Αριθμός 267/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (η οποία ορίστηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ .../2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μαριαλένα Παπαχρήστου και Στυλιανό Παναγιωτάκη για αναίρεση της υπ’αριθμ. 204, 205, 222, 242/2022 και 49/2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Π. Κ. του Β., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22.04.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-4-2024 αίτηση του Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμ.204, 205, 222, 242/2022 και 49/2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό (ως δικαστήριο παραπομπής, ύστερα από αναίρεση της με αριθμό 92, 93, 94, 111, 153/2018 απόφασής του με την με αριθμό 1284/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου), και κήρυξε αυτόν ένοχο, κατά πλειοψηφία, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άρθρ.299 παρ.1 Π.Κ.), και ύστερα από αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.α' και ε' και παρ.3 του Π.Κ., τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, ασκήθηκε νομότυπα, με το από 21-4-2024 δικόγραφο δήλωσης αναίρεσης για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από την Μαριαλένα Παπαχρήστου δικηγόρο Αθηνών, αντιπρόσωπό του δυνάμει της από 17-4-2024 εξουσιοδότησης, το γνήσιο της υπογραφής του επί της οποίας βεβαιώθηκε, κατ'άρθρο 42 παρ.2 εδ.γ' του Κ.Ποιν.Δ., μέσω της εφαρμογής "Υπεύθυνη δήλωση και εξουσιοδότηση" της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης gov.gr, με κωδικό επιβεβαίωσης ..., η οποία (δήλωση αναίρεσης) επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 22-4-2024, και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη η προσβαλλομένη απόφαση, στις 3-4-2024 με αριθ. 293, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.2 Α και 4, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Α’ σε συνδ.με άρθρ.171 παρ.δ' ΚΠοινΔ και 6 παρ.1, 2 ΕΣΔΑ, Δ’, Ε’ και Θ’ του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, χωρίς την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., η οποία, μολονότι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από ...-2024 αποδεικτικό επίδοσης του Ι. Σ. Αρχιφύλακα Α.Τ. Πατρών προς την ίδια με θυροκόλληση και το από ...-2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων, Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών, Α. Χ. προς τον αντίκλητό της Ιωάννη Κρημίδη δικηγόρο Πατρών που παρέλαβε ο ίδιος προσωπικά, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου (άρθρ. 512 παρ.1 εδ.γ', 3 και 515 παρ.2 ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 299 του προισχύσαντος ΠΚ "Ανθρωποκτονία με πρόθεση: 1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης». Κατά το ταυτάριθμό άρθρο του νέου ΠΚ (ν.4619/2019) πριν την τροποποίηση της παρ.1 αυτού με το άρθρο 63 του ν.4855/2021 "Ανθρωποκτονία με δόλο 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη». Μετά δε την παραπάνω τροποποίηση της παρ.1 του ως άνω άρθρου με το άρθρο 63 του ν.4855/2021 "Ανθρωποκτονία με δόλο 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι διαφέρουν μόνο ως προς την ποινική μεταχείριση του δράστη ανθρωποκτονίας με πρόθεση (δόλο) και ότι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, ως προς την ποινή, είναι η διάταξη του άρθρου 299 του ν.4619/2019. Καθόσον όμως αφορά τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο, οι διατάξεις ουδόλως διαφέρουν και προς τούτο απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε, δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος. Ειδικότερα, για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται είτε θετική ενέργεια, δηλαδή άμεση ή έμμεση επίδραση επί του σώματος του θύματος, είτε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας κατά το άρθρο 15, που οδηγεί αιτιωδώς στην οριστική ανακοπή της λειτουργίας του εγκεφάλου του θύματος και συνεπώς, στον θάνατό του, εφόσον η ανθρωποκτονία είναι έγκλημα αποτελέσματος. Καθόσον αφορά δε, την αφαίρεση της ζωής άλλου με ενέργεια, η επίδραση επί του σώματος του θύματος μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, δεδομένου ότι στο ως άνω άρθρο δεν τυποποιείται ορισμένη συμπεριφορά. Γι' αυτό είναι ποινικώς αδιάφορη η ενέργεια (και το μέσο) με την οποία ο δράστης επέδρασε επί του σώματος του θύματος, αρκεί με επίδρασή του επί του σώματος του θύματος να το οδήγησε στον θάνατο. Ούτε για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με ενέργεια απαιτείται να εξειδικεύεται από το Δικαστήριο η επίδραση αυτή του δράστη επί του σώματος του θύματος, που ενδέχεται να μην μπορεί να διαπιστωθεί επακριβώς (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 497/2021). Συνακόλουθα, αν το Δικαστήριο σχηματίσει δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε με ενέργεια τη ζωή του θύματος, δεν απαιτείται η εξειδίκευση του τρόπου και του μέσου με τα οποία ο δράστης επέφερε με ενέργειά του τον θάνατο, αφού το άρθρο 299 ΠΚ καλύπτει κάθε τρόπο τέλεσης. Η εξειδίκευση του τρόπου τέλεσης απαιτείται μόνο σε περίπτωση αρνητικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου σχετικώς με το αν η ενέργειά του, την οποία, ωστόσο, οφείλει ο ίδιος να προσδιορίζει για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός του, συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο του θύματος (ΑΠ 523/2024). Για την υποκειμενική δε στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (άμεσος δόλος), ενώ αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή την καταστροφή της ζωής του άλλου ανθρώπου, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει ως δυνατό το άνω εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Επίσης, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, και το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της απόφασής του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 160/2019, ΑΠ 1851/2019). Ο ανθρωποκτόνος δόλος του δράστη και η κυριαρχία της ήρεμης σκέψης του στην απόφαση ή στην εκτέλεση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, προκύπτει μεταξύ άλλων, από τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, όπως από το ότι η διάπραξη έγινε με οργάνωση, μεθοδικότητα και βάσει καλά οργανωμένου σχεδίου (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 1041/2023, ΑΠ 889/2015).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο (ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1117/2022, ΑΠ 995/2020). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται στο αν το Δικαστήριο προέβη σε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτικά μερικών μόνον εξ αυτών (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 185/2022). Ειδικώς, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 178 παρ.1 στοιχ. γ του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα και αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ενός προσώπου, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 1226/ 2015, ΑΠ 569/2015, ΑΠ 455/2010, ΑΠ 1113/2009). Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της γενικής αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 523/2024, ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 2037/2021 ΑΠ 652/2021, ΑΠ 382/2019). Η απαιτούμενη δε, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντ και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να παρατίθεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, στις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή σε αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, αυτούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 333 παρ.2 εδ. α και β ίδιου Κώδικα και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Όσον αφορά δε, τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ, (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη από συστηματική άποψη κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία. Τούτων παρέπεται, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου εξακολουθούν, λόγω της φύσης τους, ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα, στα πλαίσια των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σε αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου (ΑΠ 32/2021, ΑΠ 2036/2019, Α.Π. 101/2018, Α.Π.1821/2016). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Eσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 2/2011 και 3/2008, ΑΠ 618/2023, ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 68/2022). Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του Κ.Ποιν.Δ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προυποθέσεις, που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, τέτοια δε περίπτωση συντρέχει όταν το δικαστήριο καταδικάζει για έγκλημα για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτούμενη έγκληση εμπροθέσμως, αρνητική δε υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο παραλείπει να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προυποθέσεις (Ολ.Α.Π.2/2014, Α.Π.65/2023, Α.Π.48/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., "απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ». Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 501/2020). Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του», σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο». Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε εις βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του και μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Αλλά και κατά τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. 2 εδαφ. γ του Κ.Π.Δ. οι δικαστές και οι εισαγγελείς είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει στο δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ’ και Α’, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ', ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 294/2022, ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020, ΑΠ 1289/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης με αριθμό 49/2023 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, που δίκασε, σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πραγματικά περιστατικά, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την από 10-2-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ιατρού αναισθησιολόγου- εντατικολόγου Β. Ν., η οποία πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναγνώστηκαν και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, καθώς και τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος είναι ιατρός αναισθησιολόγος - εντατικολόγος και από τον Μάιο του έτους 2002 ήταν διευθυντής της μονάδας εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών. Στις ... ο Β. Κ., ηλικίας τότε ... ετών, μετά ανάταξη κολπικής μαρμαρυγής που του είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα στο νοσοκομείο Πατρών "Άγιος Ανδρέας», διακομίστηκε διασωληνωμένος στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών και εισήχθη αρχικά στην καρδιολογική κλινική αυτού, ενώ στις ..., μετά από ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη, εισήχθη στην Μ.Ε.Θ. του ίδιου νοσοκομείου, όπου απεβίωσε στις ... και περί ..., σύμφωνα με το από ... ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του, το οποίο συνέταξε ο κατηγορούμενος. Η παραπάνω Μ.Ε.Θ., όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, είναι ένας ενιαίος στενόμακρος χώρος, στη μία μεγάλη πλευρά του οποίου υπάρχουν 8 κρεβάτια για τους ασθενείς, το ένα παράλληλα με το άλλο και στην απέναντι πλευρά, στο μέσον περίπου αυτής, υπάρχει η κονσόλα, δηλαδή ένας πάγκος, όπου συγκεντρώνονται οι νοσηλευτές για να ενημερωθούν για την κατάσταση των ασθενών κλπ. και διάφορα άλλα έπιπλα. Ο Β. Κ. κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην ως άνω Μ.Ε.Θ. υπέστη γαστρορραγία, η οποία αντιμετωπίστηκε, καθώς επίσης εμφάνισε πολλά επεισόδια λοιμώξεων και σηπτικά επεισόδια, τα οποία και αυτά αντιμετωπίστηκαν. Ακόμα εμφάνισε και σοβαρό πρόβλημα αναπνευστικής ανεπάρκειας λόγω μη λειτουργίας του δεξιού του πνεύμονα εξαιτίας νόσησης προ πολλών ετών από φυματίωση και προς τούτο, μετά από τραχειοτομή που του είχε γίνει, είχε συνδεθεί μέσω τραχειοσωλήνα με αναπνευστήρα, ο οποίος βρισκόταν στα αριστερά του, δίπλα στο κρεβάτι του, που είχε τον αριθμό ..., ενώ πίσω του και σε μεγαλύτερο ύψος υπήρχε παρακλίνιο μόνιτορ. Σχετικά με τους αναπνευστήρες και τα παρακλίνια μόνιτορς, σύμφωνα με την από 10-2-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ιατρού αναισθησιολόγου-εντατικολόγου Β. Ν., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. …/2005 διάταξη του Ανακριτή του Α’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πατρών στα πλαίσια διενέργειας περαιτέρω κύριας ανάκρισης, η οποία διατάχθηκε με το υπ' αριθμ. 168/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών για την παρούσα υπόθεση: 1) οι αναπνευστήρες μπορεί απλοϊκά να περιγραφούν ως τεχνητοί πνεύμονες που υποβοηθούν το αναπνευστικό σύστημα ασθενή που νοσηλεύεται σε Μ.Ε.Θ. Ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενή χορηγούν μίγμα αέρα και οξυγόνου σε συγκέντρωση που κυμαίνεται από 21 %, που ισοδυναμεί με τον εισπνεόμενο αέρα του περιβάλλοντος, μέχρι και καθαρό οξυγόνο (100 %), ενώ στηρίζουν το αναπνευστικό σύστημα ανάλογα με τη βαρύτητα του ασθενή. Όταν ένας ασθενής χρήζει μόνο υποβοήθησης ο τύπος αερισμού είναι υποβοηθούμενος, δηλ. ο ίδιος ο ασθενής καθορίζει πόσο συχνά σε κάθε λεπτό θα δεχθεί την υποβοήθηση από τον αναπνευστήρα, ενώ όταν ο ασθενής είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένος ο τύπος του αερισμού είναι ελεγχόμενος, δηλ. ο ασθενής αερίζεται αποκλειστικά από τον αναπνευστήρα, 2) ο ελεγχόμενος αερισμός πραγματοποιείται υπό συνεχή ιατρική επίβλεψη και υπό συνεχή έκχυση κατασταλτικού φαρμάκου, ενίοτε δε και υπό συγχορήγηση μυοχαλαρωτικού. Σε ελεγχόμενο μηχανικό αερισμό, δηλαδή σε ελεγχόμενη μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, τίθεται ασθενής που νοσηλεύεται σε Μ.Ε.Θ. όταν παρουσιάζει βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια ή όταν απαιτείται καταστολή του για οποιονδήποτε άλλο λόγο και επομένως δεν μπορεί να έχει αυτόματη αναπνοή. Ο ελεγχόμενος μηχανικός αερισμός προϋποθέτει ανοχή και συνεργασία του ασθενή με τον αναπνευστήρα. Όμως ο ασθενής κατά τη μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του, αλλά και όταν επιχειρηθεί η αποδέσμευσή του από τον αναπνευστήρα, μπορεί να "μάχεται" τη λειτουργία του μηχανήματος, με την έννοια ότι εκπνέει κατά τη φάση της εισπνοής του αναπνευστήρα, με αποτέλεσμα να μην συντονίζονται οι δύο λειτουργίες μεταξύ τους (δυσυγχρονισμός μεταξύ ασθενή και μηχανήματος) και έτσι ο ασθενής να κινδυνεύει να υποστεί σοβαρές, κυρίως καρδιοκυκλοφορικές, επιπλοκές. Έτσι για να αποφύγει ο θεράπων ιατρός της Μ.Ε.Θ. αυτή την επικίνδυνη κατάσταση επιλέγει ένα ήπιο "ξύπνημα" του ασθενούς με ελεγχόμενες δόσεις κατασταλτικών ή/και τη συγχορήγηση ακόμα και μυοχαλαρωτικών φαρμάκων, εφόσον αυτό απαιτείται σε σχέση με τα κλινικά δεδομένα του ασθενή, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η αποφυγή των ανωτέρω επιπλοκών, 3) σε κάθε αναπνευστήρα υπάρχουν αλάρμς, τα οποία ορίζονται από τον θεράποντα ιατρό για κάθε παράμετρο, όπως αναπνεόμενος όγκος, συχνότητα αερισμού, κατά λεπτό αερισμός, συγκέντρωση εισπνεόμενου οξυγόνου, εισπνευστική πίεση και αφορούν τα μέγιστα και τα ελάχιστα επιτρεπτά όρια λειτουργίας τους, για τα οποία πρέπει να ειδοποιεί το μηχάνημα, ώστε να παρέμβει άμεσα διορθωτικά ο ιατρός ή ο νοσηλευτής. Έτσι, όταν στις μετρήσεις που πραγματοποιούν οι αναπνευστήρες σχετικά με τις πιέσεις, τον αερισμό και τη συγκέντρωση οξυγόνου διαπιστωθεί υπέρβαση των κατώτερων ή ανώτερων ορίων, τότε ενεργοποιούνται άμεσα, εντός κλάσματος δευτερολέπτου, ηχητικά αλάρμς, 4) για παρακολούθηση της πορείας της υγείας των ασθενών υπάρχουν τα παρακλίνια μόνιτορς, τα οποία λειτουργούν εντελώς ανεξάρτητα από τους αναπνευστήρες και ελέγχουν τις λειτουργίες του αναπνευστικού, της καρδίας και του κυκλοφορικού. Η ανταπόκριση των παρακλίνιων αυτών συσκευών γίνεται εντός 10-20 δευτερολέπτων, επειδή πρώτα ελέγχουν την κατάσταση του ασθενή και εφόσον διαπιστώσουν αλλαγή στις ανωτέρω λειτουργίες του εκπέμπουν ισχυρό συναγερμό και 5) τα αλάρμς αυτά δεν ενεργοποιούνται και δεν δίνουν ηχητικό σήμα μόνον στην περίπτωση που έχουν απενεργοποιηθεί. Έτσι, για να μην ηχήσει συναγερμός τόσο από τον αναπνευστήρα, όσο και από τα παρακλίνια μόνιτορς, θα πρέπει προηγουμένως να έχουν απενεργοποιηθεί τόσο τα αλάρμς του αναπνευστήρα, όσο και τα αλάρμς του παρακλινίου μόνιτορ. Όμως στις περιπτώσεις αυτές στον αναπνευστήρα θα υπάρξουν λυχνίες που θα αναβοσβήνουν συνεχώς και θα δείχνουν σε όλους τους παρευρισκόμενους ότι έχουν απενεργοποιηθεί τα αλάρμς, ενώ στο παρακλίνιο μόνιτορ θα υπάρχει μόνιμη ευανάγνωστη ένδειξη ότι τα αλάρμς έχουν απενεργοποιηθεί. Τα αλάρμς στα παρακλίνια μόνιτορς έχουν ρυθμισθεί από τον κατασκευαστή με τέτοιον τρόπο, ώστε να απενεργοποιούνται για τρία λεπτά το πολύ και στη συνέχεια να επανέρχεται πλήρως η ικανότητα ηχητικού συναγερμού. Πέραν των ανωτέρω αναφερομένων στην πραγματογνωμοσύνη αποδείχτηκε ότι τα αλάρμς των ανωτέρω μηχανημάτων μπορούν να μην ενεργοποιηθούν και στην περίπτωση που τεθούν σε αυτά ακραία ανώτατα και κατώτατα όρια. Στην περίπτωση του Β. Κ. ο αναπνευστήρας από τον οποίον αεριζόταν ήταν εργοστασίου κατασκευής SIEMENS, τύπου SERVO VENTILATOR 900C. Ο αναπνευστήρας αυτός στα αριστερά του φέρει μικρή οθόνη με παλλόμενη βελόνα και κλίμακα από 1 έως 40, κάτω από αυτή την οθόνη δύο περιστρεφόμενους διακόπτες, οι οποίοι είναι οι συναγερμοί (αλάρμς) και κάτω από αυτούς διακόπτη που ανεβοκατεβαίνει, με τον οποίο ρυθμίζεται αν θα τεθεί ο αναπνευστήρας σε πρόγραμμα για ενήλικες ή σε πρόγραμμα για βρέφη. Δεξιά από αυτό το τμήμα του αναπνευστήρα υπάρχει όμοια οθόνη με παλλόμενη βελόνα και κλίμακα από 1 έως 120 και κάτω από αυτή την οθόνη τέσσερις περιστρεφόμενοι διακόπτες. Επίσης δεξιά από το τελευταίο αυτό τμήμα υπάρχει περιστρεφόμενος διακόπτης με μικρή οθόνη πάνω απ' αυτόν, με τον οποίο ρυθμίζονται τα λίτρα αέρα που θα λάβει ο ασθενής, κάτω από αυτόν περιστρεφόμενος διακόπτης και κάτω από αυτόν άλλος περιστρεφόμενος διακόπτης, με τον οποίο ρυθμίζεται ο τύπος αερισμού του ασθενή, ήτοι αν θα είναι ελεγχόμενος, στον οποίον υπάγονται, πλην άλλων, ο αερισμός ελεγχόμενο όγκου (volume control) και ο αερισμός ελεγχόμενης πίεσης (pressure control) ή υποβοηθούμενος, στον οποίον υπάγεται, πλην άλλων, ο αερισμός υποβοηθούμενης πίεσης (pressure support). Τέλος δεξιότερα από αυτό το τμήμα του αναπνευστήρα υπάρχουν και άλλοι περιστρεφόμενοι διακόπτες, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Στον Β. Κ. ο αερισμός που του παρεχόταν από τον αναπνευστήρα άλλοτε ήταν υποβοηθούμενος, άλλοτε δε και ως επί το πλείστον, όταν αυτός έπαιρνε γρήγορες και πολλές αναπνοές ή εμφάνιζε σημεία κόπωσης, ελεγχόμενος. Εξαιτίας της παραπάνω κατάστασης της υγείας του Β. Κ. η πλήρης αποδέσμευσή του από τον αναπνευστήρα δεν κατέστη δυνατή, παρότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υπήρξαν και χρονικά διαστήματα λίγων ωρών αποδέσμευσής του απ' αυτόν, με χορήγηση μόνο οξυγόνου, μετά από τα οποία όμως εμφάνιζε κόπωση και τίθετο πάλι σε μηχανικό αερισμό. Επίσης στον Β. Κ., για να συνεργάζεται με τον αναπνευστήρα, χορηγούνταν κατασταλτικά φάρμακα σε ήπιες δόσεις ή αυξανόμενες το βράδυ. Η καταστολή ήταν αναγκαία στην περίπτωση αυτή για τον λόγο ότι επειδή ο αναπνευστήρας χορηγεί αερισμό αντίθετα από τη φυσιολογία της αναπνοής ο ασθενής πρέπει να είναι ήρεμος και να μην αντιμάχεται τον αναπνευστήρα, δηλαδή όταν ο αναπνευστήρας προσπαθεί να χορηγήσει στον ασθενή τον αέρα που έχει προγραμματιστεί ο ασθενής να μην κάνει αντίθετη κίνηση, γιατί τούτο μπορεί να του προκαλέσει ταχύπνοια, ταχυκαρδία, πτώση της αρτηριακής πίεσης κλπ. Προς τούτο στην αρχή της νοσηλείας του Β. Κ. του χορηγείτο για καταστολή το φάρμακο μιδαζολάμη, που ανήκει στις βενζοδιαζεπίνες και στη συνέχεια του χορηγείτο το μη βαρβιτουρικό αναισθητικό φάρμακο προποφόλη, το οποίο όμως τις τελευταίες ημέρες προ του θανάτου του χορηγείτο ελάχιστα, προκειμένου να είναι ξύπνιος, ώστε να καταστεί δυνατή η αποδέσμευσή του από τον αναπνευστήρα. Κατά τον χρόνο δε που ο Β. Κ. βρισκόταν εκτός καταστολής είχε επικοινωνία με το περιβάλλον, χωρίς βέβαια, λόγω της τραχειοτομής, να μπορεί να μιλήσει, αλλά συνεννοείτο με νεύματα ή γινόταν αντιληπτό αυτό που ήθελε να πει από τις κινήσεις των χειλιών του. Τις τελευταίες όμως ημέρες πριν από τον θάνατο του Β. Κ. η κατάσταση της υγείας ήταν ελαφρώς βελτιωμένη και διατηρείτο σταθερή. Συγκεκριμένα αυτός είχε ύφεση του εμπύρετου, ήταν αιμοδυναμικά σταθερός, δεν εμφάνιζε σηπτικά επεισόδια, ούτε λοιμώξεις και συνήθως τίθετο σε υποβοηθούμενο αερισμό. Μάλιστα κάποια στιγμή περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2002 πολλοί εκ των ιατρών που υπηρετούσαν στην ως άνω Μ.Ε.Θ., μεταξύ των οποίων οι αναισθησιολόγοι - εντατικολόγοι, επιμελήτριες Β’, Π. Μ. και Χ. Α., η αναισθησιολόγος - εντατικολόγος, επιμελήτρια Α’, Α. Λ. και ο κατηγορούμενος, αλλά και ο Μ. Μ., επιμελητής Α’ παθολογίας λοιμώξεων, που παρακολουθούσαν τον Β. Κ., είχαν συζητήσει την προοπτική να συνεχίσει αυτός τη νοσηλεία του κατ' οίκον, υποβοηθούμενος από αναπνευστήρα, πράγμα που είχαν αναφέρει και στους συγγενείς του. Επίσης τις δύο προηγούμενες του θανάτου του ημέρες ο Β. Κ. είχε παραμείνει μερικές ώρες χωρίς μηχανικό αερισμό, αναπνέοντας μόνος του. Ο Β. Κ. πρωινές ώρες της 2ας -12-2002, ήτοι της προηγουμένης του θανάτου του, εξακολουθούσε να είναι στην ίδια ελαφρώς βελτιωμένη κατάσταση, δηλαδή ήταν αιμοδυναμικά σταθερός, είχε καλό οξυγόνο και καλή νεφρική λειτουργία, βρισκόταν δε σε αερισμό υποβοηθούμενης πίεσης (pressure support). Όμως μεσημεριανές ώρες της ίδιας ημέρας, μετά από φυσιοθεραπεία του αναπνευστικού, εμφάνισε ταχύπνοια λόγω κόπωσης και έτσι η ιατρός αναισθησιολόγος - εντατικολόγος, επιμελήτρια Α’, που υπηρετούσε στην ως άνω Μ.Ε.Θ., Α. Ζ., η οποία ήταν επικεφαλής ομάδας ιατρών που είχε στην ευθύνη της τέσσερις ασθενείς, μεταξύ αυτών και τον Β. Κ. και η οποία τότε εφημέρευε, άλλαξε τον αερισμό στον αναπνευστήρα του από αερισμό υποβοηθούμενης πίεσης (pressure support) σε αερισμό ελεγχόμενο όγκου (volume control) και έθεσε τον Β. Κ. σε ήπια καταστολή, χορηγώντας του το κατασταλτικό φάρμακο προποφόλη. Έκτοτε και έως το πρωί της επόμενης ημέρας η κατάσταση της υγείας του Β. Κ. παρέμεινε σταθερή. Στις ... και μεταξύ των ωρών 07.30' - 07.45', οι νοσηλευτές που θα εργάζονταν το πρωί στην ως άνω Μ.Ε.Θ. Α. Σ., Μ. Ο., Χ. Σ., Π. Π., Ε. Π., Α. Κ., Α. Μ., Ν. Μ. και η προϊσταμένη νοσηλεύτρια Δ. Κ., ήταν συγκεντρωμένοι στην κονσόλα της Μ.Ε.Θ. και ενημερώνονταν για την κατάσταση της υγείας των ασθενών που νοσηλεύονταν εκεί τη νύκτα, από νοσηλευτή που είχε προηγουμένως ενημερωθεί σχετικά από συνάδελφό του που εργαζόταν κατά τη νύκτα. Κατά τον ίδιο χρόνο εισήλθε στον χώρο της Μ.Ε.Θ. ο κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από την ιατρό χειρουργό - εντατικολόγο, επιμελήτρια Β’ στη ίδια Μ.Ε.Θ., Φ. Φ., η οποία εφημέρευε κατά την προηγούμενη νύκτα και έως το πρωί και ξεκινώντας από το κρεβάτι με αριθμό 10, σταματούσαν για 2 - 3 λεπτά της ώρας μπροστά σε κάθε ασθενή, όπου ενημερωνόταν ο κατηγορούμενος απ' αυτήν για την κατάσταση της υγείας του ασθενή κατά τη νύκτα. Όταν έφθασαν στο κρεβάτι του Β. Κ., στην κατάσταση της υγείας του οποίου δεν είχε επέλθει, όπως προαναφέρθηκε, καμία μεταβολή επί τα χείρω, ο κατηγορούμενος πλησίασε στον αναπνευστήρα του Β. Κ. και χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος που να επέβαλε τούτο, μετέβαλε τις ρυθμίσεις του. Συγκεκριμένα, χωρίς να γίνουν αντιληπτές οι κινήσεις του από τη Φ. Φ., έστρεψε τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό, καίτοι σε ενήλικες ασθενείς ο παρεχόμενος αέρας ρυθμίζεται κατ' ανώτατο όριο σε δέκα λίτρα ανά λεπτό και κατά κατώτατο όριο σε 3 λίτρα ανά λεπτό και επίσης μετέβαλε τις συνθήκες λειτουργίας του αναπνευστήρα στο πρόγραμμα για βρέφη, στο οποίο ο παρεχόμενος αέρας είναι 0-4 λίτρα ανά λεπτό. Ο Α. Μ. αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να έχει πλησιάσει τον αναπνευστήρα του Β. Κ. και παρότι δεν είχε οπτική επαφή με τον αναπνευστήρα, γιατί τον κάλυπτε με το σώμα του ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε την πλάτη του στραμμένη προς τους νοσηλευτές, από τις κινήσεις των χεριών του θεώρησε ότι αυτός έκανε κάποια επέμβαση στον αναπνευστήρα, χωρίς όμως να υποψιαστεί ότι μπορεί να συνέβαινε κάτι παράνομο, καθόσον με τους αναπνευστήρες ασχολούνταν οι ιατροί, οι οποίοι καθόριζαν τις σχετικές παραμέτρους τους, οι δε νοσηλευτές επενέβαιναν μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος, απευθυνόμενος προς τους νοσηλευτές, έδωσε εντολή να χορηγηθούν στον Β. Κ. ενδοφλεβίως 2 γρ. του κατασταλτικού φαρμάκου πεντοθάλη σε δύο δόσεις, ήτοι το ένα γραμμάριο τότε και το άλλο λίγο αργότερα, χωρίς να προσδιορίσει πόσο αργότερα και χωρίς να τους αναφέρει για ποιον λόγο ζήτησε τη χορήγησή του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και η Φ. Φ. αποχώρησαν από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. Η πεντοθάλη είναι κατασταλτικό - υπναγωγό φάρμακο με ταχεία δράση εξήντα δευτερολέπτων περίπου, που ανήκει στην κατηγορία των βαρβιτουρικών. Η πεντοθάλη κοιμίζει τον ασθενή και έτσι αυτός βρίσκεται σε πλήρη καταστολή και δεν έχει καθόλου συνείδηση. Χορηγείται συνήθως σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε Μ.Ε.Θ. με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αλλά και σε ασθενείς με μακροχρόνια νοσηλεία σε Μ.Ε.Θ., κατά τη διάρκεια της οποίας έχουν λάβει όλα τα συνήθη κατασταλτικά φάρμακα, όπως προποφόλη, μιδαζολάμη ή άλλες βενζοδιαζεπίνες και οπιοειδή και ο οργανισμός τους έχει αναπτύξει ανοχή (εθισμό) στα φάρμακα αυτά, ώστε να απαιτείται αλλαγή του κατασταλτικού φαρμάκου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση χορηγείται πεντοθάλη για κάποιο χρονικό διάστημα, για την απευαισθητοποίηση του οργανισμού του ασθενή από την ανεπτυγμένη ανοχή στα προαναφερόμενα φάρμακα και τις απαιτούμενες μεγάλες, αλλά ανεπαρκείς, δόσεις της προποφόλης και της μιδαζολάμης. Η πεντοθάλη, επειδή μπορεί να προκαλέσει πτώση της αρτηριακής πίεσης, κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, πρέπει να χορηγείται σταδιακά, δηλαδή να χορηγείται, σύμφωνα και με το φύλλο οδηγιών της, ενδοφλεβίως αρχικά μια μικρή "δοκιμαστική" δόση 25 mg, παρατηρώντας συγχρόνως και για 30 - 60 δευτερόλεπτα την ανταπόκριση του οργανισμού του ασθενή σχετικά με την αρτηριακή πίεση και ανάλογα να συνεχίζεται η χορήγησή της. Η δόση της πεντοθάλης εξατομικεύεται, κυρίως μετά από μακροχρόνια παραμονή του ασθενή σε Μ.Ε.Θ. και ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, το σωματικό βάρος και τη γενική κατάσταση της υγείας του. Η τυπική δόση πεντοθάλης για την εισαγωγή σε αναισθησία είναι 3-5 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους του ασθενή, ενώ σε ηλικιωμένους και οι έγκυες συνήθως είναι λιγότερη, ήτοι 1 - 3 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους. Σύμφωνα με το ίδιο φύλλο οδηγιών η δόση της πεντοθάλης δεν πρέπει να ξεπερνά το 1 γραμμάριο και κατ' ανώτατο όριο τα 2 γραμμάρια. Τέλος η δράση της πεντοθάλης διαρκεί είκοσι έως τριάντα λεπτά της ώρας περίπου, ανάλογα βέβαια με τη δόση που έχει χορηγηθεί, καθώς σε δόση 600 mg έως 2 γραμ. μπορεί να ανέλθει σε σαράντα πέντε λεπτά της ώρας περίπου, ενώ σε περίπτωση που στον ασθενή έχει χορηγηθεί και προποφόλη η ηρεμιστική δράση της πεντοθάλης διαρκεί ίσως και περισσότερο από μία ώρα, όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στην περίπτωση όμως του Β. Κ. δεν ενδεικνυόταν η χορήγηση σ' αυτόν πεντοθάλης κα μάλιστα σε τόσο υψηλή δόση. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η πεντοθάλη χορηγείται μεν σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε Μ.Ε.Θ., προκειμένου να βρίσκονται σε καταστολή ή για αντιμετώπιση του εθισμού τους σε άλλα φάρμακα, όπως όμως κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η Π. Μ., η Α. Ζ., η Χ. Λ. και η Α. Λ., οι οποίες είχαν παρακολουθήσει την πορεία της υγείας του Β. Κ. καθ' όλο το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του, η χορήγηση της πεντοθάλης, καίτοι δεν ήταν απόλυτη αντένδειξη γι' αυτόν, δεν ήταν φάρμακο πρώτης επιλογής και δεν ενδεικνυόταν εκείνη τη στιγμή λόγω της γενικά επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του και λόγω της ηλικίας του και ότι σε κάθε περίπτωση αν υπήρχε κάποιος λόγος που αιτιολογούσε τη χορήγησή της θα μπορούσε να του χορηγηθεί, ανάλογα και με το βάρος του, που ήταν 70 κιλά περίπου, ποσότητα 250 - 300 mg. Την παραπάνω εντολή για χορήγηση της πεντοθάλης προθυμοποιήθηκε να εκτελέσει ο Α. Μ., ο οποίος βρισκόταν πλησιέστερα στο κρεβάτι του Β. Κ., καθώς ακόμα δεν είχε αποφασιστεί ποιον ασθενή θα αναλάμβανε να φροντίσει ο κάθε νοσηλευτής. Έτσι ο Α. Μ. πήρε την πεντοθάλη, τη διέλυσε και με σύριγγα άρχισε να χορηγεί στον Β. Κ. το ένα γρ. ενδοφλεβίως και bolus, δηλαδή εφάπαξ, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν είχε δώσει εντολή να χορηγηθεί στάγδην, ήτοι σταγόνα - σταγόνα, μέσω ορού. Ο Α. Μ., ως έμπειρος νοσηλευτής, καθόσον εργαζόταν στην ως άνω Μ.Ε.Θ. επί τετραετία περίπου, γνώριζε ότι η πεντοθάλη μπορεί να προκαλέσει υπόταση σε έναν ασθενή και έτσι τη χορήγησε στον Β. Κ. αργά και σταδιακά. Λίγα λεπτά όμως μετά από τη χορήγηση στον Β. Κ. του ενός γρ. πεντοθάλης, η διαδικασία για την ετοιμασία και τη χορήγηση της οποίας διήρκεσε είκοσι λεπτά της ώρας περίπου, άρχισαν να ηχούν τα αλάρμς του αναπνευστήρα του. Ο Α. Μ. πλησίασε αμέσως προς το κρεβάτι του Β. Κ. και διαπίστωσε ότι αυτός δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Συγχρόνως ο Α. Μ. κάλεσε και την Π. Π., η οποία φρόντιζε τον ασθενή που βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι, για να ελέγξουν τι συμβαίνει. Διαπίστωσαν τότε αυτοί ότι ο διακόπτης του αναπνευστήρα του Β. Κ., με τον οποίο ρυθμίζονται τα λίτρα του παρεχόμενου αέρα, ήταν γυρισμένος στο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό, ρύθμιση που τους φάνηκε περίεργη εφόσον επρόκειτο για ενήλικο ασθενή. Αμέσως ο Α. Μ., παρουσία της Π. Π., διόρθωσε τις συνθήκες αερισμού στα 7-8 λίτρα αέρα ανά λεπτό, όπως γνώριζε αυτός από την εμπειρία του, αλλά και η Π. Π., η οποία εργαζόταν επί επταετία περίπου στην ως άνω Μ.Ε.Θ., ότι ήταν κατάλληλος για ενήλικο ασθενή. Παρά τη διόρθωση αυτή όμως τα αλάρμς του αναπνευστήρα του Β. Κ. συνέχιζαν να ηχούν. Ο Α. Μ., μη αντιλαμβανόμενος γιατί συμβαίνει αυτό, κάλεσε τον Ν. Μ. για να ελέγξει και αυτός τον αναπνευστήρα. Ο Ν. Μ. έλεγξε τον αναπνευστήρα και είπε στον Α. Μ. ότι τα αλάρμς συνέχιζαν να ηχούν γιατί ο αναπνευστήρας είχε τεθεί σε πρόγραμμα αερισμού για βρέφη. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω ενεργειών του κατηγορουμένου ήταν ο αναπνευστήρας να χορηγεί ανεπαρκή ποσότητα αέρα στον Β. Κ., με κίνδυνο για τη ζωή του. Πάραυτα ο Ν. Μ. έθεσε τον διακόπτη του αναπνευστήρα στο πρόγραμμα ενηλίκων και τότε τα αλάρμς σταμάτησαν να ηχούν, ο δε Β. Κ. άρχισε να αναπνέει καλύτερα. Τότε, ενώ η ώρα ήταν 08.30 περίπου, εισερχόταν στον χώρο της Μ.Ε.Θ. η Α. Ζ. και ο Α. Μ. την ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί, δηλαδή ότι κατ' εντολή του κατηγορουμένου χορήγησε στον Β. Κ. 1 γρ. πεντοθάλης, ότι μετά τη χορήγησή της άρχισαν να ηχούν τα αλάρμς του αναπνευστήρα του, ότι βρέθηκε ο αερισμός στο αναπνευστήρα του ρυθμισμένος στο 1 λίτρο αέρα ανά λεπτό και ότι είχε τεθεί ο αναπνευστήρας σε πρόγραμμα αερισμού για βρέφη και της ζήτησε να ελέγξει αν ήταν σωστές οι διορθώσεις που είχαν κάνει ο ίδιος και ο Ν. Μ. Η Α. Ζ. έλεγξε τον αναπνευστήρα του Β. Κ. και είδε όχι όλες οι ρυθμίσεις του ήταν σωστές, ενώ από το παρακλίνιο μόνιτορ διαπίστωσε ότι ναι μεν ο Β. Κ. είχε καλό κορεσμό οξυγόνου στο αίμα και φυσιολογικές σφίξεις, δηλαδή καρδιακούς παλμούς, όμως παρουσίαζε υπόταση και συγκεκριμένα η αρτηριακή του πίεση είχε κατέλθει στο 6,50. Έτσι έδωσε εντολή στον Α. Μ. να χορηγήσει στον Β. Κ. ινότροπα φάρμακα, υγρά και ντοπαμίνη, προκειμένου να ανέλθει η αρτηριακή του πίεση, κάτι το οποίο ο Α. Μ. έκανε αμέσως. Μετά από αυτές τις ενέργειες, σε δεκαπέντε λεπτά της ώρας περίπου η υγεία του Β. Κ., η οποία είχε επιδεινωθεί λόγω της συνδυασμένης σε σύντομο χρονικό διάστημα επενέργειας της χορηγηθείσας πεντοθάλης και του μειωμένου αερισμού, σταθεροποιήθηκε, δηλαδή ανήλθε η αρτηριακή του πίεση στα φυσιολογικά για την κατάστασή του όρια και δεν ήταν ταχυπνοϊκός, σύμφωνα με τις ενδείξεις του παρακλίνιου μόνιτορ. Εκείνη την ώρα εισήλθαν στον χώρο της Μ.Ε.Θ. η Π. Μ. και η Χ. Λ., οι οποίες πληροφορήθηκαν από την Α. Ζ. και τον Α. Μ. τι είχε συμβεί και διαπίστωσαν και αυτές τη σταθεροποίηση της κατάστασης του Β. Κ. Κατόπιν τούτων η Α. Ζ. έδωσε εντολή στον Α. Μ., στον οποίον εν τω μεταξύ είχε ανατεθεί η φροντίδα του Β. Κ., να καταγράψει ό,τι είχε συμβεί στο ημερήσιο φύλλο νοσηλείας αυτού. Ο Α. Μ. ανέγραψε σ' αυτό ότι είχε χορηγήσει στον Β. Κ. ένα γρ. πεντοθάλης κατ' εντολή του κατηγορουμένου, όχι όμως και τα υπόλοιπα, δηλαδή ότι βρέθηκε ο ανά λεπτό αερισμός στο ένα λίτρο αέρα κλπ., τα οποία είχε σκοπό να αναγράψει αργότερα ή με ηρεμία το μεσημέρι μετά το πέρας το ωραρίου του, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι νοσηλευτές καθημερινώς. Στη συνέχεια ο Α. Μ. περιποιήθηκε τον Β. Κ., ήτοι τον καθάρισε κλπ. και αποχώρησε από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. για να διευθετήσει κάποιο υπηρεσιακό του ζήτημα, αφού προηγουμένως ανέθεσε τη φροντίδα του Β. Κ., μέχρι ότου επιστρέφει, στην Π. Π. Η Α. Ζ. παρέμεινε δίπλα στον Β. Κ. μία ώρα περίπου για παρακολούθησή του και αφού η κατάστασή του παρέμενε σταθερή αναχώρησε για το γραφείο των ιατρών, στο οποίο συγκεντρώνονταν καθημερινά περί ώρα 10.00' οι ιατροί της Μ.Ε.Θ., για να ενημερωθούν για την κατάσταση της υγείας των ασθενών που νοσηλεύονται σ' αυτή. Το γραφείο αυτό βρίσκεται σε απόσταση 15 μ. περίπου από τον χώρο της Μ.Ε.Θ., ήτοι και προς την πλευρά του κρεβατιού με τον αριθμό 1. Ειδικότερα μετά από την πλευρά αυτή της Μ.Ε.Θ. βρίσκεται το δωμάτιο της απομόνωσης και μετά απ' αυτό διάδρομος, απέναντι από τον οποίο βρίσκεται το παραπάνω γραφείο. Ο κατηγορούμενος μεταξύ των ωρών 9.30' έως 10.00' περίπου, ήτοι πριν αρχίσει η ενημέρωση των ιατρών στο παραπάνω γραφείο, επανήλθε μόνος του στον χώρο της Μ.Ε.Θ., από όπου είχε ήδη αποχωρήσει η Α. Ζ., πλησίασε τον αναπνευστήρα του Β. Κ. και επειδή δεν είδε κάποιον νοσηλευτή δίπλα του, απευθυνόμενος προς τη Δ. Κ. ζήτησε να χορηγηθεί στον Β. Κ. μία αμπούλα του μυοχαλαρωτικού φαρμάκου tracrium χωρίς να συντρέχει κανένα λόγος που επέβαλε τούτο, τη ρώτησε δε αν θα τη χορηγήσει αυτή ή ο ίδιος. Το tracrium είναι μυοχαλαρωτικό φάρμακο, που προκαλεί χαλάρωση όλου του μυϊκού συστήματος, ήτοι και των αναπνευστικών μυών. Σε αντίθεση με την πεντοθάλη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κοιμίζει, το tracrium χαλαρώνει τον ασθενή, ο οποίος έχει πλήρη συνείδηση, αλλά δεν μπορεί να κουνήσει κανένα μέλος το σώματός του, ούτε καν να ανοίξει τα βλέφαρά του και βέβαια ούτε να αναπνεύσει με δικές του αναπνευστικές κινήσεις, με αποτέλεσμα τον θάνατό του αν δεν βρίσκεται υπό μηχανική υποστήριξη με αναπνευστήρα. Το tracrium χορηγείται σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε Μ.Ε.Θ. και έχουν τεθεί υπό μηχανικό αερισμό όταν μάχονται τον αναπνευστήρα, για να μπορεί ο οργανισμός τους να συγχρονίζεται με τον αναπνευστήρα και αυτός να λειτουργεί σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που έχει καθορίσει ο θεράπων ιατρός. Όμως δεν αποδείχτηκε ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο ο Β. Κ. αντιμαχόταν τον αναπνευστήρα, αφού η Α. Ζ., η οποία είχε αποχωρήσει από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. λίγα λεπτά πριν, θα το είχε παρατηρήσει και θα είχε προβεί στις δέουσες ιατρικές ενέργειες, για ν' αποτρέψει οποιαδήποτε δυσμενή εξέλιξη την κατάσταση της υγείας του Β. Κ. Η Δ. Κ., η οποία τότε βρισκόταν δίπλα στο ψυγείο με τα φάρμακα, πήρε από εκεί μία αμπούλα tracrium και την άφησε πάνω στο τροχήλατο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι του Β. Κ., λέγοντας στον κατηγορούμενο να τη χορηγήσει ο ίδιος, όχι με την έννοια της άρνησης, αλλά γιατί εκείνη τη στιγμή είχε κάποια άλλη απασχόληση και κατόπιν αποχώρησε από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. Μόλις η Δ. Κ. αποχώρησε ο κατηγορούμενος χορήγησε στον Β. Κ. το tracrium και επίσης έστρεψε εκ νέου τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και μετέβαλε τις συνθήκες λειτουργίας του αναπνευστήρα στο πρόγραμμα για βρέφη. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αναχώρησε για το γραφείο των ιατρών, για να αρχίσει η ενημέρωση, όπου έφθασε τελευταίος, καθόσον ήδη βρίσκονταν εκεί η Π. Μ., η Χ. Α., η Α. Ζ., η Φ. Φ., ο ειδικευόμενος αναισθησιολόγος Ι. Π., ο ειδικευόμενος παθολόγος, που έκανε εξειδίκευση στη εντατικολογία, Δ. Β., η ειδικευόμενη παθολόγος Α. Τ., η Δ. Κ. και δύο - τρεις ιατροί από άλλες κλινικές. Περί τα 15 λεπτά της ώρας αφότου άρχισε η ενημέρωση, η Π. Π., η οποία εξακολουθούσε να έχει τη φροντίδα του Β. Κ., γιατί ο Α. Μ. δεν είχε επιστρέφει ακόμα, άκουσε να ηχούν τα αλάρμ του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ. Έσπευσε αμέσως στο κρεβάτι του και διαπίστωσε από το παρακλίνιο μόνιτορ ταυτόχρονη ραγδαία πτώση των σφίξεων, της πίεσης και του οξυγόνου του Β. Κ., ενώ ελέγχοντας τον αναπνευστήρα του διαπίστωσε ότι ο διακόπτης με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας ήταν γυρισμένος στο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και επίσης ότι ο αναπνευστήρας είχε τεθεί σε πρόγραμμα αερισμού για βρέφη. Αμέσως η Π. Π. τηλεφώνησε στο γραφείο των ιατρών για να τους ενημερώσει σχετικά. Στο τηλεφώνημα απάντησε η Π. Μ., στην οποία η Π. Π. είπε ότι ο Β. Κ. κάνει ανακοπή, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο επέκειτο. Η Π. Μ. μετέφερε στους παρευρισκομένους αυτό που της είπε η Π. Π. και τότε ο κατηγορούμενος είπε: "Αφήστε τον». Στο άκουσμα της φράσης αυτής η Π. Μ. αντέδρασε έντονα λέγοντας: "Τί πράγματα είναι αυτά;», πολύ περισσότερο που γνώριζε ότι λίγη ώρα πριν ο Β. Κ. ήταν σε σταθερή κατάσταση και έτσι υπέθεσε ότι κάτι μη αναμενόμενο θα συνέβαινε. Κατόπιν αυτού ο κατηγορούμενος προέτρεψε τον Ι. Π. να μεταβεί στον χώρο της Μ.Ε.Θ. για να δει τι συμβαίνει με τον Β. Κ. Ο Ι. Π. πράγματι πήγε στον χώρο της Μ.Ε.Θ. και όταν έφθασε στο κρεβάτι του Β. Κ. διαπίστωσε ότι ο διακόπτης του αναπνευστήρα του με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας ήταν γυρισμένος στο ένα λίτρο ανά λεπτό. Αμέσως έφθασε εκεί και η Φ. Φ., στην οποία η Π. Π. έδειξε τον αναπνευστήρα του Β. Κ. με τις ανωτέρω ρυθμίσεις. Πίσω από τη Φ. Φ. στεκόταν εκείνη τη στιγμή ο Ι. Π., ο οποίος αμέσως μετά αναχώρησε για το γραφείο των ιατρών, φθάνοντας δε εκεί είπε στους παρευρισκόμενους ότι ο αερισμός στον αναπνευστήρα του Β. Κ. βρέθηκε να είναι ρυθμισμένος στο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό. Τη φράση αυτή άκουσαν η Π. Μ., η Χ. Α., η Α. Ζ., η Α. Τ. και η Δ. Κ., ενώ η Φ. Φ. όταν επέστρεψε στο γραφείο άκουσε να συζητείται μεταξύ των ιατρών ότι ο Ι. Π. τους είπε ότι ο αναπνευστήρας του Β. Κ. βρέθηκε ρυθμισμένος στο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό, καίτοι ο Ι. Π., εξεταζόμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε ότι αυτό που είπε ήταν ότι η βελόνα αναπνευστήρα "έπαιζε" ανάμεσα στο ένα έως τέσσερα λίτρα, αλλά η κλινική εικόνα του Β. Κ. δεν έδειχνε ότι αυτός υποαερίζεται. Να σημειωθεί δε ότι ο ίδιος εξεταζόμενος κατά την προανάκριση είχε καταθέσει, όπως του επισημάνθηκε από το Δικαστήριο, ότι η βελόνα του αναπνευστήρα του Β. Κ. "έπαιζε" ανάμεσα στο ένα έως τρία λίτρα, το ίδιο δε είχε καταθέσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τότε άρχισε έντονη συζήτηση μεταξύ της Δ. Κ. και της Π. Μ., η οποία ζητούσε να πληροφορηθεί για ποιον λόγο δεν είχε καταγραφεί στο ημερήσιο φύλλο νοσηλείας του Β. Κ. ότι το πρωί είχε βρεθεί πάλι ο αναπνευστήρας του ρυθμισμένος στο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και ότι ο Β. Κ. είχε παρουσιάσει υπόταση. Εν τω μεταξύ όταν η Φ. Φ. είδε τις παραπάνω ρυθμίσεις στον αναπνευστήρα του Β. Κ. έκανε μια έκφραση δυσαρέσκειας, η οποία έγινε αντιληπτή από την Π. Π.. Κατευθείαν η Π. Π., παρουσία της Φ. Φ., έθεσε τον αναπνευστήρα στις ορθές ρυθμίσεις για ενήλικο ασθενή και μετά από λίγο η κατάσταση της υγείας του Β. Κ. άρχισε να βελτιώνεται, χωρίς να χρειαστεί η Φ. Φ. να προβεί σε καμία ιατρική ενέργεια με χορήγηση φαρμάκων κλπ. Μόλις η κατάσταση της υγείας του Β. Κ. σταθεροποιήθηκε η Φ. Φ. είπε στην Π. Π. : "Άς τον, καλός είναι». Εκείνη στη στιγμή εισήλθε στον χώρο της Μ.Ε.Θ. ο κατηγορούμενος, ο οποίος πλησίασε στο κρεβάτι του Β. Κ. και απευθυνόμενος προς τη Φ. Φ. και την Π. Π. είπε : "Εδώ είπαμε ότι δεν θα αναταχθεί ο ασθενής». Η Φ. Φ. αναχώρησε αμέσως για το γραφείο των ιατρών, όπου φθάνοντας ανέφερε ότι όλα ήταν καλά με τον Β. Κ. και ότι αυτός ανατάχθηκε. Κατόπιν αυτού οι παρευρισκόμενοι ιατροί έμειναν με την εντύπωση ότι ο Β. Κ. είχε αναταχθεί. Μετά την αναχώρηση της Φ. Φ. ο κατηγορούμενος, απευθυνόμενος προς την Π. Π., είπε, αναφερόμενος στον Β. Κ. : "Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο γι' αυτόν" και ότι : "Δεν μου αρέσει που υποφέρει ο ασθενής». Μετά απ' αυτό η Π. Π. απομακρύνθηκε προς την αντίθετη πλευρά του χώρου της Μ.Ε.Θ., για να κάνει κάποιες εργασίες που έπρεπε, ο δε ο κατηγορούμενος, χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος, συνέχισε να παραμένει δίπλα στο κρεβάτι του Β. Κ. Εκεί ο κατηγορούμενος επενέβη στον αναπνευστήρα του Β. Κ., στρέφοντας για τρίτη φορά τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό, ποσότητα ανεπαρκή, όπως προαναφέρθηκε, για ενήλικο άτομο, με συνέπεια, όντας αυτός πλήρως αδρανοποιημένος από τα χορηγηθέντα ανωτέρω φάρμακα, να μην μπορεί να κάνει καμία αυτόματη αναπνευστική κίνηση. Επίσης ο κατηγορούμενος μετέβαλε τα όρια στα αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ., θέτοντας το κατώτερο όριο κάτω από το ένα λίτρο, ώστε να μην ενεργοποιηθούν αυτά και έτσι να αποκλειστεί οποιαδήποτε επέμβαση από ιατρό ή νοσηλευτή, όταν ο Β. Κ. θα άρχιζε να εκδηλώνει συμπτώματα υποαερισμού του. Κατόπιν αυτών των ενεργειών ο κατηγορούμενος παρέμεινε πέντε λεπτά της ώρας περίπου κοντά στον Β. Κ., έως ότου αυτός απεβίωσε και στη συνέχεια αναχώρησε για το γραφείο των ιατρών. Όταν ο κατηγορούμενος έφθασε εκεί υπήρχε έντονη συζήτηση μεταξύ των ιατρών και προβληματισμός σχετικά με το ότι βρέθηκε δύο φορές ο αναπνευστήρας του Β. Κ. στο ένα λίτρο. Ο κατηγορούμενος ρώτησε γιατί υπήρχε η ένταση αυτή και η Π. Μ. του ανέφερε τον λόγο. Τότε ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τους ιατρούς είπε ότι αυτές δεν είναι συζητήσεις που μπορούν να γίνονται μπροστά στους φιλοξενούμενους (εννοώντας τους δυο - τρεις ιατρούς από άλλες κλινικές) για να μην δημιουργούνται οι εντυπώσεις ότι στη Μ.Ε.Θ. γίνεται ευθανασία και ότι κάποιος πρέπει να παίρνει τις ηρωικές αποφάσεις, στη συνέχεια δε άρχισε να αναπτύσσει τις απόψεις του σχετικά με τα κριτήρια εισαγωγής ασθενών στη Μ.Ε.Θ., τις οποίες είχε εκφράσει πάλι κατά το παρελθόν και αν θα έπρεπε ο Β. Κ. να έχει εισαχθεί στη Μ.Ε.Θ., καθόσον δεν είχε τέτοια ένδειξη. Μετά από πέντε λεπτά της ώρας περίπου από την αποχώρηση του κατηγορουμένου από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. η Π. Π. επανήλθε στο σημείο που βρισκόταν το κρεβάτι του Β. Κ., καθόσον ο Α. Μ. δεν είχε επιστρέφει ακόμα και αντιλήφθηκε από τις ενδείξεις του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ. ότι αυτός είχε αποβιώσει. Για τον θάνατο του Β. Κ. η Π. Π. δεν ενημέρωσε κανέναν ιατρό, γιατί θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος το γνώριζε, εφόσον τον είχε αφήσει δίπλα στο κρεβάτι του Β. Κ.. Μετά το πέρας της ενημέρωσης οι ιατροί της Μ.Ε.Θ. επέστρεψαν στον χώρο της και πληροφορήθηκαν ότι ο Β. Κ. είχε αποβιώσει. Η Α. Ζ. και η Χ. Λ. ρώτησαν την Π. Π. τι συνέβη με τον Β. Κ. και για ποιον λόγο δεν ενημερώθηκαν οι ιατροί για τον θάνατό του και αυτή τους απάντησε ότι γνωρίζει ο κατηγορούμενος. Το είπε δε αυτό η Π. Π. επειδή ο κατηγορούμενος ήταν ο τελευταίος που είχε βρεθεί δίπλα στον Β. Κ. πριν αυτός αποβιώσει. Όταν η Α. Ζ. εξήλθε από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. και συνάντησε τυχαία τον κατηγορούμενο τον ρώτησε πώς απεβίωσε ο Β. Κ. και αυτός της απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Κατόπιν τούτου η Α. Ζ., ως επικεφαλής της ομάδας των ιατρών που είχε υπό την επίβλεψή της τον Β. Κ., αρνήθηκε να συντάξει το πιστοποιητικό θανάτου του, επικαλούμενη ότι δεν γνωρίζει την αιτία του θανάτου του, πολύ περισσότερο που η ίδια τον είχε αφήσει σε σταθερή κατάσταση και δεν είχε ενημερωθεί ότι εμφάνισε κάτι αιφνίδιο. Μετά απ' αυτά τη σύνταξη του ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟύ αυτού ανέλαβε ο κατηγορούμενος, ο οποίος και συνέταξε το από ... "ΙΑΤΡΙΚΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟΥ», στο οποίο και ανέγραψε ως αιτία θανάτου του Β. Κ.: "ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΑΚΟΠΗ, ΠΟΛΥΟΡΓΑΝΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΙΣΧΑΙΜΙΚΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ.». Ωστόσο το ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, εξαιτίας του οποίου ο Β. Κ. είχε εισαχθεί στη Μ.Ε.Θ., είχε αποδράμει, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι αυτός είχε παρουσιάσει πολυοργανική ανεπάρκεια, η οποία υφίσταται όταν ανεπαρκούν περισσότερα από δύο βασικά όργανα (καρδιά, πνεύμονες, νεφροί κλπ). Ειδικότερα, ο Β. Κ. το πρωί της ημέρας του θανάτου του και πριν από τις προαναφερόμενες ενέργειες του κατηγορουμένου είχε καλή πίεση, καλό οξυγόνο και καλή νεφρική λειτουργία, παρουσίαζε δε μόνο αναπνευστική ανεπάρκεια. Παρά δε τα αναγραφόμενα στο πιστοποιητικό θανάτου του Β. Κ. ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εντελώς αντιφατικά, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πώς πέθανε ο Β. Κ. και ότι υποψιάζεται ως αιτία θανάτου του ή εγκεφαλικό ή έμφραγμα μυοκαρδίου ή ταχυρρυθμία. Πέραν δε όλων των ανωτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι όταν λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Β. Κ. η κόρη του Π. Κ. ζήτησε να της χορηγηθούν αντίγραφα των εγγράφων που περιέχονταν στον φάκελο νοσηλείας του πατέρα της, διαπιστώθηκε ότι εντός του φακέλου αυτού βρέθηκαν έγγραφα κλπ. που ανάγονταν στον πρώτο μήνα της νοσηλείας του, ενώ τα υπόλοιπα έως την ημερομηνία θανάτου του είχαν απολεσθεί και δεν βρέθηκαν ποτέ. Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι ο θάνατος του Β. Κ. επήλθε από τον συνδυασμό όλων των προαναφερόμενων ενσυνείδητων ενεργειών του κατηγορουμένου, ήτοι της χορήγησης στον Β. Κ. πεντοθάλης και tracrium και της μείωσης τρεις φορές του παρεχόμενου αέρα στον αναπνευστήρα του σε ένα λίτρο ανά λεπτό και επομένως ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από δόλο, την οποία αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι τα χορηγηθέντα από τον κατηγορούμενο στον Β. Κ. προαναφερόμενα φάρμακα επέφεραν στον τελευταίο πλήρη καταστολή, που δεν του επέτρεπε να αναπνεύσει μόνος του. Και αν μεν ο Β. Κ. υποστηριζόταν αναπνευστικά από αναπνευστήρα δεν θα επήρχετο ο θάνατός του από μόνη τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών. Ο συνδυασμός όμως των ανωτέρω φαρμάκων με τον χαμηλό αερισμό του ενός λίτρου αέρα ανά λεπτό, ήτοι ποσότητας ανεπαρκούς για ενήλικο άτομο, επέφεραν τον θάνατο του Β. Κ. από καρδιακή ανακοπή, ως αποτέλεσμα υποξαιμίας (μείωσης οξυγόνου στο αίμα του) και υπερκαπνίας (αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα του). Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δια των γραπτών ισχυρισμών του αρνήθηκε την πράξη του και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε επενέβη στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα του Β. Κ. και ότι οι ανωτέρω ενέργειές του, δηλαδή οι εντολές του για χορήγηση πεντοθάλης και tracrium στον Β. Κ., ήταν οι ιατρικώς ενδεδειγμένες και ουδόλως συνδέονται αιτιωδώς με τον θάνατό του. Ειδικότερα ισχυρίστηκε τα εξής : Α) ότι το πρωί της 3ης-12-2002, κατά την επίσκεψή του στον χώρο της Μ.Ε.Θ. μαζί με τη Φ. Φ., διαπίστωσε ότι ο Β. Κ. αντιμαχόταν τον αναπνευστήρα, με αποτέλεσμα να εμφανίσει ταχυκαρδία και υπέρταση και να εκπτύσσεται έντονα ο θώρακάς του, ότι τούτο συνέβη επειδή η καταστολή που του είχε χορηγηθεί δεν ήταν επαρκής γιατί ήταν εθισμένος στην προποφόλη, ότι η κατάσταση αυτή ενείχε τον κίνδυνο να υποστεί αυτός εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα του μυοκαρδίου και ότι ενόψει τούτων έκρινε ότι έπρεπε να του χορηγηθεί πεντοθάλη και προς τούτο έδωσε εντολή προς τους νοσηλευτές να του χορηγήσουν ένα γραμμάριο πεντοθάλης σε δύο δόσεις, που σημαίνει ότι έπρεπε να χορηγηθούν αρχικά 500 mg και μετά από σαράντα πέντε λεπτά της ώρας περίπου τα υπόλοιπα 500 mg, η οποία ήταν η ενδεδειγμένη δοσολογία γι' αυτόν και όχι δύο γραμμάρια σε δύο δόσεις, που σε κάθε περίπτωση και αυτό να ίσχυε δεν ήταν λάθος δοσολογία, γιατί οι δόσεις που χορηγούνται σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε Μ.Ε.Θ. είναι πολλαπλάσιες από αυτές που χορηγούνται σε ασθενείς που λαμβάνουν μια απλή γενική αναισθησία, ήτοι σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε Μ.Ε.Θ. μπορεί να χορηγηθούν ακόμα και 4 γραμ. πεντοθάλης. Πλην όμως τ' ανωτέρω δεν είναι βάσιμα. Ειδικότερα ουδόλως αποδείχτηκε ότι το πρωί της 3ης-12-2002 ο Β. Κ. αντιμαχόταν τον αναπνευστήρα, καθόσον αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο θα είχε γίνει αντιληπτό κατά τη διάρκεια της νύκτας ή νωρίς το πρωί, πριν από την επίσκεψη του κατηγορουμένου, από τους ιατρούς ή τους νοσηλευτές της Μ.Ε.Θ. και κυρίως από τη Φ. Φ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εφημέρευε από το βράδυ της 2ας-12-2002 έως το πρωί της 3πς-12-2002 και η οποία θα αντιμετώπιζε μια τέτοια κατάσταση, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η υγεία του Β. Κ.. Επιπλέον η Α. Ζ., εξεταζόμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι είχε ρωτήσει τον Α. Μ. πώς ήταν η κατάσταση του Β. Κ. πριν από τη χορήγηση της πεντοθάλης και αυτός της είχε απαντήσει ότι ήταν σταθερή. Αλλά και ο Ι. Π., ο οποίος μεταξύ των ωρών 08.00' έως 08.30' της 3ης-12-2002 μετέβη στον χώρο της Μ.Ε.Θ. για να προβεί σε αιμοληψίες από τους ασθενείς και σε άλλες ιατρικές ενέργειες, δεν είχε παρατηρήσει κάτι ανησυχητικό στον Β. Κ.. Εξάλλου αν είχε επέλθει κάποια μεταβολή στην κατάσταση του Β. Κ. και δη ταχυκαρδία και υπέρταση, όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, θα είχαν ηχήσει τα αλάρμς του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ., ώστε να επέμβει κάποιος γιατρός ή νοσηλευτής. Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τους νοσηλευτές ήταν να χορηγηθεί στον Β. Κ. ένα γραμμάριο πεντοθάλης σε δύο δόσεις, αλλά αντίθετα ήταν δύο γραμμάρια σε δύο δόσεις, όπως ρητά κατέθεσαν εξεταζόμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο Α. Μ., η Π. Π. και η Δ. Κ. Ανεξάρτητα όμως από το ποια ήταν η εντολή του κατηγορουμένου ακόμα και το ένα γραμμάριο πεντοθάλης δεν ενδεικνυόταν για τον Β. Κ., για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Β) ότι ο οργανισμός του Β. Κ. είχε εθιστεί στην προποφόλη, με αποτέλεσμα να αντιμάχεται τον αναπνευστήρα το πρωί της 3ης-12-2002 και ως εκ τούτου ήταν αναγκαία η χορήγηση της πεντοθάλης και του tracrium σ' αυτόν. Πλην όμως ουδόλως αποδείχτηκε ότι ο οργανισμός του Β. Κ. είχε εθιστεί στην προποφόλη, καθόσον κανένας από τους άνω ιατρούς της ως άνω Μ.Ε.Θ. είχε διαπιστώσει τέτοιο εθισμό, ούτε είχε συζητηθεί μεταξύ τους κάτι τέτοιο. Αντίθετα μέχρι τότε οι θεράποντες ιατροί τού χορηγούσαν μόνο προποφόλη, χωρίς να του έχει χορηγηθεί ουδέποτε πεντοθάλη. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, τις τελευταίες ημέρες η κατάσταση της υγείας του Β. Κ. ήταν βελτιωμένη και ελάμβανε ελάχιστη ποσότητα προποφόλης, ώστε να μην βρίσκεται σε βαθιά καταστολή, αλλά να είναι ξύπνιος για να επιτευχθεί η αποδέσμευσή του από τον αναπνευστήρα, η δε επιδείνωση που εμφάνισε αυτός στις 2-12-2002 δεν ήταν ούτε ραγδαία, ούτε ανησυχητική. Τέλος ο κατηγορούμενος απολογούμενος ανέφερε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που νοσηλεύονται σε Μ.Ε.Θ. αναπτύσσει εθισμό από χορήγηση αναισθητικών φαρμάκων μέσα σε 6 - 7 ημέρες και ότι στον Β. Κ. στην αρχή της νοσηλείας του εχορηγείτο για καταστολή το φάρμακο μιδαζολάμη και έκτοτε του εχορηγείτο συνεχώς προποφόλη. Επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι στον Β. Κ., ο οποίος νοσηλευόταν από 28-9-2002 και η υγεία του είχε διέλθει από μεγαλύτερης επικινδυνότητας στάδια, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν είχε παραστεί ποτέ ανάγκη να του χορηγηθεί πεντοθάλη και έγινε τούτο για πρώτη φορά το πρωί της 3ης-12-2002. Γ) ότι η δυσμενής εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του Β. Κ., με την εμφάνιση υπότασης μετά από τη χορήγηση σ' αυτόν της πεντοθάλης δεν οφειλόταν σε αυτό καθ' αυτό το φάρμακο, αλλά στην ταχύτητα χορήγησής του από τον Α. Μ., ο οποίος τη χορήγησε όλη μαζί και όχι σταδιακά και σε χρονικό διάστημα 7-8 λεπτών της ώρας, όπως έπρεπε, δηλαδή να χορηγήσει αρχικά 5-75 mg, να περιμένει 1-2 λεπτά της ώρας για να δει την αντίδραση του οργανισμού του Β. Κ. και να συνεχίσει έτσι έως ότου ολοκληρώσει τα 500 mg της πρώτης δόσης της πεντοθάλης. Όμως αποδείχτηκε ότι ο Α. Μ. γνώριζε ότι έπρεπε να χορηγήσει σταδιακά την πεντοθάλης, λόγω κινδύνου εμφάνισης υπότασης. Εξάλλου ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε και η Φ. Φ. κατέθεσε ότι οι νοσηλευτές γνωρίζουν με ποιον τρόπο πρέπει να χορηγούν την πεντοθάλη και ότι πρέπει να τη χορηγούν παρακολουθώντας συγχρόνως την αρτηριακή πίεση του ασθενή από το παρακλίνιο μόνιτορ, γιατί πιθανώς αυτός να εμφανίσει υπόταση. Δ) ότι όταν επανήλθε στον χώρο της Μ.Ε.Θ. πριν από την έναρξη της ενημέρωσης, χωρίς κανείς να τον ενημερώσει ότι δεν είχε χορηγηθεί στον Β. Κ. η δεύτερη δόση της πεντοθάλης, όπως είχε δώσει εντολή, ήτοι, κατ' αυτόν, τα υπόλοιπα 500 mg, αντιλήφθηκε ότι ο Β. Κ. αντιμαχόταν πάλι τον αναπνευστήρα, ότι γι' αυτόν τον λόγο έδωσε εντολή στη Δ. Κ., ως προϊσταμένη νοσηλεύτρια, να χορηγηθεί στον Β. Κ. μία αμπούλα tracrium, την οποία η Δ. Κ. πήρε από το ψυγείο, αλλά ουδέποτε την έδωσε στα χέρια του, καθόσον την άφησε πάνω στο τροχήλατο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι του Β. Κ., χωρίς να του αναφέρει ότι δεν θα χορηγήσει το φάρμακο αυτό, ότι ο ίδιος ουδέποτε χορήγησε το tracrium στον Β. Κ., γιατί θεώρησε ότι θα το χορηγούσε κάποιος νοσηλευτής, εφόσον η χορήγησή του ήταν νοσηλευτική πράξη και ότι η μη χορήγηση της ενδεδειγμένης δόσης πεντοθάλης και η μη χορήγηση του tracrium ήταν η αιτία θανάτου του Β. Κ. Πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο Β. Κ. αντιμαχόταν τον αναπνευστήρα όταν επανήλθε ο κατηγορούμενος στον χώρο της Μ.Ε.Θ., καθόσον η Α. Ζ., η οποία είχε παραμείνει αρκετή ώρα κοντά του, τον είχε αφήσει σε σταθερή κατάσταση, ενώ ούτε η Π. Π., η οποία φρόντιζε τότε τον Β. Κ., ούτε κάποιος άλλος νοσηλευτής είχε αντιληφθεί κάτι τέτοιο, ούτε είχαν ηχήσει τα αλάρμς του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ., ώστε να ειδοποιήσουν για μια επικίνδυνη γι' αυτόν κατάσταση. Έτσι ο κατηγορούμενος χορήγησε ο ίδιος το tracrium στον Β. Κ., παρότι δεν χρειαζόταν. Εξάλλου δεν εξηγεί ο κατηγορούμενος για ποιον λόγο, εφόσον θεωρούσε αναγκαία τη χορήγηση του tracrium στον Β. Κ., δεν το χορήγησε ο ίδιος, όπως ισχυρίζεται, τη στιγμή που η Δ. Κ. του είπε να το χορηγήσει αυτός και ο ίδιος δεν είχε δει κάποιον νοσηλευτή δίπλα στο κρεβάτι του Β. Κ., ώστε να πιστέψει ότι το φάρμακο τα χορηγείτο, όπως είχε δώσει εντολή. Ε) ότι ουδέποτε επενέβη στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα του Β. Κ., ώστε να παρασχεθεί μειωμένος αερισμός σ' αυτόν, καθόσον, ακόμα και αν είχε προβεί σε κάτι τέτοιο, θα ενεργοποιούνταν εντός κλάσματος δευτερολέπτου τα αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ, κάτι που δεν συνέβη εν προκειμένω, εφόσον την πρώτη φορά τα αλάρμς του αναπνευστήρα ενεργοποιήθηκαν αρκετά λεπτά της ώρας μετά την αποχώρησή του από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. Όμως τότε, ήτοι την πρώτη φορά, τα αλάρμς του αναπνευστήρα του Β. Κ. δεν ενεργοποιήθηκαν άμεσα, καίτοι ο σχετικός διακόπτης του αναπνευστήρα είχε ρυθμιστεί στο ένα λίτρο ανά λεπτό και είχε τεθεί ο αναπνευστήρας στο πρόγραμμα για βρέφη, γιατί λόγω της χορηγηθείσας πεντοθάλης ο Β. Κ. βρισκόταν σε καταστολή και όταν άρχισε πλέον, προσπαθώντας ο οργανισμός του ν' ανταπεξέλθει στον μειωμένο αερισμό, να δυσκολεύεται να αναπνεύσει, τότε ήχησαν τα αλάρμς του αναπνευστήρα. Εξάλλου η αλλαγή στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα είχε διαπιστωθεί την πρώτη φορά από τον Α. Μ., την Π. Π. και τον Ν. Μ. και τη δεύτερη φορά από την Π. Π. και τον Ι. Π. Επιπλέον την τρίτη φορά, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έθεσε το κατώτερο όριο στα αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ. κάτω από το ένα λίτρο για να μην ηχήσουν, ακόμα και αν είχε τεθεί σε λειτουργία το οπτικό σήμα που ειδοποιεί για τις αλλαγές των ρυθμίσεων του αναπνευστήρα, δεν βρισκόταν κανένας, ούτε ιατρός, ούτε νοσηλευτής, πλησίον του Β. Κ., ώστε να γίνει αντιληπτό αυτό. Τέλος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ουδέποτε επενέβη στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα του Β. Κ. αναιρείται και από το γεγονός ότι η αλλαγή στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα διαπιστώθηκε τις δύο πρώτες φορές λίγη ώρα μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. ΣΤ) ότι ουδέποτε είπε τη φράση: "Εδώ είπαμε ότι δεν θα αναταχθεί ο ασθενής», αλλά είπε ότι αυτός δεν ανατάσσεται, με την έννοια ότι γίνεται μια θεραπεία και ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται, δεν ανατάσσεται. Όμως διαψεύδεται από την Π. Π., σύμφωνα με όσα αυτή κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε την ανωτέρω φράση, η οποία απηχούσε την πρόθεσή του να μη αναταχθεί ο Β. Κ. σε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, ώστε να αποβιώσει, είναι ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) στο από 18-12-2002 έγγραφό του προς τον διοικητή του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, απαντώντας σχετικά με την έγγραφη αναφορά της Π. Μ., της Χ. Λ. και της Α. Ζ. προς τον ίδιο διοικητή για να διερευνηθούν οι συνθήκες θανάτου του Β. Κ., ανέφερε γι' αυτόν τα εξής : «....Από τα τέλη Νοεμβρίου, μετά από περίπου δύο μήνες εντατικής θεραπείας που περιλάμβανε πολλές επίπονες προσπάθειες και χρήση εξειδικευμένων τεχνικών, πραγματοποιήθηκε διαλογική συζήτηση με όλους τους ιατρούς της ΜΕΘ. Εκεί δόθηκαν ξεκάθαρες οδηγίες ότι σε περίπτωση βαριάς επιδείνωσης με πιθανή καρδιακή ανακοπή δεν θα πραγματοποιηθεί καρδιο-πνευμονική αναζωογόνηση στον εν λόγω ασθενή (DNR-do not resuscitate orders), λόγω της πληθώρας των νοσημάτων του και των επαναλαμβανόμενων σηπτικών επεισοδίων...». Ζ) ότι μετά την αποχώρηση της Φ. Φ. και του Ι. Π. από τον χώρο τη Μ.Ε.Θ. ο ίδιος παρέμεινε πλησίον του Β. Κ. ελάχιστο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν προλάβαινε να επέμβει και να τροποποιήσει τις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα του, ώστε να μειωθεί ο παρεχόμενος σ' αυτόν αέρας για να επέλθει ο θάνατός του, αφού έπρεπε να πραγματοποιήσει κινήσεις και περιστροφές σε επτά έως οκτώ κουμπιά. Όμως αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε στο γραφείο των ιατρών κατά πόδας της Φ. Φ., αλλά μετά την απομάκρυνση της Π. Π. παρέμεινε τουλάχιστον πέντε λεπτά της ώρας δίπλα στον Β. Κ.
Εξάλλου ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά να χειρίζεται τους αναπνευστήρες και τα παρακλίνια μόνιτορς και επομένως δεν ήταν δύσκολο γι' αυτόν να επέμβει στον αναπνευστήρα και να τροποποιήσει τις ρυθμίσεις του. Η) ότι μπορεί εύκολα να μετακινηθούν ακούσια τα κουμπιά του αναπνευστήρα και επίσης ότι οι αναπνευστήρες που χρησιμοποιούνταν τότε στην ως άνω Μ.Ε.Θ. ήταν άνω των δεκαπέντε ετών, με αποτέλεσμα, λόγω της μακροχρόνιας χρήσης τους, να εμφανίζουν πολύ συχνά μηχανικές βλάβες, δηλαδή να δείχνουν επί παραδείγματι ότι παρέχουν ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό, όμως ο ασθενής να αερίζεται κανονικά, όπως έγινε στην προκείμενη περίπτωση του Β. Κ. Όπως όμως κατέθεσαν η Π. Μ., η Α. Λ. και η Α. Ζ., οι οποίες είχαν καθημερινή ενασχόληση με τους αναπνευστήρες της Μ.Ε.Θ., αλλά και ο Ι. Κ., υπεύθυνος για τα προϊόντα εντατικής θεραπείας, ήτοι και αναπνευστήρων, της εταιρείας ιατρικών ειδών με την επωνυμία "... Α.Ε.», τα κουμπιά του αναπνευστήρα δεν μπορούν να μετακινηθούν από ακούσια κίνηση, αλλά μόνο με εκούσια ανθρώπινη παρέμβαση. Εξάλλου και στις δύο περιπτώσεις κατά τις οποίος ο Β. Κ. βρέθηκε με μειωμένο αερισμό, αυτός (Β. Κ.) δεν αεριζόταν κανονικά και προς τούτο επενέβησαν οι ανωτέρω νοσηλευτές, όταν διαπίστωσαν μεταβολή της κατάστασης της υγείας του επί τα χείρω. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι ο αναπνευστήρας του Β. Κ. είχε παρουσιάσει βλάβη, καθόσον αν είχε παρατηρηθεί από ιατρό ή νοσηλευτή οποιαδήποτε βλάβη ο αναπνευστήρας θα είχε αποσυρθεί προκειμένου να επισκευαστεί και στη θέση του θα είχε τοποθετηθεί άλλος, όπως γινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις, κάτι όμως που δεν συνέβη εν προκειμένω. Θ) ότι το πρωί της 3ης-12-2002 ο αναπνευστήρας του Β. Κ. βρισκόταν ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενης πίεσης (pressure control), στον οποίο η ένδειξη των λίτρων δεν έχει καμία σημασία για τον αερισμό του ασθενή, γιατί ο ιατρός καθορίζει την πίεση του αέρα που θα λαμβάνει ο ασθενής και όχι τα λίτρα και επομένως, ακόμα και αν η ένδειξη των λίτρων είναι 0 ή 1 ο ασθενής αερίζεται κανονικά. Όμως αποδείχτηκε ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο ο αναπνευστήρας του Β. Κ. δεν ήταν ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενης πίεσης (pressure control), αλλά σε αερισμό ελεγχόμενου όγκου (pressure support), στον οποίο τον είχε θέσει το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας η Α. Ζ. Αλλά και η Χ. Λ. το πρωί της 3ης-12-2002 είχε δει στο φύλλο νοσηλείας του Β. Κ. ότι ο αναπνευστήρας του ήταν ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενου όγκου (pressure support). Εξάλλου αν ο αναπνευστήρας του Β. Κ. εκείνο το πρωί ήταν ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενης πίεσης (pressure control), όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, αυτός δεν θα είχε λόγο να μειώσει τα λίτρα αέρα που θα ελάμβανε ο Β. Κ. ανά λεπτό, όπως αποδείχτηκε ότι είχε κάνει και I) ότι η προαναφερόμενη έγγραφη αναφορά της Π. Μ., τη Χ. Λ. και την Α. Ζ., επ' αφορμή της οποίας ασκήθηκε η ποινική δίωξη εις βάρος του για τον ανωτέρω πράξη, ήταν προϊόν μεθόδευσης από αυτές, οι οποίες υποκινούνταν από τον προηγούμενο διευθυντή της ως άνω Μ.Ε.Θ. Κ. Κ., ο οποίος ήθελε να επανέλθει στη θέση αυτή και επίσης για λόγους εκδίκησης εκ μέρους του, επειδή το έτος 2001 είχε τιμωρηθεί με στέρηση μισθού, λόγω του ότι αρνήθηκε, καίτοι εφημέρευε, να εξαιτίας ασθενή που είχε εισαχθεί στην ως άνω Μ.Ε.Θ. και δεν το έκανε ούτε όταν έλαβε εντολή από τον διοικητή του νοσοκομείου μετά από προτροπή του κατηγορουμένου, ότι επιπλέον ήταν προϊόν φθόνου εκ μέρους της Π. Μ., επειδή η τελευταία αρχικά ήταν νοσηλεύτρια και όταν ήταν ειδικευόμενη ιατρός ο κατηγορούμενος ήταν ήδη επίκουρος καθηγητής και επίσης αυτή είχε τιμωρηθεί με στέρηση μισθού επειδή δεν είχε υπακούσει σε εντολή να εργαστεί επί μία εβδομάδα στα χειρουργεία και τέλος ήταν προϊόν φθόνου εκ μέρους της Π. Μ. και της Α. Ζ., επειδή το έτος 2002 ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντή της ως άνω Μ.Ε.Θ. και η σύζυγός του, επίσης ιατρός, καίτοι μικρότερης ηλικίας από αυτές, ήταν διευθύντρια στο νοσοκομείο Πατρών "Άγιος Ανδρέας». Όμως ακόμα και αν ευσταθούσαν τα περί φθόνου των ανωτέρω ιατρών προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, από τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπαίτιος του θανάτου του Β. Κ. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, κατά πλειοψηφία, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με δόλο. Ωστόσο, τρία μέλη του Δικαστηρίου και δη η Εφέτης Θεοδώρα - Μαρία Βρετού και οι ένορκοι Παναγιώτα Γρηγοροπούλου και Αριστοτέλης Κόρκος είχαν την άποψη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος για την πράξη που κατηγορείται, διότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία καταλείπονται αμφιβολίες αναφορικά με την τέλεσή της από τον κατηγορούμενο...». Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση για την οποία τον επέβαλε, μετά από αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' και ε' και παρ.3 Π.Κ., ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ κατά πλειοψηφία (4-3) του ότι : Στις ..., πρωινές ώρες, στο Ρϊον Πατρών, ενεργώντας με πρόθεση και τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσε άλλον. Ειδικότερα ως ιατρός αναισθησιολόγος - εντατικολόγος και διευθυντής της Μονάδας Εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών σκότωσε τον νοσηλευόμενο στην ως άνω Μ.Ε.Θ. ασθενή Β. Κ., ο οποίος ως προς τη λειτουργία του αναπνευστικού του συστήματος υποστηριζόταν διαρκώς με συνδεδεμένο σε αυτόν αναπνευστήρα, που του χορηγούσε αέρα ανερχόμενο σε επτά (7) έως οκτώ (8) λίτρα ανά λεπτό και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ωρών 07.30' - 07.45', με το πρόσχημα ότι ο Β. Κ. ανταγωνιζόταν τον αναπνευστήρα, έδωσε εντολή στον νοσηλευτή Α. Μ. να του χορηγήσει σε ενέσιμη μορφή το κατασταλτικό - υπναγωγό φάρμακο πεντοθάλη, το οποίο επιφέρει πλήρη καταστολή και ο ασθενής δεν μπορεί να αναπνεύσει μόνος του, με αυτόματες αναπνευστικές κινήσεις, σε δοσολογία δύο γραμμαρίων, το ένα γραμμάριο τότε και το άλλο αργότερα, εκ των οποίων ο Α. Μ. χορήγησε το ένα γραμμάριο, ποσότητα όμως η οποία δεν ήταν ιατρικώς ενδεδειγμένο για τον Β. Κ. Επιπλέον ο κατηγορούμενος έστρεψε τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και επίσης μετέβαλε τις συνθήκες λειτουργίας του αναπνευστήρα στο πρόγραμμα για βρέφη, στο οποίο ο παρεχόμενος αέρας είναι 0-4 λίτρα ανά λεπτό. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος μεταξύ των ωρών 9.30' έως 10.00' της ίδιας ημέρας, με το πρόσχημα ότι ο Β. Κ. ανταγωνιζόταν τον αναπνευστήρα, του χορήγησε ο ίδιος σε ενέσιμη μορφή μία αμπούλα του μυοχαλαρωτικού φαρμάκου tracrium, το οποίο προκαλεί χαλάρωση όλου του μυϊκού συστήματος, ήτοι και των αναπνευστικών μυών και επίσης έστρεψε εκ νέου τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και παράλληλα μετέβαλε τις συνθήκες λειτουργίας του αναπνευστήρα στο πρόγραμμα για βρέφη. Τέλος ο κατηγορούμενος μετά από 45' περίπου επενέβη στον αναπνευστήρα του Β. Κ., στρέφοντας για τρίτη φορά τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος σέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο πλήρως αδρανοποιημένος από τα ανωτέρω φάρμακα Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και επίσης μετέβαλε τα όρια στα αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ., θέτοντας το κατώτερο όριο κάτω από το ένα λίτρο, ώστε να μην ενεργοποιηθούν αυτά, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο τον θάνατο του Β. Κ. από καρδιακή ανακοπή λόγω υποξαιμίας (μείωσης οξυγόνου στο αίμα του) και υπερκαπνίας (αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα του), πράγμα που ο κατηγορούμενος επεδίωκε."
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρ.26 εδ.α', 27 παρ.1, 299 παρ.1 ΠΚ), για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις (νομικούς συλλογισμούς) με τις οποίες υπήγαγε τα πιο πάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ.α', 27 παρ.1, 299 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, για την κατάγνωση της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την προαναφερόμενη πράξη, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση τρόπος τέλεσης της ανωτέρω πράξης κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και με ιδιαίτερες σκέψεις και λεπτομερειακή παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και την προσήκουσα κατά τούτο αιτιολογική επάρκεια θεμελιώνεται η στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς του άνω εγκλήματος. Πιο συγκεκριμένα, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων ιατρός αναισθησιολόγος - εντατικολόγος και διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, όπου νοσηλευόταν ο Β. Κ., ο οποίος ως προς τη λειτουργία του αναπνευστικού του συστήματος υποστηριζόταν διαρκώς με συνδεδεμένο σε αυτόν αναπνευστήρα, που του χορηγούσε αέρα ανερχόμενο σε επτά (7) έως οκτώ (8) λίτρα ανά λεπτό, και το πρωί της 3ης -12-2002 ο αναπνευστήρας του βρισκόταν ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενου όγκου (volume control), ώστε η ένδειξη των λίτρων έχει σημασία για τον αερισμό του ασθενούς, στις ... α)μεταξύ των ωρών 07.30' - 07.45', με το πρόσχημα ότι ο Β. Κ. ανταγωνιζόταν τον αναπνευστήρα, έδωσε εντολή στον νοσηλευτή Α. Μ. να του χορηγήσει σε ενέσιμη μορφή το κατασταλτικό - υπναγωγό φάρμακο πεντοθάλη, το οποίο επιφέρει πλήρη καταστολή και ο ασθενής δεν μπορεί να αναπνεύσει μόνος του, με αυτόματες αναπνευστικές κινήσεις, σε δοσολογία δύο γραμμαρίων, το ένα γραμμάριο τότε και το άλλο αργότερα, εκ των οποίων ο Α. Μ. χορήγησε το ένα γραμμάριο, ποσότητα όμως η οποία δεν ήταν ιατρικώς ενδεδειγμένο για τον Β. Κ., και έστρεψε τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και επίσης μετέβαλε τις συνθήκες λειτουργίας του αναπνευστήρα στο πρόγραμμα για βρέφη, στο οποίο ο παρεχόμενος αέρας είναι 0-4 λίτρα ανά λεπτό. β) μεταξύ των ωρών 9.30' έως 10.00' της ίδιας ημέρας, με το πρόσχημα ότι ο Β. Κ. ανταγωνιζόταν τον αναπνευστήρα, του χορήγησε ο ίδιος σε ενέσιμη μορφή μία αμπούλα του μυοχαλαρωτικού φαρμάκου Tracrium, το οποίο προκαλεί χαλάρωση όλου του μυϊκού συστήματος, ήτοι και των αναπνευστικών μυών και έστρεψε εκ νέου τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και παράλληλα μετέβαλε τις συνθήκες λειτουργίας του αναπνευστήρα στο πρόγραμμα για βρέφη. γ) μετά από 45' περίπου επενέβη στον αναπνευστήρα του Β. Κ., στρέφοντας για τρίτη φορά τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο πλήρως αδρανοποιημένος από τα ανωτέρω φάρμακα Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό και επίσης μετέβαλε τα όρια στα αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ., θέτοντας το κατώτερο όριο κάτω από το ένα λίτρο, ώστε να μην ενεργοποιηθούν αυτά, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο τον θάνατο του Β. Κ. από καρδιακή ανακοπή λόγω υποξαιμίας (μείωσης οξυγόνου στο αίμα του) και υπερκαπνίας (αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα του), πράγμα που ο κατηγορούμενος επεδίωκε. Ακόμη, περιγράφεται και αιτιολογείται με πληρότητα και επάρκεια ο τρόπος με τον οποίο έδρασε κατά την τέλεσή της ως άνω αξιόποινης πράξης, αναφέρονται με σαφήνεια οι προμελετημένες δόλιες κινήσεις και ενέργειες του αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε την ιδιότητα του καθηγητή- ιατρού αναισθησιολόγου-εντατικολόγου του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών και από τον Μάιο το έτους 2002, του Διευθυντή της Μ.Ε.Θ. του ιδίου νοσοκομείου, για τη θανάτωση του Β. Κ., ο οποίος διήγε το 77ο έτος της ηλικίας του, και νοσηλευόταν από τις ..., αρχικά στην καρδιολογική κλινική του άνω νοσοκομείου, και στη συνέχεια από τις 28-9-2002, μετά από ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη στην Μ.Ε.Θ. αυτού. Εκτίθεται και αιτιολογείται με επάρκεια πώς εν τέλει επήλθε ο θάνατος του Β. Κ. από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης, ενώ προσέτι αιτιολογείται επαρκώς ότι η θανάτωση του θύματος περιλαμβανόταν στον δόλο του αναιρεσείοντος και με πληρότητα και σαφήνεια θεμελιώνεται ο ανθρωποκτόνος δόλος του, ο οποίος προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση. Επίσης, αιτιολογείται με πληρότητα και επάρκεια ότι οι δύο πρώτες από τις τρεις συνολικά επεμβάσεις του αναιρεσείοντος στον αναπνευστήρα δεν είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο του ασθενούς, διότι έγιναν αντιληπτές έγκαιρα και ανατάχθηκε η βλάβη και οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς αποκαταστάθηκαν, με την πλήρη αποκατάσταση εκ μέρους των νοσηλευτών της επαναφοράς τόσο του αερισμού του αναπνευστήρα του Β. Κ. στα 7-8 λίτρα ανά λεπτό, ενώ ήταν ρυθμισμένος στο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό, όσο και του αναπνευστήρα σε πρόγραμμα ενηλίκων ενώ ήταν ρυθμισμένος σε πρόγραμμα αερισμού γιο βρέφη που έχει όρια 0-5 λίτρα. Αιτιολογούνται, επιπλέον, με την προσήκουσα επάρκεια οι δόλιες ενέργειες του αναιρεσείοντος για 3η φορά, προκειμένου να ολοκληρώσει μετά τις δυο προηγούμενες αποτυχημένες απόπειρες, την εξόντωση του Β. Κ., που από την αρχή είχε εμπνευστεί και καταστρώσει, αλλά δεν είχαν ευοδωθεί για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, και για να επισπευστεί ο θάνατος του Β. Κ., και να διακοπεί οριστικά η πορεία της επιχειρηθείσης ανάταξής του εκ μέρους των νοσηλευτών, με τις παραδοχές ότι μετά την σταθεροποίηση για δεύτερη φορά της κατάστασης της υγείας του Β. Κ., ο κατηγορούμενος εισήλθε εκ νέου στον χώρο της Μ.Ε.Θ. πλησίασε στο κρεβάτι του Β. Κ. και αφού επιδίωξε και κατάφερε να αναχωρήσουν από το χώρο της ΜΕΘ οι Φ. Φ. και Π. Π., λέγοντας σε αυτές ότι "είπαμε ότι δεν θα αναταχθεί ο ασθενής" οπότε η μεν Φ. Φ. αναχώρησε αμέσως για το γραφείο των ιατρών, στη δε Π. Π., επιπλέον ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο γι' αυτόν και δεν μου αρέσει που υποφέρει ο ασθενής, οπότε απομακρύνθηκε και αυτή από το χώρο της Μ.Ε.Θ., παρέμεινε μόνος στο χώρο της ΜΕΘ, χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος, συνεχίζοντας να παραμένει δίπλα στο κρεβάτι του Β. Κ., και τότε το μεν επενέβη εκ νέου στον αναπνευστήρα του, στρέφοντας για τρίτη φορά τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, αντί του ορθού των 7-8 λίτρων ανά λεπτό, ώστε ο ασθενής ο οποίος ήταν πλήρως αδρανοποιημένος από τα χορηγηθέντα ανωτέρω φάρμακα, να μην μπορεί να κάνει καμία αυτόματη αναπνευστική κίνηση, καθόσον η ποσότητα του ενός λίτρου αέρα ανά λεπτό, που του επέτρεπε πλέον ο αναπνευστήρας να λάβει, ήταν ανεπαρκής για ενήλικο άτομο, το δε, μετέβαλε το όριο των αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ αυτού (Β. Κ.), θέτοντάς τον εκτός του κατωτάτου ορίου, που είχε ορίσει ο κατασκευαστής, δηλαδή κάτω από το ένα λίτρο, ώστε να μην ενεργοποιηθούν αυτά και έτσι να αποκλειστεί οποιαδήποτε επέμβαση από ιατρό ή νοσηλευτή, όταν ο Β. Κ. θα άρχιζε να εκδηλώνει συμπτώματα υποαερισμού του, γνωρίζοντας δε λόγω της ιατρικής του εμπειρίας ότι ο θάνατος του Β. Κ., μετά τα ανωτέρω, θα επερχόταν εντός ολίγων λεπτών, παρέμεινε επί πέντε λεπτά δίπλα στην κλίνη του, το μεν να διατηρήσει το πεδίο πέριξ αυτής (κλίνης το Β. Κ.) ανέπαφο από τρίτα πρόσωπα που θα εισέρχονταν στην Μ.Ε.Θ., το δε να βεβαιωθεί με τις δικές του αισθήσεις ότι αυτός απεβίωσε, στη συνέχεια δε μετέβη στο γραφείο των ιατρών, όπου προσπάθησε και εν τέλει απέτρεψε στους συγκεντρωμένους ιατρούς να αναφερθούν στο θέμα της διαπίστωσης της μεταβολής της ρύθμισης του αναπνευστήρα του Β. Κ. δύο φορές στο ένα λίτρο, με το επιχείρημα να μην δημιουργούνται οι εντυπώσεις στους φιλοξενούμενους ιατρούς από άλλες κλινικές. Αιτιολογείται με επάρκεια και σαφήνεια ότι ο θάνατος του Β. Κ. επήλθε από τον συνδυασμό όλων των αναφερομένων τριών ενσυνείδητων δόλιων ενεργειών του αναιρεσείοντος, ήτοι της χορήγησης στον Β. Κ. πεντοθάλης και tracrium και της μείωσης τρεις φορές του παρεχόμενου αέρα στον αναπνευστήρα του- που ήταν όπως προεκτέθηκε ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενο όγκου (volume control) - σε ένα λίτρο ανά λεπτό, ότι ο συνδυασμός των ανωτέρω φαρμάκων που επέφεραν στον τελευταίο πλήρη καταστολή που δεν του επέτρεπε να αναπνεύσει μόνος του, με τον χαμηλό αερισμό του ενός λίτρου αέρα ανά λεπτό, ποσότητας ανεπαρκούς για ενήλικο άτομο, επέφεραν τον θάνατο του Β. Κ. από καρδιακή ανακοπή, ως αποτέλεσμα υποξαιμίας (μείωσης οξυγόνου στο αίμα του) και υπερκαπνίας (αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα του) και ότι ο κατηγορούμενος ως εξειδικευμένος στην Μ.Ε.Θ. ιατρός αναισθησιολόγος - εντατικολόγος είχε τις γνώσεις ως εκ του επαγγέλματος του και της εμπειρίας του, να το γνωρίζει, για αυτό και επέλεξε να του χορηγήσει τα συγκεκριμένα φάρμακα (πεντοθάλη και tracrium) τα οποία επιφέρουν στον ασθενή πλήρη καταστολή, και έλλειψη συνείδησης που δεν του επέτρεπε να αναπνεύσει μόνος του. Επίσης, αιτιολογείται με επάρκεια η μη ήχηση των αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του ασθενούς, με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων είχε μεταβάλλει το όριο των αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του ασθενούς κάτω του προβλεπόμενου και αναφερομένου ελάχιστου ορίου που είχε ορίσει ο κατασκευαστής, οπότε δεν θα ενεργοποιούνταν ηχητικά αυτά, όπως και συνέβη, διότι δεν υπήρχε ροή αέρα μέσω του άνω οργάνων κάτω από το όριο αυτό για να προκαλέσει την ήχησή τους, γεγονός που ο αναιρεσείων ως εξειδικευμένος στην Μ.Ε.Θ. ιατρός επί πολλά έτη το γνώριζε λόγω της εμπειρίας του. Σχετικά με τις αποδείξεις, το δικάσαν Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα ειδικά μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά, και χωρίς να προβεί σε επιλεκτική αξιολόγησή τους. Ειδικότερα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, οι καταθέσεις των μαρτύρων, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, και η απολογία του κατηγορουμένου, κατέληξε δε στην καταδικαστική του κρίση μετά από επιμελή έρευνα, αξιολόγηση και αξιοποίησή τους, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ., και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ από το οποίο απορρέει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, να διευκρινίζεται με αναλυτική παράθεσή τους από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ούτε να γίνεται ειδική μνεία του τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ούτε επίσης να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και εκτίμηση του περιεχομένου τους, αφού ουδόλως συνάγεται ότι το δικάσαν δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη, συνεκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν και τα επισημαινόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης αποδεικτικά μέσα, ήτοι οι ένορκες καταθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου των μαρτύρων Π. Π., Ν. Π., Α. Μ., Φ. Φ., Δ. Κ., Α. Τ., Π. Μ., Γ. Π. και Δ. Β., και η από 10-2-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Β. Ν., ιατρού αναισθησιολόγου - εντατικολόγου, που διορίσθηκε στο στάδιο της περαιτέρω κύριας ανάκρισης από την Α’ Τακτική Ανακρίτρια Πάτρας, και δη στο σύνολό τους και όχι επιλεκτικά. Εξάλλου, για τη βεβαιότητα ότι, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα στην αίτηση αναίρεσης, δεν αγνοήθηκαν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, αρκεί ότι αυτά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αναφέρονται κατά το είδος και την κατηγορία τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερου προσδιορισμού τους και μνείας του τί προέκυψε από αυτά, το δε γεγονός, ότι δεν έγινε δεκτό το περιεχόμενό τους ή ότι το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε μείζονα αποδεικτική βαρύτητα σε άλλα στοιχεία, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν σημαίνει, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα και αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε τα υπόλοιπα, σαφώς δε συνάγεται ότι τα έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους, αφού δεν εξαίρεσε κανένα, καταλήγοντας κυριαρχικά στην καταδικαστική του κρίση. Ειδικότερα από το σκεπτικό της απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε την από 10-2-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Β. Ν., διαλαμβάνοντας εκτενή αναφορά σ'αυτήν. Δέχθηκε δε το πόρισμά της με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έθεσε η πραγματογνώμων σαν βάση της διατυπωθείσας γνώμης της. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχεται το πόρισμα της έκθεσης της πραγματογνώμονα με τις παραδοχές "α) σε κάθε αναπνευστήρα υπάρχουν αλάρμς, τα οποία ορίζονται από τον θεράποντα ιατρό για κάθε παράμετρο, όπως αναπνεόμενος όγκος, συχνότητα αερισμού, κατά λεπτό αερισμός, συγκέντρωση εισπνεόμενου οξυγόνου, εισπνευστική πίεση και αφορούν τα μέγιστα και τα ελάχιστα επιτρεπτά όρια λειτουργίας τους, για τα οποία πρέπει να ειδοποιεί το μηχάνημα, ώστε να παρέμβει άμεσα διορθωτικά ο ιατρός ή ο νοσηλευτής, β)όταν στις μετρήσεις που πραγματοποιούν οι αναπνευστήρες σχετικά με τις πιέσεις, τον αερισμό και τη συγκέντρωση οξυγόνου διαπιστωθεί υπέρβαση των κατώτερων ή ανώτερων ορίων, τότε ενεργοποιούνται άμεσα, εντός κλάσματος δευτερολέπτου, ηχητικά αλάρμς, γ) για παρακολούθηση της πορείας της υγείας των ασθενών υπάρχουν τα παρακλίνια μόνιτορς, τα οποία λειτουργούν εντελώς ανεξάρτητα από τους αναπνευστήρες και ελέγχουν τις λειτουργίες του αναπνευστικού, της καρδίας και του κυκλοφορικού. Η ανταπόκριση των παρακλίνιων αυτών συσκευών γίνεται εντός 10-20 δευτερολέπτων, επειδή πρώτα ελέγχουν την κατάσταση του ασθενή και εφόσον διαπιστώσουν αλλαγή στις ανωτέρω λειτουργίες του εκπέμπουν ισχυρό συναγερμό, δ) τα αλάρμς αυτά δεν ενεργοποιούνται και δεν δίνουν ηχητικό σήμα μόνον στην περίπτωση που έχουν απενεργοποιηθεί. Έτσι, για να μην ηχήσει συναγερμός τόσο από τον αναπνευστήρα, όσο και από τα παρακλίνια μόνιτορς, θα πρέπει προηγουμένως να έχουν απενεργοποιηθεί τόσο τα αλάρμς του αναπνευστήρα, όσο και τα αλάρμς του παρακλίνιου μόνιτορ, στις περιπτώσεις δε αυτές στον αναπνευστήρα θα υπάρξουν λυχνίες που θα αναβοσβήνουν συνεχώς και θα δείχνουν σε όλους τους παρευρισκόμενους ότι έχουν απενεργοποιηθεί τα αλάρμς, ενώ στο παρακλίνιο μόνιτορ θα υπάρχει μόνιμη ευανάγνωστη ένδειξη ότι τα αλάρμς έχουν απενεργοποιηθεί, ε)Τα αλάρμς στα παρακλίνια μόνιτορς έχουν ρυθμισθεί από τον κατασκευαστή με τέτοιον τρόπο, ώστε να απενεργοποιούνται για τρία λεπτά το πολύ και στη συνέχεια να επανέρχεται πλήρως η ικανότητα ηχητικού συναγερμού.», στη συνέχεια δε με τις παραδοχές "ότι πέραν των ανωτέρω αναφερομένων στην πραγματογνωμοσύνη αποδείχτηκε ότι τα αλάρμς των ανωτέρω μηχανημάτων μπορούν να μην ενεργοποιηθούν και στην περίπτωση που τεθούν σε αυτά ακραία ανώτατα και κατώτατα όρια», καταλήγει στην παραδοχή ότι ο αναιρεσείων επενέβη στον αναπνευστήρα του Β. Κ., στρέφοντας για τρίτη φορά τον διακόπτη με τον οποίον ρυθμίζεται ο παρεχόμενος αέρας στο ένα λίτρο, ώστε ο Β. Κ. να λαμβάνει μόνο ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό, ποσότητα ανεπαρκή, όπως προαναφέρθηκε, για ενήλικο άτομο, ....μετέβαλε τα όρια στα αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ., θέτοντας το κατώτερο όριο κάτω από το ένα λίτρο, ώστε να μην ενεργοποιηθούν αυτά.....παρέμεινε πλησίον αυτού αναμένοντας την κατάληξή του για χρονικό διάστημα 5-7 λεπτών, χωρίς να επανηχήσουν. Η παραπάνω παραδοχή του Δικαστηρίου στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, όπως αυτά αναφέρονται ανωτέρω, ότι δηλαδή εφόσον μεταβαλλόταν το όριο των αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του ασθενούς, κάτω του προβλεπόμενου ελάχιστου ορίου που είχε ορίσει ο κατασκευαστής δεν θα ενεργοποιούνταν ηχητικά αυτά, διότι δεν υπήρχε ροή αέρα μέσω του άνω οργάνων κάτω από το όριο αυτό για να προκαλέσει την ήχησή τους. Η επάνοδος της ικανότητας ηχητικού συναγερμού του παρακλίνιου μόνιτορ μετά την πάροδο τριών λεπτών όπως είχε προγραμματιστεί από τον κατασκευαστή του, δηλαδή ρύθμισής του να απενεργοποιείται για τρία λεπτά και στη συνέχεια να επανέρχεται πλήρως η ικανότητα ηχητικού συναγερμού, γίνεται στην περίπτωση που αυτό είχε απενεργοποιηθεί (είχε γίνει απενεργοποίηση των αλάρμς), και όχι στην περίπτωση που μεταβαλλόταν το όριο των αλάρμς κάτω του προβλεπομένου ελαχίστου ορίου που είχε ορίσει ο κατασκευαστής, χωρίς να έχει απενεργοποιηθεί, όπως συνέβη εν προκειμένω σύμφωνα με τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης. Έτσι επαρκώς αιτιολόγησε και δικαιολόγησε το Δικαστήριο της ουσίας την μη ήχηση των αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ κατά την τρίτη, καταληκτική, επέμβαση του αναιρεσείοντος στα μηχανήματα αυτά και παραμονή του πλησίον του Β. Κ. αναμένοντας την κατάληξή του για χρονικό διάστημα 5-7 λεπτών, χωρίς αυτά να επανηχήσουν, και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την, αντίθετη κατά την άποψή του με την πραγματογνωμοσύνη, δικανική του πεποίθηση παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελίωσε το πόρισμά του, είναι αβάσιμες. Καθόσον αφορά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ότι ουδέποτε επενέβη στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα του Β. Κ., οι δε εντολές του για χορήγηση πεντοθάλης και tracrium στον Β. Κ., ήταν οι ιατρικώς ενδεδειγμένες και δεν συνδέονται αιτιωδώς με τον θάνατό του, που αποτελούν αμφισβήτηση της συνδρομής των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε και συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς, καθώς και για τα συναφή με αυτούς επιχειρήματά του, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψή τους. Ωστόσο, εκτίθεται στην προσβαλλομένη ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι κατά τις επιμέρους περιλαμβανόμενες αιτιολογίες (σελ.313 έως 316 της προσβαλλομένης απόφασης) ιδίως δε διέλαβε για την απορριπτική κρίση του την ακόλουθη αιτιολογία: «...Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε: Α) ότι το πρωί της 3ης-12-2002, ....... ο Β. Κ. αντιμαχόταν τον αναπνευστήρα, με αποτέλεσμα να εμφανίσει ταχυκαρδία και υπέρταση και να εκπτύσσεται έντονα ο θώρακάς του, ... επειδή η καταστολή που του είχε χορηγηθεί δεν ήταν επαρκής γιατί ήταν εθισμένος στην προποφόλη, ότι η κατάσταση αυτή ενείχε τον κίνδυνο να υποστεί αυτός εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα του μυοκαρδίου και .....έκρινε ότι έπρεπε να του χορηγηθεί πεντοθάλη και ..έδωσε εντολή προς τους νοσηλευτές να του χορηγήσουν ένα γραμμάριο πεντοθάλης σε δύο δόσεις, ...αρχικά 500 mg και μετά από σαράντα πέντε λεπτά της ώρας ...τα υπόλοιπα 500 mg, η οποία ήταν η ενδεδειγμένη δοσολογία γι' αυτόν και όχι δύο γραμμάρια σε δύο δόσεις, που σε κάθε περίπτωση και αυτό να ίσχυε δεν ήταν λάθος δοσολογία, γιατί .....σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε Μ.Ε.Θ. μπορεί να χορηγηθούν ακόμα και 4 γραμ. πεντοθάλης. Πλην όμως ...ουδόλως αποδείχτηκε ότι το πρωί της 3ης- 12-2002 ο Β. Κ. αντιμαχόταν τον αναπνευστήρα, καθόσον .... θα είχε γίνει αντιληπτό κατά τη διάρκεια της νύκτας ή νωρίς το πρωί, πριν από την επίσκεψη του κατηγορουμένου, από τους ιατρούς ή τους νοσηλευτές της Μ.Ε.Θ. και κυρίως από τη Φ. Φ., η οποία... εφημέρευε από το βράδυ της 2ας-12-2002 έως το πρωί της 3ης-12-2002 η οποία θα αντιμετώπιζε μια τέτοια κατάσταση, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η υγεία του Β. Κ.. ... η κατάσταση του Β. Κ. πριν από τη χορήγηση της πεντοθάλης ...ήταν σταθερή...και ο Ι. Π., .. μεταξύ των ωρών 08.00' έως 08.30' της 3ης-12-2002 ...δεν είχε παρατηρήσει κάτι ανησυχητικό στον Β. Κ.... αν είχε επέλθει κάποια μεταβολή στην κατάσταση του Β. Κ. και δη ταχυκαρδία και υπέρταση, θα είχαν ηχήσει τα αλάρμς του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ., ώστε να επέμβει κάποιος γιατρός ή νοσηλευτής. Επίσης ... η εντολή του κατηγορουμένου προς τους νοσηλευτές ήταν να χορηγηθεί στον Β. πεντοθάλη.. δύο γραμμάρια σε δύο δόσεις.... ..όμως ...και το ένα γραμμάριο πεντοθάλης δεν ενδεικνυόταν για τον Β. Κ. Β) ότι ο οργανισμός του Β. Κ. είχε εθιστεί στην προποφόλη, με αποτέλεσμα να αντιμάχεται τον αναπνευστήρα το πρωί της 3ης-12-2002 και ήταν αναγκαία η χορήγηση της πεντοθάλης και του tracrium σ' αυτόν. Πλην όμως ουδόλως αποδείχτηκε ότι ο οργανισμός του Β. Κ. είχε εθιστεί στην προποφόλη, καθόσον κανένας από τους άνω ιατρούς της ως άνω Μ.Ε.Θ. είχε διαπιστώσει τέτοιο εθισμό, ούτε είχε συζητηθεί μεταξύ τους κάτι τέτοιο.... μέχρι τότε οι θεράποντες ιατροί τού χορηγούσαν μόνο προποφόλη, χωρίς να του έχει χορηγηθεί ουδέποτε πεντοθάλη....τις τελευταίες ημέρες η κατάσταση της υγείας του Β. Κ. ήταν βελτιωμένη και ελάμβανε ελάχιστη ποσότητα προποφόλης, ώστε να μην βρίσκεται σε βαθιά καταστολή, αλλά να είναι ξύπνιος για να επιτευχθεί η αποδέσμευσή του από τον αναπνευστήρα, η δε επιδείνωση που εμφάνισε αυτός στις 2-12-2002 δεν ήταν ούτε ραγδαία, ούτε ανησυχητική. ... στον Β. Κ., ο οποίος νοσηλευόταν από 28-9-2002 και η υγεία του είχε διέλθει από μεγαλύτερης επικινδυνότητας στάδια, δεν είχε παραστεί ποτέ ανάγκη να του χορηγηθεί πεντοθάλη και έγινε τούτο για πρώτη φορά το πρωί της 3ης-12-2002. Γ) ότι όταν επανήλθε στον χώρο της Μ.Ε.Θ. πριν από την έναρξη της ενημέρωσης, ........ αντιλήφθηκε ότι ο Β. Κ. αντιμαχόταν πάλι τον αναπνευστήρα, ότι γι' αυτόν τον λόγο έδωσε εντολή..... να χορηγηθεί στον Β. Κ. μία αμπούλα tracrium, .....ότι ο ίδιος ουδέποτε χορήγησε το tracrium στον Β. Κ., γιατί θεώρησε ότι θα το χορηγούσε κάποιος νοσηλευτής, γιατί η χορήγησή του ήταν νοσηλευτική πράξη και ότι η μη χορήγηση της ενδεδειγμένης δόσης πεντοθάλης και η μη χορήγηση του tracrium ήταν η αιτία θανάτου του Β. Κ. Πλην όμως δεν προέκυψε ότι ο Β. Κ. αντιμαχόταν τον αναπνευστήρα όταν επανήλθε ο κατηγορούμενος στον χώρο της Μ.Ε.Θ., ....αλλά ήταν σε σταθερή κατάσταση, ..... ούτε είχαν ηχήσει τα αλάρμς του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ., ώστε να ειδοποιήσουν για μια επικίνδυνη γι' αυτόν κατάσταση. Έτσι ο κατηγορούμενος χορήγησε ο ίδιος το tracrium στον Β. Κ., παρότι δεν χρειαζόταν. Δ) ότι ουδέποτε επενέβη στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα του Β. Κ., ώστε να παρασχεθεί μειωμένος αερισμός σ' αυτόν, καθόσον, ... αν είχε προβεί σε κάτι τέτοιο, θα ενεργοποιούνταν εντός κλάσματος δευτερολέπτου τα αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ, κάτι που δεν συνέβη εν προκειμένω, εφόσον την πρώτη φορά τα αλάρμς του αναπνευστήρα ενεργοποιήθηκαν αρκετά λεπτά της ώρας μετά την αποχώρησή του από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. Όμως την πρώτη φορά, τα αλάρμς του αναπνευστήρα του Β. Κ. δεν ενεργοποιήθηκαν άμεσα, καίτοι ο σχετικός διακόπτης του αναπνευστήρα είχε ρυθμιστεί στο ένα λίτρο ανά λεπτό και είχε τεθεί ο αναπνευστήρας στο πρόγραμμα για βρέφη, γιατί λόγω της χορηγηθείσας πεντοθάλης ο Β. Κ. βρισκόταν σε καταστολή και όταν άρχισε πλέον, προσπαθώντας ο οργανισμός του ν' ανταπεξέλθει στον μειωμένο αερισμό, να δυσκολεύεται να αναπνεύσει, τότε ήχησαν τα αλάρμς του αναπνευστήρα. Η αλλαγή στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα είχε διαπιστωθεί την πρώτη φορά από τον Α. Μ., την Π. Π. και τον Ν. Μ. και τη δεύτερη φορά από την Π. Π. και τον Ι. Π. Επιπλέον την τρίτη φορά, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έθεσε το κατώτερο όριο στα αλάρμς του αναπνευστήρα και του παρακλίνιου μόνιτορ του Β. Κ. κάτω από το ένα λίτρο για να μην ηχήσουν, .... δεν βρισκόταν κανένας, ούτε ιατρός, ούτε νοσηλευτής, πλησίον του Β. Κ., ώστε να γίνει αντιληπτό αυτό. ...... η αλλαγή στις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα διαπιστώθηκε τις δύο πρώτες φορές λίγη ώρα μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου από τον χώρο της Μ.Ε.Θ. Ε) ότι ουδέποτε είπε τη φράση: "Εδώ είπαμε ότι δεν θα αναταχθεί ο ασθενής», αλλά είπε ότι αυτός δεν ανατάσσεται, .... ανατάσσεται. Όμως διαψεύδεται από την Π. Π.,......ενισχυτικό της πρόθεσής του να μη αναταχθεί ο Β. Κ. σε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, ώστε να αποβιώσει, είναι ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) στο από 18-12-2002 έγγραφό του προς τον διοικητή του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, απαντώντας σχετικά με την έγγραφη αναφορά της Π. Μ., της Χ. Λ. και της Α. Ζ. προς τον ίδιο διοικητή για να διερευνηθούν οι συνθήκες θανάτου του Β. Κ., ανέφερε γι' αυτόν τα εξής : «....Από τα τέλη Νοεμβρίου, μετά από περίπου δύο μήνες εντατικής θεραπείας που περιλάμβανε πολλές επίπονες προσπάθειες και χρήση εξειδικευμένων τεχνικών, πραγματοποιήθηκε διαλογική συζήτηση με όλους τους ιατρούς της ΜΕΘ. Εκεί δόθηκαν ξεκάθαρες οδηγίες ότι σε περίπτωση βαριάς επιδείνωσης με πιθανή καρδιακή ανακοπή δεν θα πραγματοποιηθεί καρδιο-πνευμονική αναζωογόνηση στον εν λόγω ασθενή (DNR-do not resuscitate orders), λόγω της πληθώρας των νοσημάτων του και των επαναλαμβανόμενων σηπτικών επεισοδίων...».. ΣΤ) ότι μπορεί εύκολα να μετακινηθούν ακούσια τα κουμπιά του αναπνευστήρα και επίσης ότι οι αναπνευστήρες που χρησιμοποιούνταν τότε στην ως άνω Μ.Ε.Θ. ήταν άνω των δεκαπέντε ετών, με αποτέλεσμα, λόγω της μακροχρόνιας χρήσης τους, να εμφανίζουν πολύ συχνά μηχανικές βλάβες, δηλαδή να δείχνουν επί παραδείγματι ότι παρέχουν ένα λίτρο αέρα ανά λεπτό, όμως ο ασθενής να αερίζεται κανονικά. Όμως .....αποδείχθηκε ότι ...τα κουμπιά του αναπνευστήρα δεν μπορούν να μετακινηθούν από ακούσια κίνηση, αλλά μόνο με εκούσια ανθρώπινη παρέμβαση. Εξάλλου και στις δύο περιπτώσεις κατά τις οποίος ο Β. Κ. βρέθηκε με μειωμένο αερισμό, αυτός (Β. Κ.) δεν αεριζόταν κανονικά και προς τούτο επενέβησαν οι ανωτέρω νοσηλευτές, όταν διαπίστωσαν μεταβολή της κατάστασης της υγείας του επί τα χείρω..... ο αναπνευστήρας του Β. Κ. δεν είχε παρουσιάσει βλάβη.., καθόσον αν είχε παρατηρηθεί από ιατρό ή νοσηλευτή οποιαδήποτε βλάβη ο αναπνευστήρας θα είχε αποσυρθεί προκειμένου να επισκευαστεί και στη θέση του θα είχε τοποθετηθεί άλλος, όπως γινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις, κάτι όμως που δεν συνέβη εν προκειμένω. Ζ) ότι το πρωί της 3ης-12-2002 ο αναπνευστήρας του Β. Κ. βρισκόταν ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενης πίεσης (pressure control), στον οποίο η ένδειξη των λίτρων δεν έχει καμία σημασία για τον αερισμό του ασθενή, γιατί ο ιατρός καθορίζει την πίεση του αέρα που θα λαμβάνει ο ασθενής και όχι τα λίτρα και επομένως, ακόμα και αν η ένδειξη των λίτρων είναι 0 ή 1 ο ασθενής αερίζεται κανονικά. Όμως αποδείχτηκε ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο ο αναπνευστήρας του Β. Κ. δεν ήταν ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενης πίεσης (pressure control), αλλά σε αερισμό ελεγχόμενου όγκου (pressure support), στον οποίο τον είχε θέσει το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας η Α. Ζ.. .... και η Χ. Λ. το πρωί της 3ης-12-2002 είχε δει στο φύλλο νοσηλείας του Β. Κ. ότι ο αναπνευστήρας του ήταν ρυθμισμένος σε αερισμό ελεγχόμενου όγκου (pressure support)... και Η) ότι η προαναφερόμενη έγγραφη αναφορά της Π. Μ., τη Χ. Λ. και την Α. Ζ., επ' αφορμή της οποίας ασκήθηκε η ποινική δίωξη εις βάρος του για τον ανωτέρω πράξη, ήταν προϊόν μεθόδευσης από αυτές, οι οποίες υποκινούνταν από τον προηγούμενο διευθυντή της ως άνω Μ.Ε.Θ. Κ. Κ., ο οποίος ήθελε να επανέλθει στη θέση αυτή και επίσης για λόγους εκδίκησης εκ μέρους του, ...ότι επιπλέον ήταν προϊόν φθόνου εκ μέρους της Π. Μ., επειδή η τελευταία αρχικά ήταν νοσηλεύτρια και όταν ήταν ειδικευόμενη ιατρός ο κατηγορούμενος ήταν ήδη επίκουρος καθηγητής και επίσης αυτή είχε τιμωρηθεί με στέρηση μισθού επειδή δεν είχε υπακούσει σε εντολή να εργαστεί επί μία εβδομάδα στα χειρουργεία και τέλος ήταν προϊόν φθόνου εκ μέρους της Π. Μ. και της Α. Ζ., επειδή το έτος 2002 ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντή της ως άνω Μ.Ε.Θ. και η σύζυγός του, επίσης ιατρός, καίτοι μικρότερης ηλικίας από αυτές, ήταν διευθύντρια στο νοσοκομείο Πατρών "Άγιος Ανδρέας». Όμως .... δεν ευσταθούσαν τα περί φθόνου των ανωτέρω ιατρών προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου,.... αλλά και αν ευσταθούσαν, από τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπαίτιος του θανάτου του Β. Κ.».
Έτσι εναργώς προκύπτει ότι με επιμέλεια ερευνήθηκαν οι άνω αρνητικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών (ν.4596/2019), ήτοι της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του, της αρχής του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και της αρχής in dubio pro reo, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια και απαντήθηκαν με αιτιολογική επάρκεια, διεξοδικώς και εκτεταμένως, χωρίς το Δικαστήριο να αντιστρέψει το βάρος αποδείξεως, μετακυλίοντάς το στον ίδιο. Ο δε ενιαίος τρόπος εκφοράς μαζί με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι δόκιμος, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί εντάσσονται στην κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία συνδέει άρρηκτα το δικαίωμα υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία, κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του δικαστηρίου. (Α.Π. 32/2021, Α.Π. 101/2018, Α.Π.1821/2016). Με την ίδια εξάλλου επιμέλεια ερευνήθηκαν από το δικάσαν Δικαστήριο και τα υπερασπιστικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, τα οποία αρκούντως αποκρούει με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνουσα σκέψεις και επ'αυτών, όπως προεκτέθηκε. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, σύμφωνα με όσα στο σκεπτικό της λεπτομερώς αναλύονται και προαναφέρθηκαν, σαφείς απαντήσεις, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ στηρίζει το διατακτικό της χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις και δεν χρειάζονταν επιπλέον αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’, Ε’ και Α’ πλημμέλειες και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης και απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης της δίκαιης δίκης, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, οι ως άνω παρατεθείσες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσής του προς απόδειξη της ενοχής ούτε μετακύλιση στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου τεκμηρίου αθωότητας αυτού και του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, στην κρίση περί της ενοχής του με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με σαφείς απαντήσεις, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ στηρίζει το διατακτικό της χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις και δεν χρειάζονταν επιπλέον αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της παραπάνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφία του Δικαστηρίου, η ενοχή του και όχι, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά του, ενώ από τις προεκτεθείσες παραδοχές της εν λόγω απόφασης ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στην πλειοψηφία των μελών του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo», και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν έχει επέλθει, για τους άνω λόγους, παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου της αθωότητας, που ρυθμίζονται από τις υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 περ.δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η επικαλούμενη παραβίαση των οποίων δεν στοιχειοθετεί, από μόνη της, ιδιαίτερο αναιρετικό λόγο. Επομένως, όλοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ’, Ε’ και Α’ του ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και έλλειψη νόμιμης βάσης, καθώς και για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στο αναιρετήριο διάσπαρτες αιτιάσεις, του αναιρεσείοντος σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Πλέον συγκεκριμένα, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθεση, κατ' αυτόν, των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις επισημαινόμενες με τους ως άνω λόγους μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Θ’ ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας (ως δικαστήριο παραπομπής) παραβίασε την διάταξη του άρθρ. 524 παρ.1 εδ.β' ΚΠΔ διότι στην προσβαλλομένη απόφασή του, ανέπτυξε αιτιολογίες που αντίκεινται σε νομικό ζήτημα που επέλυσε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 1284/2019 απόφασή του για την ίδια υπόθεση- κατά παραπομπή της οποίας το άνω Δικαστήριο της ουσίας δίκασε- και έτσι υπερέβη την εξουσία του.
Στο άρθρο 524 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει δια της προσθήκης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 με το άρθρ.157 του Ν. 4855/2021, ορίζεται ότι "η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ.2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα. Επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 134. Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.». Για την εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άνω άρθρου επιβάλλεται η γραμματική και τελολογική ερμηνεία του περιεχομένου της, ανατρέχοντας α) στην μη καταργηθείσα εισέτι διάταξη του άρθ. 3 παρ. 4 του Ν. 3810/1957 (η οποία αποτέλεσε και το έναυσμα της εν συνεχεία κατάρτισης της παραπάνω διάταξης), καθώς και β) στην αιτιολογική έκθεση της επελθούσας ως άνω μεταβολής από 11.12.2021, δια της προσθήκης τελευταίου' εδαφίου στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 524 του ισχύοντος ΚΠΔ. Στην αιτιολογική έκθεση του άρθρ.157 του Ν. 4855/2021, με το οποίο προστέθηκε στην παρ.1 του ως άνω άρθρου το τρίτο εδάφιο περί "Δέσμευσης των αποφάσεων της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής - Προσθήκη εδαφίου στην παρ. 1 του άρθρου 524 ΚΠΔ" αναφέρεται ότι: "Η προσθήκη δευτέρου εδαφίου στην παράγραφο 1 γίνεται προκειμένου να πληρωθεί ρητά υπάρχον κενό, το οποίο δημιούργησε διχογνωμία σε επιστήμη και νομολογία. Άλλωστε, παρόμοια ρύθμιση υφίσταται και στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε δε περίπτωση, η φύση των ενδίκων μέσων επιβάλλει τη ρύθμιση αυτή». Κατά τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το ερευνώμενο πρόβλημα έχει σαφείς, και λεπτομερείς κανονιστικές αναφορές και η μεν διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν», η δε διάταξη του άρθ. 559 αρ. 18 ΚΠολΔ προβλέπει ρητά ότι επιτρέπεται αναίρεση "αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση». Κατά συνέπεια στο χώρο, της Πολιτικής Δικονομίας, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν, ως προ τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, το δικαστήριο της παραπομπής, η μη συμμόρφωση του οποίου προς την αναιρετική απόφαση αναγορεύεται σε αυτοτελή λόγο αναίρεσης της εκφερόμενης κρίσης του. Ως νομικό δε ζήτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, ενώ η υποχρέωση συμμόρφωσης του δικαστηρίου περιορίζεται στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με τον λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό, ουδεμία δε δέσμευση προκαλείται από την κρίση του Αρείου Πάγου αναφορικά με την ουσία της διαφοράς, η οποία άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1256/2009, ΑΠ 1397/2008, Α Π 867/2008, ΑΠ 1613/2007). Πάντως, ο λόγος αναίρεσης δεν θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής, συζήτησε την υπόθεση πέρα από τα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση (ως επί αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ή για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο κρίσιμων εγγράφων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων κατ' άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ) και το δικαστήριο της παραπομπής εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις (ΕρμΚΠΔ Λάμπρος Μαργαρίτης, "οι αλλαγές του Ν. 4855/2021, που επήλθαν στον νέο ΚΠΔ" 180 και επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της με αριθ. 1284/2019 απόφασης του Ζ’ ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν της από 4 Μαρτίου 2019 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ. Φ. κατά της με αριθ. 92, 93, 94, 111, 153/2018 απόφασης του Μ.Ο.Ε. Πατρών, που εκδόθηκε για την ίδια υπόθεση και καταδικάσθηκε για την ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρ.299 παρ.1 ΠΚ) του Β. Κ., εκδόθηκε η με αριθ.1284/2019 απόφαση του Ζ’ ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω με αριθ.92, 93, 94, 111, 153/2018 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Πατρών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, και στη συνέχεια μετά τη νέα συζήτηση αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αναίρεση με αριθ.204, 205, 222, 242/2022 και 49/2023 απόφασή του. Ειδικότερα με την με αριθ.1284/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ως άνω με αριθ.92, 93, 94, 111, 153/2018 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Πατρών με το ακόλουθο σκεπτικό: "ως προς την πράξη της ανθρωποκτονίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά στη συνδρομή του αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου (δόλου), που απαιτούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω αξιόποινης πράξης και επιπλέον υπήρξε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 299 ΠΚ, δεδομένου, ότι στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, εμφιλοχώρησαν ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα η παραπάνω διάταξη να παραβιαστεί κατά πλάγιο τρόπο και έτσι να καταστεί ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, α) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση διαφοροποιήθηκε από τα συμπεράσματα της αναγνωσθείσας στο ακροατήριο από 10-02-2016 έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης της Ιατρού Αναισθησιολόγου - Εντατικολόγου Β. Ν., που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, είχε διοριστεί από την Α’ Τακτική Ανακρίτρια Πάτρας, δεν αιτιολόγησε την αντίθετη δικανική της πεποίθηση παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, που αποκλείουν εκείνα, επί των οποίων η άνω πραγματογνώμονας θεμελίωσε το πόρισμά της και προεχόντως δεν δικαιολόγησε, πώς, ενώ κατά την εν λόγω πραγματογνώμονα «...τα αλάρμς στο παρακλίνιο μόνιτορ έχουν ρυθμιστεί από τον κατασκευαστή με τέτοιο τρόπο ώστε να απενεργοποιούνται μόνο για τρία λεπτά το πολύ και στη συνέχεια να επανέρχεται πλήρως η ικανότητα ηχητικού συναγερμού», κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο αναιρεσείων κατά την τρίτη, καταληκτική, επέμβαση στον αναπνευστήρα του Β. Κ. παρέμεινε πλησίον αυτού αναμένοντας την κατάληξή του για χρονικό διάστημα 5-7 λεπτών, χωρίς να επανηχήσουν, όπως από τον κατασκευαστή τους είχε προγραμματιστεί, και αν ακόμη είχαν απενεργοποιηθεί, μετά την πάροδο τριών λεπτών από την εκτέλεση της θεωρούμενης ως δόλιας επέμβασης, με συνέπεια να δημιουργούνται αμφιβολίες για το εάν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε πράγματι υπόψη του το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο. β) ενώ στο αιτιολογικό της ίδιας απόφασης η μυοχάλαση αξιολογείται ως θεραπευτικό μέτρο και η δοσολογία της πεντοθάλης δεν χαρακτηρίζεται με βεβαιότητα ως αυξημένη και θανατηφόρα και επιπλέον οι δύο πρώτες από τις τρεις συνολικά επεμβάσεις στον αναπνευστήρα, που αποδόθηκαν στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, δεν είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο του ασθενούς, καθόσον η βλάβη ανατάχθηκε και οι ζωτικές λειτουργίες του τελευταίου αποκαταστάθηκαν, γεγονότα που συνεπάγονταν τη διάρρηξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των αποδοθεισών σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) ενεργειών (δηλαδή της χορήγησης πεντοθάλης με το μειωμένο αερισμό, καθώς και της χορήγησης μυοχάλασης με ομοίως μειωμένο αερισμό) και του επελθόντος θανάτου του Β. Κ., όλως αντιφατικώς προς τα παραπάνω στις παραδοχές της ίδιας απόφασης αναφέρονται επίσης τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, ακόμη και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ήταν ενδεδειγμένη τόσο η δόση του ενός γραμμαρίου πεντοθάλης, διότι ο ασθενής είχε εθισθεί στα ηπιότερα κατασταλτικά φάρμακα και αντιμαχόταν τον αναπνευστήρα, όσο και η μυοχάλαση, διότι αυτός επέμενε να αντιμάχεται τον αναπνευστήρα, η χορήγηση αυτών συνδυάστηκε με την παροχή μειωμένου αερισμού (ένα λίτρο ανά λεπτό), ο συνδυασμός δε αυτών αλλά και μόνης της πεντοθάλης ή της μυοχάλασης με την παροχή μειωμένου αερισμού, προκαλεί υποξαιμία (μείωση του οξυγόνου στο αίμα) και υπερκαπνία (αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα), που οδηγούν σε καρδιακή ανακοπή και τον θάνατο μέσα σε λίγα λεπτά. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο θάνατος του Β. Κ. επήλθε από τον συνδυασμό των παραπάνω ενσυνείδητων ενεργειών του κατηγορούμενου». Έτσι, με τις πιο πάνω αλληλοαναιρούμενες παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση συναξιολογώντας, συνεκτιμώντας και συνυπολογίζοντας τις προαναφερθείσες ενέργειες του αναιρεσείοντος στη διαμόρφωση του τρόπου επέλευσης του θανάτου του ασθενούς Κ. Β., κατέστησε, λόγω ασαφειών, αντιφάσεων και λογικής ασυνέχειας στα πραγματικά περιστατικά, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και στέρησε το πόρισμά της νόμιμης βάσης γ) ενώ στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αρχικά αναγράφεται, ότι υπήρξαν τρεις επεμβάσεις του αναιρεσείοντος στον αναπνευστήρα του ασθενούς Β. Κ. με ανθρωποκτόνο δόλο και ότι από αυτές οι δύο πρώτες υπήρξαν ανεπιτυχείς, διότι στην πρώτη ενεργοποιήθηκε ο συναγερμός του αναπνευστήρα, οπότε διορθώθηκαν οι παράμετροι και στη δεύτερη ενεργοποιήθηκαν τα ηχητικά σήματα του παρακλίνιου μόνιτορ, οπότε επαναφέρθηκαν οι ρυθμίσεις του αναπνευστήρα και αποκαταστάθηκαν οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς, στη συνέχεια, όλως ασαφώς και αντιφατικώς, αναφέρεται ότι «...ο κατηγορούμενος επανήλθε στον ασθενή και, αφού επενέβη εκ νέου στον αναπνευστήρα του, φροντίζοντας αυτή τη φορά να μην ενεργοποιηθούν τα ηχητικά σήματα αυτού και του παρακλινίου μόνιτορ, δεδομένου ότι, λόγω της ιδιότητάς του, γνώριζε άριστα τη λειτουργία τους και τον τρόπο μη ενεργοποίησης των ηχητικών σημάτων τους μείωσε πάλι τον χορηγούμενο αερισμό στον ασθενή, του οποίου το αναπνευστικό του σύστημα ήταν πλήρως αδρανοποιημένο, λόγω της πεντοθάλης και της μυοχάλασης και παρέμεινε δίπλα του, μόνος του, αναμένοντας την κατάληξή του, η οποία επήλθε μετά από 5-7 λεπτά, περίπου, από υποξαιμία και υπερκαπνία και την εξ αιτίας αυτών πρόκληση καρδιακής ανακοπής». Κατ' αυτόν τον τρόπο, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού αδυνατεί να εξηγήσει πώς κατόρθωσε ο αναιρεσείων να απενεργοποιήσει τα ηχητικά αλάρμς των μηχανημάτων και να επιτύχει να μη σημάνει συναγερμός σε χρονικό διάστημα τριών λεπτών από τη στιγμή που επιχειρήθηκε η αδρανοποίησή τους και επιπλέον δεν αναγράφεται ποία ήταν, στη συγκεκριμένη τρίτη περίπτωση, η επενεχθείσα μεταβολή των παραμέτρων και των μερικότερων ρυθμίσεων του αναπνευστήρα και του μόνιτορ, η οποία αναφέρεται σ' αμφότερες τις αρχικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες ήχησαν τα αλάρμς, καθώς και πώς κατέστη αυτό τεχνικώς δυνατό σε χώρο μονάδας εντατικής θεραπείας, πρωινές ώρες, με πολυπληθές ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, ενώ η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η απενεργοποίηση των ηχητικών σημάτων των επίδικων μηχανημάτων επιτεύχθηκε από τον αναιρεσείοντα «...δεδομένου ότι, λόγω της ιδιότητάς του, γνώριζε άριστα τη λειτουργία τους και τον τρόπο μη ενεργοποίησης των ηχητικών σημάτων τους ..." παρέχει ασαφή και αντιφατική, σε κάθε δε περίπτωση ανεπαρκή περί αυτού αιτιολογία, καθόσον δεν εξηγεί, γιατί η παραπάνω ιδιότητα δεν απέτρεψε τον ηχητικό συναγερμό σ' αμφότερες τις προηγηθείσες επεμβάσεις. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων, των, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, ως αλυσιτελών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο». Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος με την προαναφερόμενη απόφασή του για την ίδια υπόθεση, δεν έλυσε κάποιο νομικό θέμα που να άπτεται, της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διερευνώμενου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση του άρθ. 299 παρ. 1 ΠΚ, όπως εσφαλμένως θεωρεί ο αναιρεσείων, έτσι ώστε να καταστήσει δέσμιο το δικαστήριο της παραπομπής, εν προκειμένω το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών που εξέδωσε την με προσβαλλόμενη αριθ. 204, 205, 222, 242/2022 και 49/2023, απόφαση, για να συντρέξει εντεύθεν αποχρών λόγος συμμόρφωσής του, με αυτό (νομικό θέμα). Και τούτο, διότι οι παραδοχές της άνω με αριθ. 1284/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, βάσει των οποίων αναίρεσε την κρίση της πρότερης με αριθ. 153/2018 άνω καταδικαστικής απόφασης του ΜΟΕ Πατρών, όπως προεκτέθηκαν, ουδέν νομικό ζήτημα επέλυσαν, σχετικά με την άνω ερευνώμενη διάταξη του άρθ. 299 παρ. 1 ΠΚ, αφού δεν υπεισήλθαν στον πυρήνα της αντικειμενικής και υποκειμενικής της υπόστασης, παρά μόνον συνέκριναν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν με την υπ' αριθ. 153/2018 άνω απόφαση του ΜΟΕ Πατρών, σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους που προβλήθηκαν κατ' αυτής για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης (αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ’ και Ε’ ΚΠΔ), κρίνοντας ότι αυτή (απόφαση) πρέπει να αναιρεθεί λόγω των άνω σφαλμάτων που προαναφέρθηκαν για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης. Κατά συνέπεια η με αριθ. 204, 205, 222, 242/2022 και 492023, προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής δεν ήταν δέσμια συμμόρφωσης με τις παραδοχές της άνω 1284/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, όσον αφορά τις πλημμέλειες της πρότερης 153/2018 απόφασης του ΜΟΕ Πατρών, και το δικάσαν Δικαστήριο ως δικαστήριο της παραπομπής με τις δικές του περαιτέρω σκέψεις που άντλησε από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία εκτίμησε διαφορετικά εκείνων που εστίασε η άνω αναιρετική απόφαση, θεμελίωσε το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασής της, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρθηκαν παραπάνω. Επομένως, το Εφετείο, που δίκασε ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Θ’ ΚΠΔ πλημμέλεια και ο ερευνώμενος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης περί υπέρβασης εξουσίας, με την αιτίαση ότι στην προσβαλλομένη απόφασή του, ανέπτυξε αιτιολογίες που αντίκεινται σε νομικό ζήτημα που επέλυσε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 1284/2019 απόφασή του για την ίδια υπόθεση, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2024 αίτηση του Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμ. 204, 205, 222, 242/2022 και 49/2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό (ως δικαστήριο παραπομπής).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ