Περίληψη

Με την υπό κρίση ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, οι ανακόπτουσες ζήτησαν την ακύρωση της από 10.06.2020 επιταγής προς εκτέλεση, η οποία επιδόθηκε στις 11.06.2020, βάσει της υπ’ αριθ. 534/2020 οριστικής και τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Παράλληλα, αιτήθηκαν την καταδίκη των καθ’ ων στα δικαστικά τους έξοδα. Η ανακοπή κρίθηκε παραδεκτή, καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδια, ασκηθείσα εμπροθέσμως και σύμφωνα με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 και των μεταγενέστερων νόμων (ν. 4512/2018, ν. 4842/2021). Το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του μοναδικού λόγου ανακοπής. Κρίσιμο ζήτημα αποτέλεσε η νομιμότητα του κονδυλίου των 8.000 ευρώ, που επιβλήθηκε ως αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των καθ’ ων για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων). Οι ανακόπτουσες υποστήριξαν ότι η αμοιβή είναι υπερβολική, δεν μπορεί να εξομοιώνεται η αμοιβή για εκτέλεση μέρους της απόφασης με εκείνη για εκτέλεση του συνόλου, δεν είχε προκαταβληθεί στον δικηγόρο και συνιστά ουσιαστικά «διπλή επιβάρυνση» σε σχέση με τη δικαστική δαπάνη. Το Δικαστήριο ερμήνευσε γραμματικά και τελολογικά τη διάταξη του άρθρου 72 ν. 4194/2013, καταλήγοντας ότι η αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση «ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης» που επιδικάστηκε, πρόκειται για αυτοτελές κονδύλιο, διακριτό από τη δικαστική δαπάνη, δεν τίθεται εύρος (ελάχιστο/ανώτατο), ούτε συνδέεται με κριτήρια όπως εργασία, πολυπλοκότητα, χρόνος ή αξία αντικειμένου και η ρύθμιση αποσκοπεί στην αποτροπή καθυστερήσεων και στην ενθάρρυνση της εκούσιας συμμόρφωσης του οφειλέτη. Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί «διπλής πληρωμής», διότι η δικαστική δαπάνη αφορά πράξεις μέχρι την έκδοση της απόφασης, η επιταγή αποτελεί μεταγενέστερη πράξη, το δικαστήριο δεν μπορεί να προϋπολογίζει μελλοντικές δικηγορικές ενέργειες. Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 58 παρ. 5 ν. 4194/2013 περί αυξομείωσης της αμοιβής δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς το άρθρο 72 αποτελεί ειδική ρύθμιση. Αναφορικά με τα έξοδα της εκτέλεσης κατά τα άρθρα 932 και 975 ΚπολΔ σημειώνεται ότι τα έξοδα εκτέλεσης βαρύνουν τον καθ’ ου η εκτέλεση, προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα πριν από την κατάταξη των δανειστών και σε αυτά περιλαμβάνονται και τα έξοδα σύνταξης επιταγής προς πληρωμή. Η δικηγορική αμοιβή δεν απαιτείται να έχει προκαταβληθεί, αποτελεί έξοδο εκτέλεσης και μπορεί να εισπραχθεί απευθείας από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ποσό των 8.000 ευρώ δεν υπερβαίνει το όριο της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης (7.100 ευρώ + ΦΠΑ = 8.804 ευρώ), δεν υπερβαίνει το ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (402.470 ευρώ → 9.981,25 ευρώ), δεν αντίκειται στην καλή πίστη ή στον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Απορρίφθηκαν επίσης οι ισχυρισμοί περί μη διαφοροποίησης ανάλογα με το εκτελούμενο μέρος της απόφασης (ο νόμος δεν προβλέπει τέτοια διάκριση) και περί μη καταβολής της αμοιβής από τον επισπεύδοντα (δεν απαιτείται προκαταβολή). Το Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως νόμω και ουσία αβάσιμη, επικύρωσε την επιταγή προς πληρωμή και καταδίκασε τις ανακόπτουσες, εις ολόκληρον, στα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων. Συμπερασματικά, η αμοιβή του δικηγόρου για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, κατά το άρθρο 72 ν. 4194/2013, είναι αυτοτελές και υποχρεωτικό κονδύλιο, ταυτιζόμενο με το σύνολο της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης (πλέον ΦΠΑ), δεν εξαρτάται από ποιοτικά ή ποσοτικά κριτήρια και δεν απαιτεί προκαταβολή. Εντάσσεται στα έξοδα εκτέλεσης και επιβαρύνει τον καθ’ ου η εκτέλεση.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων