν στον αυτό Κτηματολογικό Πίνακα της Οριστικής Διανομής του αγροκτήματος Α. ως αγροί ιδιοκτησίας των αναφερομένων στον Κτηματολογικό Πίνακα ατόμων. Ειδικότερα, και λόγω του ότι ο παππούς των εναγόντων Α. Β., γιός του Σ. Β., ο οποίος το έσπερνε με σιτάρι το όργωνε με ζώα και διατηρούσε το αμπέλι εντός της έκτασης του επιδίκου ακινήτου, συνέχισε να ασκεί το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως με αυτοπρόσωπη καλλιέργεια και συγκομιδή των καρπών χωρίς δικαστική αμφισβήτηση τρίτου και του Ελληνικού δημοσίου τουλάχιστον μέχρι της ισχύος του διατάγματος 2468/20.5.1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917, ήτοι για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, το δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης, που είχε επί του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου - αγρού μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 4/5 και κατά το υπόλοιπο 1/5 περιήλθε στο Ελληνικό δημόσιο. Η κτήση του δικαιώματος εξουσίασης επί του αγρού με τον ανωτέρω τρόπο αναγνωρίστηκε με το ανωτέρω διάταγμα (2468/20.5.2017), που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917 καθώς και με το νόμο 2052/1920 (άρθρο 50), δεδομένου ότι η δεκαετία συμπληρώθηκε μέχρι την 20.5.2018, ορίστηκε δε με το άρθρο 49 του τελευταίου αυτού νόμου ότι ο έχων δικαίωμα εξουσίασης αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5. Τελικά, δυνάμει των άρθρων 101-114 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17,18 και 19 του α.ν. 1540/1938, περιήλθε αυτοδικαίως, χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, στον γενόμενο ως άνω κύριο Α. Β. γιο του Σ. Β. κατά τα 4/5 και το υπόλοιπο 1/5, με αποτέλεσμα να καταστεί ο ανωτέρω αποκλειστικός κύριος του παρ' αυτού εξουσιασθέντος αγρού εκτάσεως 4.285,10 τ.μ., του Αγροκτήματος Α.. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί, ότι από το έτος 1944 η εκμετάλλευση του επιδίκου ακινήτου εστιάζεται περισσότερο στην εξόρυξη ασβεστόπετρας, που είχε ως συνέπεια και τη δημιουργία έντονης κλίσης στο επίδικο, και στη βόσκηση ζώων, το γεγονός όμως αυτό δεν ανατρέπει το ότι το επίδικο ακίνητο αγρός επί τουρκοκρατίας καλλιεργούνταν από τους ανωτέρω απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και έτσι σύμφωνα με τα ανωτέρω περιήλθε στην πλήρη κυριότητα του Α. Β. του Σ.. Για τους ίδιους λόγους δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης το ότι, η επίδικη έκταση, με το με αριθμ. πρωτ. …/23.10.2009 έγγραφο του Δασαρχείου Κασσάνδρας, βεβαιώνεται ότι είναι από το 1945 και μέχρι σήμερα Δάσος του Δημοσίου και ακολούθως με τη με αριθμό …/10.11.2009 πράξη χαρακτηρισμού του ως άνω Δασαρχείου, σε σχέση με το αυτό επίδικο ακίνητο, α) το βόρειο τμήμα εμβαδού 750 τμ χαρακτηρίζεται ως δάσος αειφύλλων πλατυφύλλων με ποσοστό κάλυψης 95%, κλίση εδάφους έως 80%, β) το νότιο τμήμα εμβαδού 2.200 τμ χαρακτηρίζεται ως δάσος αειφύλλων πλατυφύλλων με ποσοστό κάλυψης 90%, κλίση εδάφους έως 60%,ενώ γ) το κεντρικό τμήμα αυτού (εδαφολωρίδα ταυτιζόμενη με την επίδικη οδό) εμβαδού 852,43 τμ χαρακτηρίζεται ως μη δασικό, έχον την ίδια μορφή από το έτος 1945 και μέχρι σήμερα. Ομοίως, και η επικαλούμενη στην προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο Δήμο, από 17.4.2008 ειδική τεχνική έκθεση του Δασολόγου Κ. Τ. φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1960, 1980 και 1993, από την οποία συνάγεται η ύπαρξη εκατέρωθεν του άξονα του δρόμου μόνιμης δασικής θαμνώδους βλάστησης από πρίνο και κέδρο, τοποθετείται χρονικά μετά το χρονικό διάστημα της εκμετάλλευσης του επιδίκου ακινήτου από τους ανωτέρω απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε ουδεμία άλλη ενέργεια προέβη το Δασαρχείο για το συγκεκριμένο ακίνητο...”. Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με βάση τις ως άνω παραδοχές του δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο “... που έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσια γαία, καθόσον είχε το χαρακτήρα δασικής έκτασης, που περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την απελευθέρωση του έτους 1912, δικαιώματι πολέμου, βάσει του άρθρου 60 της Συνθήκης της Λωζάνης σε συνδυασμό με το ν. περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι εξουσιαζόταν βάσει τίτλου ταπίου, αφού οι ενάγοντες ούτε επικαλούνται ούτε προσκομίζουν τέτοιο τίτλο, καθώς επίσης, ότι, εξουσίαση επί δεκαετία πριν από την 20.5.1917, σχετικά με το με αριθμό … φερόμενο στον προσωρινό Κτηματολογικό πίνακα αγροτεμάχιο δεν αποδείχθηκε και ότι αφού δε χώρισε οριστική διανομή και κύρωση αυτής το Δημόσιο, δεν αποξενώθηκε από την κυριότητα της έκτασης που δεν παραχώρησε, εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις...”. Ειδικότερα, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε καταρχήν, ως προς το αμφισβητούμενο ζήτημα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου τα εξής: 1) ότι το με αριθμό … αγροτεμάχιο αυτό, εμβαδού 4.285,10 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση “...” της κτηματικής περιοχής του Δ.Δ. Α. του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, στον ομώνυμο οικισμό ο οποίος προϋφίσταται του έτους 1923, κατοικούνταν από την εποχή της τουρκοκρατίας από ντόπιους κατοίκους και από τότε είχε ήδη δημιουργηθεί δίκτυο ημιονικών οδών και ατραπών που εξυπηρετούσε τους αγρότες και αλιείς κατοίκους της περιοχής, καθόσον το μεγαλύτερο τμήμα της κτηματικής του περιοχής βρίσκεται σε μεγάλη υψομετρική διαφορά από τη θάλασσα. 2) ότι την κυριότητα του ως άνω ευρισκομένου εντός της περιοχής του αγροκτήματος Α., και εκτός σχεδίου πόλεως αγροτεμάχιου απέκτησαν οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, με το με αριθμό …/24.7.2021 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού, πατέρα τους, Σ. Μ. ή Β. του Α., ενώ την κυριότητα του έτερου ποσοστού 3/6 εξ αδιαιρέτου επί αυτού απέκτησαν οι λοιποί ενάγοντες, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος αδιάθετου στις 13.2.1946 αληθούς κυρίου, συζύγου της τρίτης και πατέρα των λοιπών, Δ. Μ. ή Β. του Α. , την οποία αποδέχθηκαν με την .../25.7.2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, 3) ότι στους ως άνω άμεσους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομιά του αληθούς κυρίου αυτού, πατρός τους Α. Β. ή Μ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε, άνευ διαθήκης, το έτος 1922, και κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από κληρονομιά της αδελφής τους Ε. Β. ή Μ., που απεβίωσε άτεκνη και άνευ διαθήκης το έτος 1933, γεγονότα που αναφέρονται σε αμφότερους τους ως άνω τίτλους των εναγόντων, 4) ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο - παππού των εναγόντων Α. Β. είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο με διαδοχή στη νομή του από τον πατέρα του και προπάππο των εναγόντων, Σ. Β., ο οποίος το καλλιεργούσε, με τη σύζυγό του, ως αγρό και σε ένα κομμάτι αυτού είχε φυτέψει και αμπέλι, τουλάχιστον από το έτος 1882, ενώ στη συνέχεια καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο, επίσης επί Τουρκοκρατίας και πολύ πριν την απελευθέρωση της Μακεδονίας, ο Α. Β., γιός του Σ. Β., ο οποίος το έσπερνε με σιτάρι το όργωνε με τα ζώα και διατηρούσε το αμπέλι εντός της έκτασης αυτού, μέχρι το έτος 1933, οπότε αποβίωσε. 5) ότι εφόσον ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Σ. Β., καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο τουλάχιστον από το έτος 1882, και μετά την παραχώρησή της νομής του στο γιό του, Α. Β., ο τελευταίος συνέχισε να ασκεί το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως με αυτοπρόσωπη καλλιέργεια και συγκομιδή των καρπών χωρίς δικαστική αμφισβήτηση τρίτου και του Ελληνικού Δημοσίου τουλάχιστον μέχρι της ισχύος του διατάγματος 2468/20.5.1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917, ήτοι για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, το δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης, που είχε επί του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου - αγρού μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 4/5 και κατά το υπόλοιπο 1/5 περιήλθε στο Ελληνικό δημόσιο. 6) ότι η κτήση του δικαιώματος εξουσίασης επί του αγρού με τον ανωτέρω τρόπο αναγνωρίστηκε με το ανωτέρω διάταγμα (2468/20.5.2017), που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917 καθώς και με το νόμο 2052/1920 (άρθρο 50), δεδομένου ότι η δεκαετία συμπληρώθηκε μέχρι την 20.5.2018, ορίστηκε δε με το άρθρο 49 του τελευταίου αυτού νόμου ότι ο έχων δικαίωμα εξουσίασης αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 και εν τέλει δυνάμει των άρθρων 101-114 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17,18 και 19 του α.ν. 1540/1938, περιήλθε αυτοδικαίως, χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, στον γενόμενο ως άνω κύριο Α. Β., γιο του Σ. Β., κατά τα 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 , με αποτέλεσμα να καταστεί ο ανωτέρω αποκλειστικός κύριος του παρ αυτού εξουσιασθέντος αγρού εκτάσεως 4.285,10 τ.μ., του Αγροκτήματος Α.. 7) ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Σ. και Δ. Β., μετά το θάνατο του πατρός τους Α. Β., ή Μ. συνέχισαν την καλλιέργεια του αγροτεμαχίου, από τμήμα δε αυτού εξόρυξαν ασβεστόπετρα από την οποία παρήγαγαν ασβέστη, που τον χρησιμοποιούσαν και για την κατασκευή της οικίας των. 8) ότι ήδη από το έτος 1934 οπότε συντάχθηκε ο Κτηματολογικός πίνακας διανομής της τότε Κοινότητας Α. και στον οποίο καταγράφηκαν οι εκτάσεις αυτής και τα ονόματα των κατοίκων που ήταν οι φερόμενοι δικαιούχοι τους, το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται στο αρ. 3 φύλλο αυτού, με αριθμό τεμαχίου …, με έκταση 4.990 τ.μ., χαρακτηρίζεται ως αγρός και ως ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Β., όπως επίσης ως αγροί εμφαίνονται και χαρακτηρίζονται στον ίδιο πίνακα και τα όμορα του επιδίκου ακινήτου τεμάχια με αριθμούς ... ιδιοκτησίας των επίσης αναφερομένων στον πίνακα ιδιοκτητών, ενώ το ... τεμάχιο χαρακτηρίζεται ως λιβάδι με ιδιοκτήτη τον Π. Π.. 9) ότι με την με αρ. 24651/651 από 27 Ιανουαρίου 1938 απόφαση του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο αρ. 27/3.2.1938 ΦΕΚ (τεύχος Β ) εγκρίθηκε η οριστική διανομή γαιών (αγρών) του συνοικισμού Α., της περιφέρειας του Νομού Χαλκιδικής και το επίδικο τεμάχιο με αρ. 1165 χαρακτηρισθέν ως αγρός κληρονόμων Α. Β., δεν απαλλοτριώθηκε ποτέ για την αποκατάσταση των ακτημόνων του συνοικισμού Α., αφού ποτέ, δεν χαρακτηρίστηκε ως διαθέσιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, ούτε και παραχωρήθηκε σε κάποιον άλλον κληρούχο, 10) ότι μέχρι το έτος 1944, οπότε αποβίωσε ο Δ. Β., τα τέκνα αυτού, Α. και Κ. Β., τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων από κοινού με τον θείο τους Σ. Β., συνέχισαν να το καλλιεργούν, προέβαιναν σε πράξεις εκμετάλλευσης του ασβεστοκάμινου που υπήρχε στο επίδικο ακίνητο, βοσκούσανε τα πρόβατά τους μέχρι το έτος 1957, ενώ από το έτος 1977 νοίκιασαν το επίδικο ακίνητο στο Ν. Θ., ο οποίος κατασκεύασε και μαντρί από ξύλα και λαμαρίνες για τα ζώα του. 10) ότι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης τα έγγραφα του Δασαρχείου Κασσάνδρας (…/23.10.2009, …/10.11.2009) με τα οποία βεβαιώνεται και χαρακτηρίζεται το επίδικο ακίνητο ως δάσος του Δημοσίου από το έτος 1945, με εξαίρεση τμήμα του εμβαδού 852,43 τμ το οποίο χαρακτηρίζεται ως μη δασικό, ούτε η από 17.4.2008 ειδική τεχνική έκθεση του Δασολόγου Κ. Τ. για την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1960, 1980 και 1993, σχετικά με την ύπαρξη εκατέρωθεν του άξονα του δρόμου μόνιμης δασικής θαμνώδους βλάστησης από πρίνο και κέδρο, η οποία τοποθετείται χρονικά μετά το χρονικό διάστημα της εκμετάλλευσης του επιδίκου ακινήτου από τους ανωτέρω απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων..." Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος Κασσάνδρας αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ . Με το πρώτο μέρος του ως άνω λόγου αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως ενάγοντες, σχετικά με τον επικαλούμενο από αυτούς παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους από το ίδιο ως εναγόμενο, όφειλαν να την συμπληρώσουν στο στάδιο της προσθήκης και αντίκρουσής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πράγμα που δεν έπραξαν ούτε επικαλέσθηκαν πράξεις νομής από αυτόν, αλλά, αντιθέτως, προέβαλαν για πρώτη φορά με τους πρόσθετους λόγους έφεσης και με τις προτάσεις τους επί της εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής ισχυρισμούς με τους οποίους μετέβαλαν απαράδεκτα την ιστορική βάση της αγωγής τους. Ειδικότερα, υποστηρίζει το αναιρεσείον ότι ενώ οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν για πρώτη φορά με τους πρόσθετους λόγους της έφεσής τους ισχυρισμούς περί κτήσεως κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από αυτούς με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μεταβάλλοντας τη βάση της αγωγής τους, το Εφετείο δεν τους κήρυξε απαράδεκτους, αλλά τους δέχθηκε, λαμβάνοντας επίσης απαράδεκτα υπόψη του, για την απόδειξη των ισχυρισμών αυτών των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, τις …/2019 και …/2019 ένορκες βεβαιώσεις του Ι. Α. και της Α. Κ., την οποία μάλιστα "ενσωμάτωσε" αυτούσια στην απόφαση του. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου (πρώτου) λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή με αυτήν έγιναν δεκτοί ισχυρισμοί με τους οποίους οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, σχετικά με το ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας (συγκυριότητας) από τους ίδιους επί του επιδίκου ακινήτου, με πρωτότυπο τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, απαράδεκτα έγιναν δεκτοί με την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, που οδήγησαν σε μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, με τους οποίους αυτοί υποστήριξαν για πρώτη φορά με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, ότι η άτυπη διανομή του έτους 1934 του ως άνω αγροκτήματος της πρώην Κοινότητας Α., στον Κτηματολογικό πίνακα της οποίας, που συντάχθηκε κατά το ίδιο έτος είχαν καταχωρηθεί ως συνιδιοκτήτες οι άμεσοι δικαιοπάροχοι - γονείς τους, Σ. Β. και Δ. Β., είχε καταστεί οριστική καθόσον είχε κυρωθεί με την 24651/65127.1.1938 απόφαση του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Αριθμός 27 στις 3.2.1938, γεγονός που προκύπτει και από το με αριθμό πρωτοκόλλου 231 (7435)/10.4.2019 του οικείου Τμήματος της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, που εκδόθηκε σε απάντηση σχετικού αιτήματός, ενώ, επίσης κυρώθηκε και με δύο νομοθετήματα κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ΝΔ 3958/1959 και κατά το άρθρο 3 παρ. 6 του ΝΔ 1189 της 24/28.6.1972 .
Σχετικά με τον ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως, όπως ήδη διεξοδικά εκτέθηκε παραπάνω στα πλαίσια του περιεχομένου της αγωγής, οι ενάγοντες ανέφεραν σε αυτήν ότι κατέστησαν κύριοι (συγκύριοι) του επίδικου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους ο καθένας, με παράγωγο τρόπο, ήτοι οι μεν δύο πρώτοι με τη μεταβίβαση σε αυτούς με το …/24.7.2001 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας ..., από τον προηγούμενο αληθή κύριο (συγκύριο) πατέρα τους Σ. Β. ή Μ., οι δε λοιποί με κληρονομική διαδοχή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προηγούμενου αληθούς κυρίου (συγκυρίου) αυτού Δ. Β. ή Μ., την οποία αποδέχθηκαν με νόμιμα μεταγραμμένη .../24.7.2001 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Επίσης, οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν ότι κατέστησαν κύριοι (συγκύριοι) του επιδίκου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την άσκηση νομής επί αυτού αρχικά από τους δικαιοπαρόχους τους και στη συνέχεια από τους ίδιους, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, τουλάχιστον από το έτος 1933, οπότε αποβίωσε ο απώτατος δικαιοπάροχός τους Α. Β., μέχρι το έτος 2014, οπότε ασκήθηκε η αγωγή τους, με διάνοια συγ(κυρίων) με την αναφορά ανενόχλητης άσκησης συγκεκριμένων πράξεων νομής, επίβλεψη, περίφραξη, καλλιέργεια με σιτάρι, όργωμα, διατήρηση αμπελιού, βόσκηση ζώων, δημιουργία ασβεστοκάμινου, εξόρυξη ασβεστόπετρας, εκμετάλλευση για την παραγωγή και πώληση ασβέστη, κατασκευή οικίας εντός αυτού, εκμετάλλευση με την εκμίσθωσή του σε συγκεκριμένο μισθωτή, ο οποίος καλλιεργούσε το ακίνητο με τριφύλλι και κατασκεύασε στο ίδιο μαντρί για τα ζώα του. Όσον αφορά δε στον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, στην ως άνω αγωγή, σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, εκτίθετο καθ' υποφοράν ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, τόσο από τους άμεσους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, Σ. Β. ή Μ. και Δ. Β. ή Μ., όσο και από τον απώτατο δικαιοπάροχό τους, Α. Β.ς με την σαφή μνεία ότι πριν από το έτος 1933, οπότε αποβίωσε, το καλλιεργούσε με σιτάρι, το όργωνε με ζώα, και διατηρούσε αμπέλι εντός αυτού, ο παππούς τους, ... και ότι έκτοτε μετά το θάνατό του συνέχισαν να το καλλιεργούν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι - γονείς τους, Σ. Β. και Δ. Β., οι οποίοι ήσαν αδέλφια, διενεργώντας τις προαναφερόμενες πράξεις νομής επί αυτού, στο οποίο ήδη είχαν καταχωρηθεί ως συνιδιοκτήτες στον συνταχθέντα το έτος 1934 Κτηματολογικό πίνακα διανομής της πρώην Κοινότητας Α., τη νομή (συννομή) δε του επιδίκου ακινήτου συνέχισαν να ασκούν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι. Μετά την επικαλούμενη αμφισβήτηση από τον αναιρεσείοντα Δήμο της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων με την αναφορά ότι μάλλον το επίδικο ακίνητο ήταν δάσος, ανεπίδεκτο καλλιέργειας, στην προσθήκη και αντίκρουσή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι ίδιοι έκαναν μνεία ότι αναφορικά με το ζήτημα της έκτακτης χρησικτησίας επί του επιδίκου ακινήτου, αποδείχθηκε ότι ο προπάππος τους κατείχε και νεμόταν αυτό από το έτος 1870 και έπειτα και για το λόγο αυτό το Υπουργείο Γεωργίας κατά τη σύνταξη του πίνακα της οριστικής διανομής που δημοσιεύθηκε το έτος 1934, κατέγραψε αυτό ως αγρό ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Μ., και ότι το ακίνητο αυτό ο προπάππος τους το είχε παραχωρήσει πολύ πριν από το θάνατό του, στον παππού τους Α. Μ., ο οποίος συνέχισε τη νομή του , κατά τα προαναφερόμενα. Υπό τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αναφερθεί καθ' υποφοράν στην αγωγή τους σε συγκεκριμένες πράξεις νομής επί αυτού από τον απώτερο δικαιοπάροχό τους πριν από το έτος 1933, και ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας, καθώς και των άμεσων δικαιοπαρόχων τους, που τον διαδέχθηκαν στην νομή, μετά το θάνατό του, ενώ με την προσθήκη και αντίκρουσή τους, συμπλήρωσαν αυτήν και ως προς την νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου από τον απώτατο δικαιοπάροχό τους, προπάππο τους, τουλάχιστον από το έτος 1870, οπότε τα όσα ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, οι οποίοι, ας σημειωθεί, παραδεκτά αναφέρονται σε κεφάλαια που προσβλήθηκαν με την έφεση και σε κεφάλαια αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά, καθώς και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους σχετικά με τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν συνιστούν νέα περιστατικά που μετέβαλαν την ιστορική βάση της αγωγής τους.
Συνεπώς, η προτεινόμενη πλημμέλεια της λήψης υπόψη των ως άνω ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων, από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται αποκλειστικά σε παραδοχές της ίδιας, που δεν αποτελούν διάφορα ή εκτός της αγωγής των αναιρεσιβλήτων περιστατικά, τα οποία με τις παραδοχές προσδιορίζονται ακριβέστερα, χωρίς τούτο να επάγεται μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής, αλλά είναι περιστατικά που προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από τις αποδείξεις και κατατείνουν τόσο στην ενίσχυση της βάσης της αγωγής, όσο και στην αποδυνάμωση της ένστασης του αναιρεσείοντος, περί του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δημόσια δασική έκταση, την οποία με τους ως άνω ισχυρισμούς τους αρνήθηκαν αιτιολογημένα οι αναιρεσίβλητοι , και παραδεκτά συμπλήρωσαν και διευκρίνισαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ιδιαιτέρως εφόσον η ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος είχε κριθεί ως νόμω και ουσία βάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τα προαναφερόμενα. Με βάση τα παραπάνω, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του πρώτου μέρος του, με το οποίο το αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Ο ίδιος ως άνω (πρώτος) λόγος αναίρεσης, τόσο κατά το δεύτερο τμήμα του πρώτου μέρους όσο και κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την επικαλούμενη παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε απαράδεκτα έλαβε υπόψη του περιστατικά που αναφέρονταν: α) στις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως για πρώτη φορά ενώπιόν του ως άνω ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι. Α. και Α. Κ., β) στα ως άνω προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως επίσης για πρώτη φορά ,από τους αναιρεσίβλητους έγγραφα, σχετικά με την οριστική διανομή του αγροκτήματος Α., δεχόμενο ως αποδειχθέντα τα περιστατικά αυτά ,τα οποία στήριζαν ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, που συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, οι ένορκες βεβαιώσεις των ως άνω μαρτύρων και τα προαναφερόμενα έγγραφα , δεν συνιστούν ισχυρισμούς που μετέβαλαν απαράδεκτα την ιστορική βάση της αγωγής, αλλά αποτελούν νέα αποδεικτικά μέσα, των οποίων σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ήταν επιτρεπτό να γίνει επίκληση και προσαγωγή κατά την κατ' έφεση δίκη, εφόσον, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση, η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 746/2022, ΑΠ 284/2018), ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να αποκρούσει τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν πρώτη φορά σ'αυτό ως απαράδεκτα, αν έκρινε ανελέγκτως ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν τα είχαν προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, κρίση που δεν περιλήφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση.
IV. Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται, όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υποθέσεως δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 812/2021, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1780/2022, 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επίσης, η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1618//2023, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018). Αμφότεροι οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων , οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη διεξοδικά εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε συνέπεια με τα προαναφερόμενα περιστατικά που περιέχονται στις παραδοχές του, δέχθηκε, ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν αγρό τον οποίο νέμονταν οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους (άμεσοι, απώτερος και απώτατος), από την εποχή της τουρκοκρατίας, τουλάχιστον από το έτος 1882, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής, (την καλλιέργεια με σιτηρά και αμπέλι, δημιουργία ασβεστοκάμινου και εξόρυξη ασβέστη, περίφραξη, επίβλεψη κλπ.), καθώς και ότι αυτό ουδέποτε υπήρξε δασική έκταση, ήτοι δημόσια γαία, που ανήκε επί Τουρκοκρατίας στο Τουρκικό Δημόσιο και επομένως το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, σχετικά με τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα χαρακτηρισμό του επιδίκου ακινήτου ως δημόσια δασική έκταση, επί της οποίας δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική έκταση, ήτοι αγρό που καλλιεργούνταν από τον απώτατο και απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων τουλάχιστον μέχρι της ισχύος του διατάγματος 2468/20.5.1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917, ήτοι για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, οπότε το δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης, αυτών επί του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου - αγρού μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας με τον ως άνω επακολουθήσαντα νόμιμο τρόπο (άρθρο 50 Ν. 2052/1920, άρθρα 101-114 του διατάγματος της 11/11.12.1929) και ουδέποτε υπήρξε δασική έκταση, ήτοι δημόσιο κτήμα που περιήλθε με νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274. Εξάλλου, αβάσιμος είναι και ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την εκ πλαγίου παραβίαση των επικαλούμενων από αυτό ανωτέρω διατάξεων του διατάγματος 2468/20.5.1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917, του άρθρου 50 Ν. 2052/1920, των άρθρων 101-114 του διατάγματος της 11/11.12.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4261929. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα περιστατικά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με τον προαναφερόμενο τρόπο απόκτησης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου - καλλιεργήσιμου αγρού, από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και τους ίδιους.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον, επικαλούμενο την ίδια αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάστηκαν ευθέως οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 Ν. 31472003 που καταργήθηκε με το άρθρο 37 Ν. 3147/2012, καθώς και τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 242 και του άρθρου 246 παρ. 1 και 5 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29106.12.1949), όπως η παρ. 1 του άρθρου 246 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του νδ. 3194. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται, ότι, ενώ μόνοι οι κτηματολογικοί πίνακες και τα επί αυτών σχεδιαγράμματα δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την ιδιοκτησία των αναγραφομένων σε αυτούς δικαιούχων, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι με την καταχώρηση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων τον ως άνω Κτηματολογικό πίνακα διανομής του Αγροκτήματος Α., αυτός απέκτησε την κυριότητά του, χωρίς να έχει εκδοθεί παραχωρητήριο και μεταγραφή του, κατά παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που ορίζουν ότι για να αποκτηθεί κυριότητα σε ακίνητο που χαρακτηρίζεται ως "ξένο τεμάχιο" σε οριστική διανομή, δεν αρκεί η καταχώρησή του στον οικείο Κτηματολογικό πίνακα, αλλά πρέπει να επακολουθήσει η διαδικασία των άρθρων 242 παρ. 1 και 246 του Αγροτικού Κώδικα, προκειμένου είτε να αναγνωριστεί η επί αυτού κυριότητα του ενδιαφερόμενου, είτε να λάβει ο ίδιος σε αντάλλαγμα άλλο ισάξιο τεμάχιο, είτε για να μεταβιβαστεί αυτό στο Δημόσιο , με την καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης, σύμφωνα με τον κώδικα απαλλοτριώσεων. Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι στο επίδικο ακίνητο απέκτησε κυριότητα ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων με την καταχώρησή του στον ως άνω Κτηματολογικό πίνακα, και ότι αυτό περιλήφθηκε στην οριστική διανομή, χωρίς να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, ενώ, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο "δεν απαλλοτριώθηκε ποτέ για την αποκατάσταση των ακτημόνων του συνοικισμού Α., αφού ποτέ δεν χαρακτηρίσθηκε διαθέσιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα ούτε και παραχωρήθηκε σε κάποιον άλλο κληρούχο..." και, αντιθέτως, χαρακτηρίσθηκε στον Κτηματολογικό πίνακα της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Α. ως αγρός ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Β.. Επίσης, δεν δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η απόκτηση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου επήλθε με "μόνη" την καταχώρισή του στον ως άνω Κτηματολογικό πίνακα, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει στον λόγο αυτό αναιρέσεως, ο αναιρεσείων Δήμος, αλλά ότι η κυριότητα επί του επιδίκου αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την άσκηση επί αυτού, ως καλλιεργήσιμης έκτασης πράξεων νομής από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μεταγενέστερα, από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων (απώτατο, απώτερο και άμεσους) και από τους ίδιους, κατά τα προαναφερόμενα.
V. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972,1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, αδιακρίτως. Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση των οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, καθορίζουν τη διαδικασία η οποία απαιτείται για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως εθνική ή επαρχιακή. Η απόκτηση όμως του ιδιαίτερου γνωρίσματος μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού Προεδρικού Διατάγματος, ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. Έτσι η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών. Από καμιά διάταξη της κείμενης νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε τυχόν εκδιδόμενη από το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, δεν έχει καμία νομική σημασία, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Επί του ζητήματος του χαρακτήρα μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής αποφαίνονται τα δικαστήρια. Οι δημοτικές και κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό τους ως οδών ή πλατειών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαικό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε, συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1823/2014, ΑΠ 410/2013). Μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 αυτού, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση "ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως" . Τούτο, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (ΑΚ 281) ένσταση του γενικού δόλου (exception doli generalis) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 παρ.2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. Εξάλλου, το άρθρο 20 παρ.1 του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 περί σχεδίων πόλεων απαγορεύει τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων (ιδιωτικών οδών και πλατειών κ.λπ.) με ιδιωτική βούληση. Από τον κανόνα όμως αυτό εισάγεται εξαίρεση στην παρ.3 του ίδιου άρθρου όσον αφορά τους κοινόχρηστους χώρους που σχηματίσθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την ισχύ του άρθρου αυτού, που ορίζεται από την ισχύ του ΒΔ της 4/16-1-1924 (ήτοι από 1- 3-1924). Έτσι, οι σχηματισθείσες με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρου αυτού ιδιωτικοί οδοί, διατηρούνται και μετά την ισχύ του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 και θεωρούνται κοινόχρηστοι χώροι για την εφαρμογή της Πολεοδομικής εν γένει νομοθεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν διανοιχθεί και σχηματισθεί από τότε. Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί αυτού, αλλά αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. (ΑΠ 954/2017, ΑΠ 222/2019, ΑΠ 451/2015). Στην ειδικότερη δε προαναφερόμενη περίπτωση κατά την οποία προβλέπεται η απόδοση σε ακίνητο της ιδιότητας κοινοχρήστου πράγματος από το νόμο, όπως συμβαίνει με την επέκταση των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων και των χαρακτηρισμό συγκεκριμένων ακινήτων ως κοινοχρήστων (οδών, πλατειών, χώρων πρασίνων κλπ.), η ρυμοτόμηση ακινήτου και ο καθορισμός του ως κοινοχρήστου χώρου συνιστά αναγκαστική απαλλοτρίωση, ως προς την εφαρμογή του οικείου σχεδίου πόλεως, η οποία κηρύσσεται από και με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ του προεδρικού (ή βασιλικού) διατάγματος που εγκρίνει ή τροποποιεί το ρυμοτομικό σχέδιο. Ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τούτων αποκτάται μόνο με τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους (ή την παρακατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) ότε και εντεύθεν περιέρχονται τα ρυμοτομούμενα ακίνητα στην κοινή χρήση (ΑΠ 46/2018, ΑΠ 571/2015, ΑΠ 559/2013), καθώς το ρυμοτομικό διάταγμα αποτελεί απλώς την κήρυξη της απαλλοτριώσεως των προβλεπομένων ως κοινοχρήστων χώρων (ΟλΣτΕ 603/2008). Στο δε άρθρο 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (Α’ 33) {άρθρο 415 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, που κυρώθηκε με το π.δ. της 14/27.7.1999 (Δ’ 580)} ορίζεται ότι "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις”. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση ιδιωτικά ακίνητα, εφόσον αυτά προβλέπονται, από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι και έχουν τεθεί σε κοινή χρήση, με την προϋπόθεση ότι η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη. Επομένως, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση αλλά πρέπει να υπάρχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Με την έννοια αυτή, η ανωτέρω διάταξη δεν αντίκειται στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι η απώλεια της κυριότητας συνδέεται με την υποκειμενική συμπεριφορά του κυρίου του ακινήτου, ο οποίος με τη συναίνεση ή την ανοχή του αποδέχθηκε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ακινήτου και δεν δύναται εκ των υστέρων να προβάλλει καταχρηστικώς δικαιώματα αποζημιώσεως. Στην περίπτωση που συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, επέρχεται μετάθεση της κυριότητας υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α , αδιαφόρως εάν το ακίνητο έχει αφεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την άνω διάταξη, αλλά, αντιθέτως, ο δικαιολογητικός λόγος, που οδήγησε τον νομοθέτη να εισάγει τη συγκεκριμένη ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις. (ΣτΕ 346/2017, ΑΠ 680/2016,1362/2014).
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε κατ' αρχήν ως προς το ζήτημα της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, από τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την περαιτέρω εξέταση της τυχόν διατάραξης αυτής από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα Δήμο, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα των αναιρεσιβλήτων, την οποία απέκτησαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Στη συνέχεια δε, αναφορικά με την επικαλούμενη από τους τελευταίους διατάραξη της κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου και τον ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσείοντος Δήμου ότι προέβη σε πράξεις επί αυτού βάσει δικαιώματός του, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: “...αποδείχθηκε ότι στις 28/6/2007 επιδόθηκε στους ενάγοντες η από 6/6/2007 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία-πρόσκληση του Δημάρχου Κασσάνδρας Αρ. Κ., όπου, αφού δήλωνε ότι υπήρχε σε επαφή με την προπεριγραφείσα ιδιοκτησία τους (δηλαδή το επίδικο ακίνητο), "αγροτικός δρόμος πλάτους 2 μέτρων”, ότι το θέρος του έτους 2002 είχαν παραχωρήσει "το δικαίωμα στο Δήμο να ασφαλτοστρώσει τον... δρόμο σε πλάτος... 6 μέτρων" και ότι πληροφορηθέντες την επικείμενη ασφαλτόστρωση τοποθέτησαν - αντίθετα με την καλή πίστη και τα συναλλακτκά της ήθη - φράκτη με αποτέλεσμα να παρεμποδίσουν τόσο την ασφαλτόστρωση "του κοινόχρηστου αγροτικού δρόμου”, όσο και το κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων "διαπλατυθέν τμήμα”, διαμαρτυρόταν για την "χωρίς κανένα απολύτως δικαίωμα" παρακώλυση του "προγραμματισθέντος" δημοτικού έργου και για την "απαράδεκτη, αυθαίρετη και παράνομη" συμπεριφορά τους, καλώντας τους εντός 5 ημερών να απομακρύνουν τον φράκτη και να ελευθερώσουν το δρόμο "προκειμένου να προχωρήσει το έργο της ασφαλτόστρωσης”, διαφορετικά ο Δήμος θα ζητούσε να τους καταλογισθούν οι ποινικές και αστικές ευθύνες. Αμέσως στις 3.7.2007, οι συνιδιοκτήτες του αγροτεμαχίου επέδωσαν στον Δήμαρχο Κασσάνδρας και κοινοποίησαν και στον Νομάρχη Χαλκιδικής την από 2/7/2007 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία και πρόσκληση, όπου του δήλωσαν απερίφραστα ότι δεν είχαν παραχωρήσει κανένα δικαίωμα στον Δήμο, ότι συναινούσαν μεν να διανοιχθεί το αγροτικό μονοπάτι πλάτους 2 μέτρων που εμφαινόταν στην ιδιοκτησία τους και να γίνει δρόμος, πλην όμως ο Δήμος είχε ήδη τότε επιχειρήσει να διανοίξει με μηχανήματα δρόμο στο μέσον του αγροτεμαχίου τους, καταπατώντας το, χωρίς να προηγηθεί καμία νόμιμη διαδικασία και τον καλούσαν να μην προβεί "σε ουδεμία ενέργεια αν δεν προηγηθούν όλες οι νόμιμες διαδικασίες”, να σταματήσει οποιαδήποτε "διατάραξη της νομής και κατοχής τους" και να συζητήσει μαζί τους "πιθανές εξώδικες λύσεις" . Ύστερα από τρίμηνο, αιφνίδια, συνεργείο υπαλλήλων του Δήμου Κασσάνδρας, κατ' εντολή του Δημάρχου απομάκρυνε τμήμα της περιφράξεως του επίδικου αγροτεμαχίου, ενώ το πρωί της 5/10/2007 εισήλθε σ' αυτό, κατ' εντολή του ίδιου Δημάρχου, άλλο συνεργείο υπαλλήλων του Δήμου με σκαπτικό μηχάνημα και διάνοιξε όρυγμα βάθους 30-40 εκατ., πλάτους ενός μέτρου και μήκους 120 μέτρων, όπου τοποθέτησε σωλήνες ύδρευσης, πλην όμως έγιναν αντιληπτοί από τους ενάγοντες, που τους δήλωσαν απερίφραστα την αντίθεσή τους και απεχώρησαν περί ώρα 13.00. Παρά ταύτα την επομένη (6.10.2007), οι συνιδιοκτήτες του αγροτεμαχίου κατέβαλαν εντός του ακινήτου τους τον Ι. Γ., συμβασιούχο Εργάτη (χειριστή μηχανημάτων έργων) του Δήμου Κασσάνδρας ο οποίος χειριζόμενος μικρό φορτωτή σκέπαζε με χώματα το όρυγμα, ενώ σε δύο σημεία του αγροκτήματος είχαν μεταφερθεί "αρκετά κυβικά άμμου”, προοριζόμενα προδήλως για την επικείμενη ασφαλτόστρωση του κατά τον εναγόμενο "κοινόχρηστου δρόμου”. Στις έντονες διαμαρτυρίες του Ι. Β., δόθηκε εντολή στον χειριστή και έφυγε. Από όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι νόμιμα καθιερώθηκε στην κοινή χρήση δρόμος εντός ή σε επαφή με το επίδικο ακίνητο, η οποία ... μπορεί να γίνει μόνο, είτε από το νόμο (χαρακτηρισμός ως κοινοχρήστου δρόμου από το ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο και συντέλεση της αναγκαστικής του απαλλοτρίωσης με την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης), είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη που περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβάλλεται σε μεταγραφή, ειδικότερα δε με σύσταση περιορισμένης δουλείας για κοινή χρήση, ή με σύναψη ενοχικής σχέσεως (λχ. Συμβάσεως δωρεάς σε ΟΤΑ), με παραίτηση προκειμένου το ακίνητο να καταστεί κοινόχρηστο, ή συναίνεση για την καθιέρωση στην κοινή χρήση, ή αναγνώριση της ιδιότητας του ακινήτου ως κοινόχρηστου, είτε εν τέλει με εγκατάλειψη του ακινήτου προ αμνημονεύτου χρόνου. Επίσης ουδείς δρόμος μνημονεύεται στα προαναφερθέντα συμβόλαια, ενώ στο συνημμένο σ' αυτά τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Κ./νου Τ., αποτυπώνεται μεν αγροτικός δίοδος, χωρίς όμως να διευκρινίζεται οτιδήποτε σχετικό μ αυτήν ιδιωτική ή μη, πλάτος κλπ). Εξάλλου, αφενός στο διάγραμμα διανομής έτους 1934 του αγροκτήματος Α. Κασσάνδρας απεικονίζεται σαφώς το υπ' αρ. … αγροτεμάχιο χωρίς κανένα δρόμο, ενώ σε άλλα παρακείμενα αυτού διακρίνονται τέτοιοι και αφετέρου μέχρι και το έτος 1980 δεν αποτυπώνεται καμία συνεχής οδός που να τέμνει το επίδικο ακίνητο και που να επιτρέπει την απρόσκοπτη διέλευση, ώστε να καθίσταται σαφές ότι ουδέποτε καθιερώθηκε στην κοινή χρήση δρόμος εντός η σε επαφή με το επίδικο ακίνητο. Επ’ αυτού και επιπρόσθετα πρέπει να επισημανθεί ότι με την με αριθμό 219/2002 απόφαση του Δήμου Κασσάνδρας διατυπώνεται μεταξύ άλλων ότι το καταπατηθέν τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων που απαιτείται για τη δημιουργία δρόμου, θα συνυπολογισθεί στην εισφορά σε γη κατά την εκπόνηση της Πολεοδομικής μελέτης και της πράξης εφαρμογής του οικισμού Α., γεγονός που καταδεικνύει ότι μέχρι τότε η υφιστάμενη εντός του επιδίκου χωμάτινη οδός, που έχρηζε κατά την άποψη του εναγομένου Δήμου διαμόρφωσης και ασφαλτόστρωσης, δεν είχε αποκτήσει με κανένα νόμιμο τρόπο το χαρακτήρα της κοινοχρησίας, για τους προαναφερόμενους στην παρούσα απόφαση λόγους. Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών ο ισχυρισμός που προέβαλε ο εναγόμενος τόσο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δευτεροβαθμίου, περί του ότι ενήργησε δυνάμει δικαιώματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία ούτε του πολεοδομικού σχεδιασμού κοινοτικής οδού που να διέρχεται τμήμα αυτής εντός του επιδίκου ακινήτου, ούτε προηγήθηκε οποιαδήποτε τεχνική μελέτη για την τοποθέτηση σωλήνων ύδρευσης εντός του αρ. 1165 αγροτεμαχίου. Επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων διότι οι ενάγοντες δε συναίνεσαν ποτέ στην καταπάτηση της ιδιοκτησίας τους, ούτε στο παρελθόν ούτε κατά τον επίδικο χρόνο που έλαβε χρόνο η κατά τα ανωτέρω διατάραξη της κυριότητάς τους. Εξάλλου, ο ισχυρισμός, ότι η τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής θα προκαλέσει ζημία στους κατοίκους της περιοχής και θα είναι μία κατάσταση ιδιαίτερα επαχθής για το Δήμο, δεν ευσταθεί, καθόσον, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το ζήτημα της καθιέρωσης στην προκειμένη περίπτωση δημοτικής οδού που είναι αναγκαία να πραγματοποιηθεί είναι ζήτημα του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου πολεοδομικού σχεδιασμού, και όχι αποσπασματικών επεμβάσεων των τεχνικών συνεργείων του Δήμου.
Συνεπώς, και εφόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά κατά τα οποία να έχει δημιουργηθεί στον εναγόμενο, από τη συμπεριφορά των εναγόντων, σε συνάρτηση και με εκείνη του Δήμου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμά τους, η άσκηση του δικαιώματος των δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί καταχρηστική...." . Ειδικότερα δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο σχετικά με την ύπαρξη ή μη της επίδικης κοινόχρηστης οδού επί του ακινήτου, (συγ)κυριότητας, κατά τις προηγούμενες παραδοχές του, των αναιρεσιβλήτων: α) ότι δεν αποδείχθηκε ότι αφέθηκε στην κοινή χρήση δρόμος εντός ή σε επαφή με το ως άνω ακίνητο, με οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους νόμιμο τρόπο, ήτοι είτε από το νόμο με τον χαρακτηρισμό του ως κοινοχρήστου δρόμου από το ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο και συντέλεση της αναγκαστικής του απαλλοτρίωσης με την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης, είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη που περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβάλλεται σε μεταγραφή, είτε με παραίτηση προκειμένου το ακίνητο να καταστεί κοινόχρηστο, ή συναίνεση για την καθιέρωση στην κοινή χρήση, ή αναγνώριση της ιδιότητας του ακινήτου ως κοινόχρηστου, είτε εν τέλει με εγκατάλειψη του ακινήτου προ αμνημονεύτου χρόνου, β) ότι και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί του ότι δημιουργήθηκε κοινόχρηστη οδός επί του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, επειδή αφέθηκε αυτή επί μακρό χρόνο εκτεθειμένη στην κοινή χρήση με την ανοχή, πολύ δε περισσότερο με τη συναίνεση τους, με συνέπεια την καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματός τους, είναι αβάσιμος, διότι οι ίδιοι ουδέποτε συναίνεσαν στην καταπάτηση της ιδιοκτησίας τους, ούτε στο παρελθόν ούτε κατά τον επίδικο χρόνο που έλαβε χρόνο η διατάραξη της κυριότητάς τους ,γ) ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός που προέβαλε ο αναιρεσείων Δήμος Κασσάνδρας, περί του ότι η διατάραξη της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, συνισταμένη στην απομάκρυνση τμήματος της περιφράξεως του επίδικου αγροτεμαχίου, στη διάνοιξη από το συνεργείο του με σκαπτικό μηχάνημα ορύγματος βάθους 30-40 εκατ. πλάτους ενός μέτρου και μήκους 120 μέτρων, όπου τοποθετήθηκαν σωλήνες ύδρευσης, και στη συνέχεια στην κάλυψη του ορύγματος με χώματα, και στην επίθεση επί αυτού αρκετών κυβικών άμμου, προοριζομένων προδήλως για την επικείμενη ασφαλτόστρωση της άνω εδαφικής έκτασης, έγινε βάσει δικαιώματός του. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο .αναγνωρίζοντας τους αναιρεσίβλητους κυρίους (συγκυρίους) του επιδίκου ακινήτου, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Δήμου, περί ύπαρξης κοινόχρηστης οδού διερχομένης δι' αυτού, επί της οποίας επιχείρησε τις ως άνω εργασίες δυνάμει δικαιώματος, και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση, δεν παραβίασε ευθέως τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, του άρθρου 1108 παρ. 2 ΑΚ σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (Ν.3 Πανδ. (43.7) Ν2 παρ. 8 Πανδ. (39.3), Ν. 28Πανδ. (22.3) και του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 28 Ν. 1371983, 24 Σ, 3 και 4 παρ. 1 ,2° και 28 του Ν. 16501986 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 3,4,5,6 της ΚΥΑ ΗΠ 15393//23325.8.2002 και άρθρων 8 και 9 της ΚΥΑ ΗΠ 11014/703/14.3.2003, του Ν. 3155/1955 και του π.δ. 24/31.5.1985, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι δεν δημιουργήθηκε κοινόχρηστος δρόμος εντός ή σε επαφή με το ως άνω ακίνητο, με οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους νόμιμο τρόπο και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρο 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, εφόσον δεν προέκυψε ότι η επίδικη εδαφική έκταση αφέθηκε επί μακρό χρόνο εκτεθειμένη στην κοινή χρήση με την ανοχή τους, οι ίδιοι δε ουδέποτε συναίνεσαν στην καταπάτηση της ιδιοκτησίας τους, ούτε στο παρελθόν ούτε κατά τον επίδικο χρόνο που έλαβε χρόνο η διατάραξη της κυριότητάς τους και συνεπώς από την συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, σε συνάρτηση και με την συμπεριφορά του αναιρεσείοντα Δήμου, δεν δημιουργήθηκε σε αυτόν και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμά τους. Ακόμη, το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει ότι, εφόσον η επίδικη εδαφική έκταση δεν κατέστη κοινόχρηστη οδός, και το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων για την άσκηση της αρνητικής κυριότητας αγωγής τους δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Δήμου Κασσάνδρας, ότι προέβη στις ως άνω διαταρακτικές της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων ενέργειες επί του επίδικου αγροτεμαχίου με βάση οποιοδήποτε δικαίωμά του. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
VI. Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία αλλά μόνο η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης. (ΑΠ 1758/2023, ΑΠ 422/2022, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1758/2023, ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007). Ο αναιρεσείων Δήμος με μέρος του ίδιου (τρίτου) λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την ένστασή του που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομίμως ενώπιον του, περί του ότι εντός του επίδικου ακινήτου υφίσταται κοινόχρηστη οδός, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1108 παρ. 2 ΑΚ, διότι ότι ο ισχυρισμός του περί ύπαρξης κοινόχρηστης οδού εντός του επιδίκου ακινήτου ομολογήθηκε από τους αναιρεσίβλητους στα πλαίσια προηγούμενης αντιδικίας τους, για την ίδια υπόθεση, ήτοι στην προγενέστερη με αριθμό κατάθεσης …/2008 αγωγή τους εναντίον αυτού (Δήμου Κασσάνδρας),στην οποία αναφέρονταν επί λέξει τα εξής “... Ισχυριζόταν δε ο αντίδικος ότι από το μέσο του ακινήτου μας διερχόταν δρόμος και μάλιστα από αμνημονεύτων ετών , ισχυρισμός που τυγχάνει όλως και άκρως αναληθής, καθώς ουδείς δρόμος διέσχιζε το ακίνητο μας, παρά μόνον με την ανοχή μας υπήρχε ένα στενό μονοπάτι πλάτους ενάμισυ μέτρου, το οποίο βοσκοί χρησιμοποιούσαν για την διέλευση των ζώων του και το οποίο εμείς ανεχόμαστε...”. Ο αναιρετικός αυτός λόγος που ιδρύεται όταν καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του , εντούτοις το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλούμενου την ομολογία διαδίκου. (ΑΠ 1758/2023, ΑΠ 422/2022, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 709/2017), όπως ορθά εκτιμάται ελέγχεται από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του ίδιου Κώδικα, εφόσον, η ομολογία (δικαστική ή εξώδικη) αποτελεί αποδεικτικό μέσο και όχι με την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, από την πιο πάνω αναφερόμενη περικοπή της προηγούμενης αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, δεν συνάγεται δικαστική ομολογία αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε της πρόθεσης αναγνώρισης επιζήμιου για τους ίδιους περιστατικού, αναφορικά με το αντικείμενο της δίκης , ήτοι της ύπαρξης ή μη κοινόχρηστης οδού επί του επιδίκου ακινήτου, κυριότητάς τους. Αντιθέτως, προκύπτει, ότι η περικοπή αυτή πλήττει τον ισχυρισμό του ίδιου του αναιρεσείοντος περί της ύπαρξης δρόμου που διέρχονταν από το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων από αμνημονεύτων ετών, τον οποίο αυτοί αρνούνται και χαρακτηρίζουν "όλως και άκρως αναληθή" , αναφέροντας για την πληρέστερη απόκρουσή του, ότι επί του ακινήτου τους υφίσταται μόνο στενό μονοπάτι, το οποίο χρησιμοποιούνταν για τη διέλευσή βοσκών με τα ζώα τους, με την ανοχή τους. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε η ένστασή του, ενώ κατά την ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, στο οποίο διεξοδικά αναφέρεται, προέκυπτε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δημόσια δασική έκταση, ήτοι πράγμα εκτός συναλλαγής, καθώς και ότι συνέτρεχε περίπτωση δημιουργίας κοινόχρηστης οδού επί αυτού με το θεσμό της αμνημονεύτου αρχαιότητας, άλλως κατ' εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ. είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήπεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
VII. Τέλος, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 569/2023,ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 12862022,ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 569/2023, 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αιτιάται το αναιρεσείον, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος αποδεικτικά μέσα, που είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, όπως το …/2009 έγγραφο του Δασαρχείου Κασσάνδρας, τις αεροφωτογραφίες των ετών 1960, 1980 και 1993, την από 17.04.2008 ειδική τεχνική έκθεση του δασολόγου Κ. Τ., το με αριθμό 4 πρακτικό της πρώην Κοινότητας Α. με τις περιλαμβανόμενες σε αυτό αποφάσεις, το με αριθμό πρωτοκόλλου …/1993 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολιτισμού του Υπουργείου Μακεδονίας Θράκης, με το συνημμένο σε αυτό διάγραμμα, την με αριθμό πρωτοκόλλου …/10.2.2010 άσκηση αντίρρησης στην …/2009 πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Κασσάνδρας, την 20/2013 απόφαση του ίδιου Δασαρχείου, που εκδόθηκε επί της ως άνω αίτησης. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σε αυτήν βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από: α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφασή του πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, β) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, στα οποία περιλαμβάνονται οι φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, με τη μνεία ότι άλλα από αυτά χρησιμοποιούνται ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και άλλα χρησιμεύουν ως δικαστικά τεκμήρια, γ) τις με αριθμούς ... ένορκες βεβαιώσεις με τη μνεία ότι αυτές λήφθηκαν με τις νόμιμες διατυπώσεις. Επί πλέον εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά μέσα,τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ,όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν αγρός τον οποίο νέμονταν επί σειρά ετών οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και οι ίδιοι και ουδέποτε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα δασική έκταση, καθώς και ότι εντός του επιδίκου ακινήτου δεν υφίσταται κοινόχρηστη οδός αποκτηθείσα με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020), χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από το αναιρεσείον έγγραφα, ούτε το περιεχόμενο τους. Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες ο αναιρεσείων, Δήμος Κασσάνδρας, παραθέτοντας σε αυτόν το περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών μέσων, εκφράζει τις δικές του απόψεις περί του ότι η εκτίμησή τους, σε συνδυασμό με τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, ήτοι στο ότι επί του επίδικου ακινήτου οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι ίδιοι δεν απέκτησαν κυριότητα, διότι αυτό αποτελούσε δημόσια δασική έκταση, εμμένοντας στο δασικό χαρακτήρα της και ότι εντός αυτού υφίσταται η επίδικη δίοδος η οποία είναι κοινόχρηστη, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 25.08.2020 ένδικη αίτηση του Δήμου Κασσάνδρας για αναίρεση της 1308/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 34632006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α.Π. 590/2024, ΑΠ484/2022, ΑΠ 1019/2021) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, Γ. χήρα Δ. Β..
Απορρίπτει την από 25.08.2020 αίτηση του Δήμου Κασσάνδρας για αναίρεση της 1308/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ