Τα αστυνομικά όργανα όταν αναγκασθούν, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, να μετέλθουν βία έναντι ατόμων, για να είναι η δράση τους νόμιμη, πρέπει πάντοτε να διέπεται και να κατευθύνεται από τις αρχές της νομιμότητας, της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της επιείκειας που συνιστούν, αντίστοιχα, και περιορισμούς της αστυνομικής εξουσίας, αφού συνθέτουν αφ’ ενός τα όρια αυτής, αφ’ ετέρου την κλίμακα διαβάθμισης ή, αλλιώς, της επιλογής των μέτρων που κάθε φορά αρμόζουν για να προληφθεί ή για να αποκατασταθεί η δημόσια τάξη κατά τρόπο έγκαιρο και αποτελεσματικό. Η στάθμιση αυτή συνάδει με το προστατευτικό πλαίσιο των διατάξεων του Συντάγματος (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 2, 7 παρ. 2 και 3) και της Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 2 παρ. 2), ιδίως όσον αφορά στην περίπτωση της, κατ’ εξαίρεση, προσβολής του έννομου αγαθού της ζωής του ατόμου στο πλαίσιο αστυνομικής δράσης με χρήση υλικής βίας.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αστυνομικά όργανα, που προέβησαν στη ρίψη χειροβομβίδας κρότου - λάμψης κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης διαμαρτυρίας, βρίσκονταν σε κατάσταση άμυνας, η ρίψη, όμως, δεν έγινε σύμφωνα με τις αρχές εκπαίδευσης για τη χρήση των εν λόγω χειροβομβίδων, αλλά έγινε με τρόπο εσφαλμένο και, επομένως, εξ αυτού στοιχειοθετείται, κατά τη γνώμη που επικράτησε, παράνομη συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και θεμελιώνεται αστική ευθύνη του τελευταίου προς αποζημίωση της εφεσίβλητης για τον τραυματισμό της.