Η υπό κρίση αγωγή αφορά εποχιακούς εργαζόμενους, οι οποίοι απασχολούνταν νόμιμα σε δύο ξενοδοχειακές μονάδες εποχιακής λειτουργίας στην Κρήτη. Οι εργαζόμενοι υπέβαλαν αιτήσεις επαναπρόσληψης για την τουριστική περίοδο του 2021, πλην όμως η εργοδότρια εταιρεία αρνήθηκε την αποδοχή των υπηρεσιών τους.
Η εργοδότρια είχε προβεί σε εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης και στατικής ενίσχυσης των ξενοδοχείων, με αποτέλεσμα να μην λειτουργήσουν κατά την επίδικη περίοδο, καθιστώντας αντικειμενικά αδύνατη την επαναλειτουργία και άρα την επαναπρόσληψη των εργαζομένων.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με την από 4-4-1990 ΣΣΕ ξενοδοχοϋπαλλήλων, καθώς και τις μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις και εγκυκλίους για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας COVID-19, η υποχρέωση επαναπρόσληψης εποχιακών εργαζομένων εξαρτάται από την πραγματική λειτουργία και την επανεκκίνηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης με ορισμένο επίπεδο πληρότητας. Εφόσον η επιχείρηση δεν λειτουργεί καθ’ όλη τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου λόγω ανακαίνισης που την καθιστά αδύναμη να απασχολήσει το προσωπικό της, δεν θεμελιώνεται υποχρέωση επαναπρόσληψης και η άρνηση του εργοδότη δεν συνιστά υπερημερία. Επίσης, οι ενέργειες της εργοδότριας (σεμινάρια κατά COVID-19, προετοιμασία προσωπικού) δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι υπήρξε επανασύσταση των συμβάσεων εργασίας. Κατόπιν τούτων, η αγωγή των εργαζομένων για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και λοιπών παροχών απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.