Με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ζητείται η ακύρωση της απόφασης Α.1055/9.4.2024 του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., με την οποία ρυθμίζεται η διαδικασία αμφισβήτησης του τεκμαρτού ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα (άρθρα 28Α-28Δ ΚΦΕ, όπως προστέθηκαν με τον ν. 5073/2023).
1. Νομιμότητα και συνταγματικότητα του τεκμηρίου
Το Δικαστήριο έκρινε ότι το τεκμήριο:
Θεσπίστηκε για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών.
Στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια άμεσα συνδεόμενα με την επαγγελματική δραστηριότητα (κατώτατος μισθός ως αντικειμενικό μέγεθος ελάχιστης αξίας εργασίας, έτη δραστηριότητας, αριθμός εργαζομένων, κύκλος εργασιών, διαφοροποιήσεις ανά ΚΑΔ, ειδικές μειώσεις).
Δεν εξομοιώνει ελεύθερους επαγγελματίες με μισθωτούς ούτε επιβάλλει κεφαλικό φόρο ή φόρο επί πλασματικού εισοδήματος.
Ο τεκμαρτός προσδιορισμός κρίθηκε ότι κινείται εντός της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη (άρθρο 78 Συντ.) και δεν παραβιάζει τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 17 και 25 παρ. 1 Συντ., ούτε το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Ο δικαστικός έλεγχος ως προς την επιλογή του μέτρου είναι οριακός.
2. Μαχητός χαρακτήρας – Δικαστική προστασία
Το τεκμήριο είναι μαχητό. Προβλέπεται:
Υποβολή αιτήματος ελέγχου ή επιφύλαξης, εξεταζόμενα κατά δεσμία αρμοδιότητα.
Διενέργεια ελέγχου εντός αποκλειστικής προθεσμίας.
Βάρος απόδειξης στη Διοίκηση για τυχόν εισόδημα μεγαλύτερο του δηλωθέντος.
Πλήρης ενδικοφανής και δικαστική προστασία με δυνατότητα αναστολής.
Συνεπώς, δεν παραβιάζονται τα άρθρα 4 παρ. 5 και 20 παρ. 1 Συντ., ούτε υφίσταται αντιστροφή του βάρους απόδειξης ή κατάλυση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης.
3. Αναλογικότητα – Περιουσία – Επαγγελματική ελευθερία
Το μέτρο κρίθηκε πρόσφορο και αναγκαίο, ενόψει της διαπιστωμένης ανεπάρκειας των διαθέσιμων ελεγκτικών εργαλείων κατά τον χρόνο θέσπισής του. Δεν συνιστά υπέρμετρη επέμβαση στην περιουσία ούτε καθιστά ουσιωδώς δυσχερή την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Η έλλειψη ειδικής πρόβλεψης για «μερική απασχόληση» ελευθέρων επαγγελματιών δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, δεδομένου ότι η απασχόλησή τους δεν ταυτίζεται με καθεστώς μισθωτής εργασίας.
4. Διεύρυνση ελέγχου – Reformatio in peius
Η πρόβλεψη δυνατότητας επέκτασης ελέγχου σε άλλα φορολογικά έτη ή αντικείμενα δεν υπερβαίνει την κανονιστική εξουσιοδότηση. Δεν εισάγει νέα ρύθμιση, αλλά επαναλαμβάνει ήδη προβλεπόμενη αρμοδιότητα της φορολογικής Διοίκησης κατά τον ΚΦΔ. Η δυνατότητα επιδείνωσης της θέσης του φορολογουμένου (reformatio in peius) ερείδεται στον νόμο και τελεί υπό πλήρεις δικονομικές εγγυήσεις.
5. Ισχυρισμοί περί καταχρηστικού σκοπού
Οι αιτιάσεις ότι το μέτρο αποσκοπεί σε εξαναγκασμό εξόδου μικρών επαγγελματιών απορρίφθηκαν, δεδομένου ότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ως αποκλειστικός σκοπός η πάταξη της φοροδιαφυγής. Κατά πάγια νομολογία, δεν νοείται κατάχρηση εξουσίας από τον νομοθέτη.
Συμπέρασμα
Το επίδικο τεκμήριο συνιστά συνταγματικώς ανεκτό μηχανισμό προσδιορισμού φοροδοτικής ικανότητας, με μαχητό χαρακτήρα και πλήρεις εγγυήσεις δικαστικής προστασίας. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως απορρίπτονται ως αβάσιμοι ή απαράδεκτοι.