ΑΡΙΘΜΟΣ 205/2026
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Κατσούλα - Πρόεδρο Εφετών, (σε αναπλήρωση της Αικατερίνης Δρίλλια σύμφωνα με την 190/2025 πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών), Κωνσταντίνο Ρόκο - Εισηγητή, Χριστίνα Αντωνοπούλου, Εφέτες.
Συνεδρίασε στο ειδικό δωμάτιο διασκέψεων στις 18 Φεβρουάριου 2026. Στη συνεδρίαση παραστάθηκε και η Γραμματέας Βασιλική Σταθοπούλου.
Με την υπ’ αριθμ. 132/2026 πρόταση του Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Ιωάννη Δραγάτση εισάγεται στο Συμβούλιο αυτό η με αριθμό ..., ..., ..., ..., ..., .../2020 δικογραφία μαζί με την με αριθμό …/2026 έφεση του κατηγορούμενου ... (...) ... (...) του ... (...) και της ... (...), γεννηθέντος στη Βουλγαρία την 1η-1-1967, κατοίκου Βουλγαρίας, πόλη ... (...), οδός ... (...) αρ. …, κατά του υπ’ αριθμό 3528/2025 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Για τη συνεδρίαση αυτή και τη συζήτηση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος ειδοποιήθηκε νόμιμα κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο Βλαδίμηρος Σαρμαζανίδης, πληρεξούσιος συνήγορος του εκκαλούντος κατηγορουμένου, υπέβαλε υπόμνημα και έγγραφα.
Η προαναφερόμενη πρόταση έχει ως εξής:
Εισάγω ενώπιον σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 §§2, 4, 138 § 1 εδ.β, 317 §1 περ.α, 478 και 481 ΚΠΔ την υπ' αριθμ. …/9-1-2026 έφεση του κατηγορουμένου ... (...) ... (...) του ... (...) και της ... (...), κάτοικου Βουλγαρίας, πόλη ... (...), οδός ... (...) αρ. …, κατά του υπ' αριθμ. 3528/2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις :α)της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, β) κακουργηματικής πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, γ)κακουργηματικής λαθρεμπορίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, δ) νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ εξακολούθηση , που φέρονται ότι τελέστηκαν από 7-1-20 έως 10-12-20 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473§ 1 και 474 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει έφεση κατά βουλεύματος, αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή εντός προθεσμίας τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση του βουλεύματος. Η έφεση ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε το βούλευμα ή στον γραμματέα του πρωτοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.
Στην προκείμενη περίπτωση: η έφεση του κατηγορουμένου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την 9-1-26 (η επίδοση έγινε την 10-12-25) ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου του. Ο εκκαλών, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος και υπήκοος Βουλγαρίας με την υπ' αριθμ. …/9-1-2026 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 3.528/21-10-2025 του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, προβάλει τους εξής λόγους έφεσης:
1.Ότι ουδέποτε κλήθηκε ως ύποπτος ή κατηγορούμενος να απολογηθεί ενώπιον των ελληνικών αρχών, είτε προανακριτικά, είτε ενώπιον της Ανακρίτριας του 19ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, και (ότι) για πρώτη φορά έλαβε γνώση των κακουργηματικών πράξεων για τις οποίες κατηγορείται την 10-12-2025, όταν του κοινοποιήθηκε από τις βουλγαρικές Αρχές το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ κατά το ίδιο ως άνω έτος του είχε κοινοποιηθεί και μάλιστα δύο φορές κλητήριο θέσπισμα από τις ελληνικές Αρχές για την πλημμεληματική πράξη του αθέμιτου ανταγωνισμού, η οποία διαχωρίστηκε από την εν θέματι κακουργηματική δικογραφία.
2.Ότι υφίσταται ευθεία εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά και εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή αυτής, καθότι στο πόρισμα του εκκαλουμένου βουλεύματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και νομικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ποινικής διάταξης και να στερείται αυτό νόμιμης βάσης.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΛΟΓΟ ΕΦΕΣΗΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 270 ΚΠΔ, με έναρξη ισχύος από 1-7-2019, «1. Η κύρια ανάκριση δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένη, αν δεν απολογηθεί ο κατηγορούμενος. Μπορεί όμως να θεωρηθεί τελειωμένη, χωρίς κλήτευση και απολογία του κατηγορουμένου, αν μετά την διενέργεια ανακριτικών πράξεων δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις εναντίον του ή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 301 παρ. 4 εδ. α' και 303 παρ. 5 εδ. α'. 2. Αν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, από απείθεια όμως δεν παρουσιάζεται και ο ανακριτής κρίνει ότι υπάρχουν ενδείξεις εναντίον του, τότε η ανάκριση μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένη με την έκδοση εντάλματος βίαιης προσαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 272 και αν οι ενδείξεις είναι σοβαρές με την έκδοση εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με το άρθρο 276”, ενώ, με το άρθρο 81 Ν. 5172/2025 (ΦΕΚ Α’ 10/29-1-2025), προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 2, η οποία διαμορφώθηκε ως ακολούθως: «2. Αν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, από απείθεια όμως δεν παρουσιάζεται και ο ανακριτής κρίνει ότι υπάρχουν ενδείξεις εναντίον του, τότε η ανάκριση μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένη με την έκδοση εντάλματος βίαιης προσαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 272 και αν οι ενδείξεις είναι σοβαρές με την έκδοση εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με το άρθρο 276. Το ίδιο ισχύει και όταν ο κατηγορούμενος που κλήθηκε είναι αγνώστου διαμονής και υπάρχουν ενδείξεις παραπομπής εναντίον του, οπότε η ανάκριση περατώνεται με τη σε βάρος του έκδοση εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με το άρθρο 276». Κατά τη διάταξη δετού άρθρου 271 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα, «1. Στον κατηγορούμενο επιδίδεται κλήση για να εμφανισθεί στον ανακριτή, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 276».
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 276 παρ. 2 ΚΠΔ, ο ανακριτής εκδίδει ένταλμα σύλληψης στις περιπτώσεις εκείνες που, κατά το άρθρα 286 και 287 ΚΠΔ, επιτρέπεται προσωρινή κράτηση, ενώ, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 271 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, στον κατηγορούμενο επιδίδεται κλήση για να εμφανισθεί στον ανακριτή, εκτός από την περίπτωση του ως άνω άρθρου 276. Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς συνάγεται ότι αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα, για πράξη δηλαδή για την οποία επιτρέπεται προσωρινή κράτηση κατ' άρθρ. 286 ΚΠΔ, ο ανακριτής μπορεί, κατά την κρίση του, είτε να κλητεύσει τον κατηγορούμενο, είτε να εκδώσει εναντίον του ένταλμα σύλληψης, χωρίς να έχει προηγηθεί κλήση προς απολογία. Επομένως εφ' όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης (σκοπός φυγής ή κίνδυνος τέλεσης άλλων εγκλημάτων), η κλήση του κατηγορουμένου προς απολογία είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική και η ανάκριση θεωρείται ότι περαιώθηκε νομίμως με την έκδοση του εντάλματος σύλληψης Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 308 παρ. 4 ΚΠΔ εδ. γ, η γνωστοποίηση από τον ανακριτή στους διαδίκους που κατοικούν εκτός της έδρας του, ότι ολοκληρώθηκε η ανάκριση, γίνεται μόνον αν έχουν διορίσει αντίκλητο (ΑΠ σε Συμβούλιο 149/2009, ΑΠ σε Συμβούλιο 869/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από τ' ανωτέρω προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 271 παρ. 1, 276 παρ. 2, 286 παρ. 1, 2 και 270 παρ. 2 ΚΠΔ προσδιορίζουν το πλαίσιο για την έκδοση εντάλματος σύλληψης του κατηγορουμένου, χωρίς προηγούμενη κλήτευσή του, ως τρόπο περαίωσης της ανάκρισης με τη συνδρομή τόσο των τυπικών προϋποθέσεων της προσωρινής κράτησης, όσο και των ουσιαστικών του κινδύνου φυγής ή της διάπραξης άλλων σοβαρών εγκλημάτων, επί τη βάσει συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία πρέπει να μνημονεύονται στο σώμα του εντάλματος σύλληψης.
Στην υπό κρίση περίπτωση, κατά του εκκαλούντος εκδόθηκε από την Ανακρίτρια του 19ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών το υπ' αριθμ. …/2021 ένταλμα σύλληψης, για το οποίο υπεβλήθη στην Εισαγγελία Εφετών στο Τμήμα Δικαστικών Συνδρομών το από 20-1-2021 αίτημα μετατροπής του σε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, χωρίς να έχει προηγηθεί προηγούμενη κλήση του προς απολογία, γεγονός που κατά τον εκκαλούντα προκαλεί απόλυτη ακυρότητα. Με βάση, όμως, τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και κατά την κρατούσα άποψη, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί η μη κλήτευση του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης και, κατά συνέπεια, η κλήση του εκκαλούντος κατηγορουμένου ήταν δυνητική και όχι υποχρεωτική, ενώ η ανάκριση θεωρείται ότι περατώθηκε νόμιμα με την έκδοση του εντάλματος.
Ειδικότερα, όπως αναφέρεται και στο το ως άνω εκδοθέν ένταλμα, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για την τέλεση των κακουργηματικών πράξεων της λαθρεμπορίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης και συγκεκριμένα αναφέρεται για τον κατηγορούμενο ότι; «...Τα συγκεκριμένα ενοχοποιητικά πραγματολογικά δεδομένα προκύπτουν εναργώς από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, σύμφωνα, άλλωστε, με το οποίο το ανωτέρω φυσικό πρόσωπο - μέλος της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης διατηρούσε σταθερή και τακτική συνεργασία με τον διευθύνοντα αυτή, (επ.) ... (ον.) ..., ο οποίος του κατέβαλλε, με συγκαλυμμένο τρόπο, ήτοι με δέματα μέσω εταιρείας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ήτοι της εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ”, σε τακτά χρονικά διαστήματα, τα εκάστοτε συμφωνηθέντα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούσαν σε λαθραία εμπορεύματα (ποτά), των οποίων την αποστολή στη ελληνική επικράτεια είχε αναλάβει ο εν λόγω κατηγορούμενος. Σημειώνεται, δε, ότι τα σχετικά δέματα, που περιείχαν ψευδή στοιχεία ταυτότητας αποστολέα, παραλάμβανε σταθερά, στην πόλη ... της Βουλγαρίας, ο ανωτέρω κατηγορούμενος (βλ. σχετικά την από 29.10.2020 έγγραφη απάντηση της ως άνω εμπορικής εταιρείας ταχυμεταφορών στο με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του Τμήματος Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας)....διαμένει στην πόλη ..., απ' όπου συμμετέχει στη δραστηριότητα της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης, δίχως να έχει οιαδήποτε γνωστή διαμονή στην Ελλάδα.» Περαιτέρω δε τυγχάνει ύποπτος φυγής, ως υπήκοος και μόνιμος κάτοικος Βουλγαρίας και, σε περίπτωση κατά την οποία παραμείνει ασύλληπτος, καθίσταται πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα συναφή με τα ανωτέρω εγκλήματα. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι:«….Συγχρόνως δε, από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ως άνω αξιόποινων πράξεων του, καταδεικνύεται η επικινδυνότητά του, στο πλαίσιο της εγκληματικής ροπής του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του, καθώς συνάγεται με σαφήνεια, ότι αυτός, ακόμη και αν καθίστατο εφικτή η κλήση του σε απολογία, ο εν λόγω κατηγορούμενος, σε βαθμό που εγγίζει τη βεβαιότητα, θα φυγοδικούσε στην ως άνω χώρα μόνιμης κατοικίας και καταγωγής του….». Κατά συνέπεια, ο υπό κρίση λόγος έφεσης αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΛΟΓΟ ΕΦΕΣΗΣ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 478 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 106 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α’ 30/23-2-2024) με έναρξη ισχύος από 1-5-2024, «1. Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα και μόνο για τους λόγους: α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας ή ευθείας εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης».
Στην περίπτωση κατά την οποία ασκηθεί το ένδικο μέσο της έφεσης στηριζόμενο σε άλλους λόγους, πλην των ως άνω -ακυρωτικού χαρακτήρα- που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται στην προπαρατεθείσα διάταξη, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ενώ, περαιτέρω, κάθε λόγος που πλήττει το βούλευμα για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ή διότι τα από αυτό γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτουν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ή, αντιθέτως, προκύπτουν τ' αντίθετα, είναι απαράδεκτος καθότι πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου (αντί πολλών Ολ. ΑΠ 3/2008 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου συντρέχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 1/2002 ΠΧρ. ΝΒ.689), ενώ εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (αντί πολλών Ολ. ΑΠ 1/2009 ΠΧρ. ΝΘ.500, Ολ. ΑΠ 3/2010 ΠΧρ. Ξ.456, ΑΠ 967/2009 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Κατά συνέπεια, η ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης προϋποθέτει εσφαλμένη μείζονα πρόταση στο συλλογισμό, συνέπεια της οποίας είναι το εσφαλμένο πόρισμα, ανεξάρτητα από το αν τα πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν ορθά ή εσφαλμένα από άποψη τυπικής λογικής στο λόγο της μείζονος πρότασης του συλλογισμού. Αντιθέτως, η εκ πλαγίου παράβαση προϋποθέτει αληθή μείζονα πρόταση με εσφαλμένη υπαγωγή, ενώ στην έλλειψη νόμιμης βάσης, που συνιστά περίπτωση της εκ πλαγίου παράβασης, υπάρχει ασαφής περιγραφή περιστατικών, η οποία καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου. Τα περιστατικά δε που προκύπτουν και απαιτούνται για την υπαγωγή τους στην εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη δεν είναι τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της απόφασης για τη θεμελίωση των συλλογισμών του δικαστηρίου, αλλά μόνο τα έχοντα άμεση σχέση με τα προβλεπόμενα από το νόμο στοιχεία της αξιόποινης πράξης, το άδικο αυτής, τον καταλογισμό ή τους λόγους απαλλαγής από την ποινή ή μείωσης αυτής (ως άνω ΑΠ σε Συμβούλιο 442/2023 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Περαιτέρω, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής αιτιολογίας δεν δύναται να δημιουργήσει ιδιαίτερο λόγο έφεσης πέραν εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 478 ΚΠΔ, ενώ, αντιθέτως, δημιουργεί αυτοτελή λόγο αναίρεσης κατά βουλεύματος, αφού τούτο ρητά προβλέπεται στο άρθρο 484 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ (ΑΠ σε Συμβούλιο 442/2023 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 434/2013, ΑΠ 190/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, η απλή αναγραφή στην έκθεση εφέσεως ότι ασκείται το ένδικο αυτό μέσο εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, έκθεση ή αναφορά των προβαλλομένων αιτιάσεων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, καθιστά την έφεση απαράδεκτη. Για να είναι σαφής και ορισμένος ο προβαλλόμενος λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση προς τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από το προσβαλλόμενο βούλευμα διάταξης, άλλως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. ως άνω ΑΠ 434/2013, ΑΠ 190/2013, Εισ. Προτ. σε ΣυμβΕφΠειρ 63/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, στον σχετικό λόγο εφέσεως δεν μνημονεύεται καμία ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία να φέρεται ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκε ή παραβιάσθηκε, και, κατά συνέπεια, τυγχάνει απορριπτέος, ως παντελώς αόριστος και απαράδεκτος, ενώ, αξίζει να σημειωθεί ότι η (αορίστως) επικαλούμενη πλημμέλεια της μη αναφοράς στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την προδικασία, η οποία εμποδίζει τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δεν συνιστά ευθεία, αλλά εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή και, ως τέτοια, δεν προτείνεται παραδεκτά ως λόγος έφεσης, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν στη μείζονα πρόταση.
Σε ακολουθία των παραπάνω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 317 §1 περ. α, 318, 319 §3, 476 § 1 και 481 § 1, 578 §1 Κ.Π.Δ., θα πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις, να διαταχθεί η εκτέλεση αυτού και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου τα δικαστικό έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς · Προτείνω
-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. .../9-1-2026 έφεση του κατηγορουμένου ... (...) ... (...) του ... (...) και της ... (...), κάτοικου Βουλγαρίας, πόλη ... (...), οδός ... (...) αρ. …, κατά του υπ' αριθμ. 3528/2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών
-να επικυρωθεί το ως άνω εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις και να διαταχτεί η εκτέλεση αυτού και
-να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα, 29-01-2026
Ο Εισαγγελέας, Ιωάννης Δραγάτσης, Αντεισαγγελέας Εφετών»
Επισημαίνεται ότι για την έκδοση της πρότασης αυτής ενημερώθηκε την 29η-1-2026 ο Βλαδίμηρος Σαρμαζανίδης, πληρεξούσιος συνήγορος του κατηγορουμένου (βλ. την από 16-12-2025 εξουσιοδότηση προσκομιζόμενη σε νομότυπη ελληνική μετάφραση, καθώς και την έκθεση κατάθεσης έφεσης), όπως προκύπτει από την από 29-1-2026 βεβαίωση της Γραμματέως της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Διαμαντούλας Σουβαλιώτη και επιπλέον έλαβε γνώση του περιεχομένου της την 29-1-2026 (βλ. σχετική σημείωση του ανωτέρω συνηγόρου). Περαιτέρω, όπως συνάγεται και από την από 10-2-2026 βεβαίωση της Γραμματέως της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Ευφροσύνης Σπύρου ενημερώθηκε επιπλέον ο ανωτέρω πληρεξούσιος συνήγορος του κατηγορουμένου και για τη θέση περί απαραδέκτου της ασκηθείσας έφεσης.
Ακούσε τον Αντεισαγγελέα Εφετών, Σπυρίδωνα Παππά, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και κατόπιν αποχώρησε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προεκτεθείσα εισαγγελική πρόταση νόμιμα εισάγεται ενώπιον αυτού του Συμβουλίου η παρούσα και με αριθμό ..., ..., ..., ..., …- 2025/…, .../2020 δικογραφία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1 περ. β', 317 παρ 1 περ. α’ 478 και 481 ΚΠΔ, καθώς επίσης και η υπ’ αριθ. .../9- 1-2026 έφεση του κατηγορουμένου ... (...) ... (...) του ... (...) και της ... (...), γεννηθέντος στη Βουλγαρία την 1η-1-1967, κατοίκου Βουλγαρίας, πόλη ... (...), οδός ... (...) αρ. …, η οποία στρέφεται κατά του υπ’ αριθμό 3528/2025 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα επίδοσης προκύπτει ότι ο εκκαλών, μόνιμος κάτοικος αλλοδαπής (Βουλγαρίας), έλαβε πρώτη νόμιμη γνώση του εκκαλουμένου βουλεύματος με αυτοπρόσωπη επίδοση στη Βουλγαρία την 10η-12-2025, όπως βεβαιώνεται στην οικεία απόδειξη παραλαβής/επίδοσης των βουλγαρικών αρχών. Ακολούθως, η έφεση κατατέθηκε την 9η-1-2026, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας που τάσσεται για τους διαμένοντες στην αλλοδαπή, υπολογιζόμενης από την ως άνω επίδοση. Περαιτέρω, η κρινόμενη έφεση κρίνεται παραδεκτή, καθόσον, πέραν του εμπροθέσμου (ήδη εκτεθέντος), συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις. Ειδικότερα: (α) ασκήθηκε από πρόσωπο που έχει κατά νόμο δικαίωμα προς τούτο, ήτοι τον κατηγορούμενο, (β) στρέφεται κατά εκκλητού βουλεύματος, για το οποίο ο νόμος προβλέπει έφεση, (γ) ασκήθηκε με τον προσήκοντα τύπο και ενώπιον της αρμόδιας αρχής/γραμματείας, με σύνταξη της σχετικής έκθεσης, και (δ) κατά συνέπεια, πληρούται η προϋπόθεση για τη δικαιοδοτική έρευνα της υπόθεσης από το αρμόδιο συμβούλιο. Τέλος, επισημαίνεται ότι με το άρθρο 18 του Ν 3346/2005 καταργήθηκαν οι διατάξεις 478 §2, 482 §2 και 508 ΚΠΔ, οι οποίες συνέδεαν το παραδεκτό ενδίκων μέσων (έφεσης/αναίρεσης) με την υποβολή του ασκούντος στην εκτέλεση (σύλληψη, προσωρινή κράτηση ή έκτιση ποινής). Η κατάργηση δικαιολογήθηκε, κατά τις αιτιολογικές εκθέσεις, επειδή το ΕΔΔΑ (απόφαση 18.12.2003 «Σκονδριάνος κατά Ελλάδας”, με αναφορά και στις Krombach και Paron κατά Γαλλίας) έκρινε ότι τέτοιος περιορισμός αντίκειται στο άρθρο 6 §1 ΕΣΔΑ, ως δυσανάλογη κύρωση που περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Έτσι, μετά τη νομοθετική αυτή παρέμβαση, η έφεση (και η αναίρεση) κατά βουλεύματος είναι παραδεκτή ακόμη και αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συλληφθεί και δεν έχει υποβληθεί στην εκτέλεση της διάταξης περί σύλληψης/προσωρινής κράτησης. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, παρότι σε βάρος του εκκαλούντος έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης και αυτός παραμένει ασύλληπτος, η έφεση κατά τούτο νομίμως και παραδεκτώς ασκήθηκε, αφού δεν εξαρτάται πλέον από τη σύλληψή του.
Κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 477 επομ. ΚΠΔ, η έφεση κατά βουλεύματος, ιδίως όταν στρέφεται κατά παραπεμπτικού βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, έχει περιορισμένο και κατ’ ουσίαν ακυρωτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, επιτρέπεται μόνον για τους ειδικώς και περιοριστικός προβλεπόμενους λόγους του νόμου, ήτοι αφενός για απόλυτη ακυρότητα και αφετέρου για εσφαλμένη ερμηνεία ή ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Η απόλυτη ακυρότητα καταλαμβάνει ουσιώδεις δικονομικές πλημμέλειες που πλήττουν τη νομιμότητα της διαδικασίας και τα θεμελιώδη δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου· στο πλαίσιο αυτό, όταν η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας συνιστά προσβολή δικαιώματος δίκαιης δίκης, δύναται να λογισθεί ως παραβίαση κατοχυρωμένου δικονομικού δικαιώματος και, επομένως, να θεμελιώσει λόγο απόλυτης ακυρότητας. Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να διευκρινισθεί ότι η επίκληση «έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας» δεν ταυτίζεται αυτομάτως με λόγο εφέσεως, ούτε κάθε ατέλεια της αιτιολογίας αρκεί για να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη. Κρίσιμο είναι αν η ανεπάρκεια της αιτιολογίας έχει τέτοια ένταση ώστε να καθιστά την κρίση του συμβουλίου αδιαφανή και να στερεί ουσιωδώς τον κατηγορούμενο από την αποτελεσματική άσκηση των δικονομικών του δικαιωμάτων. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν το βούλευμα δεν εκθέτει, έστω συνοπτικά αλλά σαφώς, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που δέχεται, τα βασικά αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίζει τη στάθμισή του και τον συλλογισμό με τον οποίο οδηγείται στο συμπέρασμα της παραπομπής ή της κρίσης που διατυπώνει, ή όταν παραλείπει να απαντήσει σε συγκεκριμένους, ουσιώδεις και λυσιτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που, αν γίνονταν δεκτοί, θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Στις περιπτώσεις αυτές, η αιτιολογία δεν είναι απλώς «ελλιπής”, αλλά η έλλειψή της ισοδυναμεί με προσβολή του δικαιώματος ακρόασης και δικαστικής προστασίας, διότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κατανοήσει επαρκώς τη βάση της κρίσης, ούτε να αντιτάξει αποτελεσματικά τους ισχυρισμούς του, ούτε να ελέγξει αν τηρήθηκαν οι δικονομικές εγγυήσεις που τον αφορούν· τότε η πλημμέλεια μπορεί να υπαχθεί στην απόλυτη ακυρότητα ως παραβίαση δικαιώματος που άπτεται της δίκαιης δίκης. Αντιθέτως, δεν θεμελιώνεται απόλυτη ακυρότητα όταν το βούλευμα, παρά τυχόν τη συντομία ή μη ιδανική διατύπωση, περιέχει επαρκή πυρήνα αιτιολογίας, ώστε να καθίσταται σαφές ποια περιστατικά έγιναν δεκτά, ποια είναι η ουσιαστική βάση της κρίσης και ποιος είναι ο νομικός συλλογισμός, ούτε όταν η αιτίαση του εκκαλούντος, υπό τον μανδύα της «έλλειψης αιτιολογίας”, στην πραγματικότητα πλήττει την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ή επιδιώκει επανεκτίμηση των ενδείξεων. Περαιτέρω, πρέπει να διακρίνεται η «έλλειψη αιτιολογίας» από την «έλλειψη νόμιμης βάσης”: η δεύτερη, ως εκ πλαγίου πλημμέλεια που στηρίζεται σε ασάφειες ή αντιφάσεις του πορίσματος με σκοπό τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου, δεν συγκροτεί αυτοτελώς επιτρεπτό λόγο εφέσεως κατά το ισχύον καθεστώς, ενώ η πρώτη μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στον βαθμό που ανάγεται σε ουσιώδη στέρηση δικονομικών εγγυήσεων και, συνεπώς, σε απόλυτη ακυρότητα (βλ. Ζαχαριάδης - Μαργαρίτης, Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (κατ' άρθρο ερμηνεία), άρθρο 478, σελ. 3336). Επομένως, για να προβληθεί παραδεκτά, η αιτίαση πρέπει να εξειδικεύει συγκεκριμένα ποιο ουσιώδες στοιχείο της απαιτούμενης αιτιολογίας απουσιάζει ή ποιος κρίσιμος ισχυρισμός έμεινε αναπάντητος και με ποιον τρόπο η παράλειψη αυτή επέφερε ουσιαστική βλάβη στην άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και στην αποτελεσματική δικαστική προστασία του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, ως εσφαλμένη ερμηνεία νοείται η απόδοση στην ουσιαστική ποινική διάταξη νοήματος διαφορετικού από το ορθό, ενώ ως ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή νοείται η πλημμελής υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που το ίδιο το βούλευμα δέχεται ως προκύψαντα στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη, δηλαδή η περίπτωση κατά την οποία, ακόμη και με βάση τα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούνται τα στοιχεία του εγκλήματος ή πληρούνται τα στοιχεία άλλης διάταξης. Αντιθέτως, εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης δεν θεμελιώνει, κατά το ισχύον δίκαιο, λόγο έφεσης κατά του βουλεύματος, καθόσον ο νόμος περιορίζει τον σχετικό έλεγχο στην ευθεία και όχι στην εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή (βλ. άρθρο 478 παρ. 1, όπως ισχύει πλέον από την 1η-5-2024 κατ' άρθρο 106 και 13 8 παρ. 1 ν. 5090/2024). Επομένως, η έφεση είναι παραδεκτή και εξεταστέα κατ’ ουσίαν μόνο στο μέτρο που οι προβαλλόμενοι λόγοι εντάσσονται, με ορισμένο και συγκεκριμένο τρόπο, είτε στην απόλυτη ακυρότητα είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία ή ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αποκλεισμένης της επίκλησης απλής εσφαλμένης εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού ή της εκ πλαγίου παραβίασης ως αυτοτελούς λόγου έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών, με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλει ως απόλυτη ακυρότητα ουσιώδη δικονομική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι ουδέποτε κλήθηκε και ουδέποτε εξετάσθηκε/απολογήθηκε ως ύποπτος ή κατηγορούμενος, ούτε κατά το προανακριτικό στάδιο ούτε ενώπιον της Ανακρίτριας, μολονότι σε βάρος του κινήθηκε κακουργηματική διαδικασία. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η κύρια ανάκριση περατώθηκε και εκδόθηκε σε βάρος του το υπ’ αριθ. …/2021 ένταλμα σύλληψης χωρίς να έχει προηγουμένως κληθεί σε απολογία, ενώ ο ίδιος αγνοούσε μέχρι την αυτοπρόσωπη επίδοση στη Βουλγαρία την 10.12.2025 την ύπαρξη τόσο της δικογραφίας όσο και του ανωτέρω εντάλματος, λαμβάνοντας τότε για πρώτη φορά γνώση του εκκαλουμένου παραπεμπτικού βουλεύματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, υποστηρίζει ότι η παράλειψη κλήσης του σε απολογία και η συνακόλουθη έκδοση/διατήρηση του εντάλματος, χωρίς προηγούμενη ακρόασή του, προσβάλλει καίρια τα δικαιώματα υπεράσπισης και καθιστά τη διαδικασία ελαττωματική σε βαθμό που να ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα, ζητώντας για τον λόγο αυτό την εξαφάνιση/ακύρωση του εκκαλουμένου βουλεύματος και την άρση των συνεπειών του σε βάρος του.
Ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος έφεσης, κατά το σκέλος που στηρίζεται στο ότι «ουδέποτε εκλήθη και ουδέποτε απολογήθηκε» πριν από την έκδοση του υπ’ αρ. …/2021 εντάλματος σύλληψης, δεν θεμελιώνει, κατ’ αρχήν, απόλυτη ακυρότητα, εφόσον το ένταλμα εξεδόθη υπό το τότε ισχύον (2021) καθεστώς που επιτρέπει (όπως και σήμερα άλλωστε), κατ’ εξαίρεση της κλήσης προς εμφάνιση, την άμεση έκδοση εντάλματος σύλληψης από τον ανακριτή. Ειδικότερα, κατά το χρόνο έκδοσης του εντάλματος σύλληψης ο κανόνας ήταν πράγματι η κλήση του κατηγορουμένου για εμφάνιση ενώπιον του ανακριτή, πλην όμως ο νομοθέτης προέβλεπε ρητή εξαίρεση: όταν πρόκειται για πράξη για την οποία επιτρέπεται προσωρινή κράτηση, ο ανακριτής δύναται να εκδώσει αιτιολογημένο ένταλμα σύλληψης, χωρίς να έχει προηγηθεί κλήση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης και, ιδίως, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία προκύπτει κίνδυνος φυγής ή κίνδυνος τέλεσης νέων σοβαρών εγκλημάτων, με προηγούμενη γνώμη του εισαγγελέα, και με ειδική αιτιολογία στο ίδιο το ένταλμα. Κατά συνέπεια, η μη προηγούμενη κλήση προς απολογία δεν αποτελεί, αφ’ εαυτής, πλημμέλεια ικανή να καταστήσει τη διαδικασία άκυρη, όταν το ένταλμα στηρίζεται σε τέτοια νόμιμη βάση· στην περίπτωση αυτή η κλήση δεν είναι υποχρεωτική αλλά δυνητική, και η κύρια ανάκριση μπορεί να περατωθεί νομίμως με την έκδοση του εντάλματος. Στην υπό κρίση περίπτωση, από το περιεχόμενο του εντάλματος προκύπτει ότι η Ανακρίτρια θεμελίωσε, αφενός, την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του εκκαλούντος για κακουργηματικές πράξεις λαθρεμπορίας από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης και, αφετέρου, συγκεκριμένους λόγους που καθιστούσαν αναγκαία τη σύλληψη χωρίς προηγούμενη κλήση. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, γίνεται δεκτό ότι ο εκκαλών, ως μέλος της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης, διατηρούσε σταθερή και τακτική συνεργασία με τον φερόμενο ως διευθύνοντα αυτής, από τον οποίο λάμβανε περιοδικά, με συγκαλυμμένο τρόπο, χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν σε λαθραία εμπορεύματα (ποτά), τα οποία κατά τα αναφερόμενα ο ίδιος είχε αναλάβει να αποστέλλει προς την ελληνική επικράτεια. Η καταβολή των ποσών φέρεται ότι γινόταν, μεταξύ άλλων, μέσω δεμάτων εταιρείας ταχυμεταφορών, τα οποία περιείχαν ψευδή στοιχεία αποστολέα και παραλαμβάνονταν σταθερά στην πόλη ... της Βουλγαρίας, ήτοι στον τόπο διαμονής του εκκαλούντος. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι ο εκκαλών διαμένει μόνιμα στην ανωτέρω πόλη και δεν έχει γνωστή διαμονή στην Ελλάδα, ενώ από εκεί φέρεται να συμμετέχει στη δραστηριότητα της οργάνωσης. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, η Ανακρίτρια έκρινε ότι, λόγω της μόνιμης εγκατάστασης του εκκαλούντος στη Βουλγαρία και της ιδιότητάς του ως αλλοδαπού υπηκόου, αυτός εκλαμβάνεται ήδη ως ύποπτος φυγής, ώστε να παρέλκει η προηγούμενη κλήση του σε απολογία, καθόσον, ακόμη και αν ήταν εφικτή, προκύπτει με ιδιαίτερη ένταση ότι θα φυγοδικούσε στη χώρα μόνιμης κατοικίας και καταγωγής του. Περαιτέρω, από τα ίδια τα χαρακτηριστικά της αποδιδόμενης δράσης—ήτοι τη σταθερή εμπλοκή σε οργανωμένη, διασυνοριακή δραστηριότητα λαθρεμπορίας και τη χρησιμοποίηση μεθόδων απόκρυψης και παραπλάνησης (δέματα, ψευδή στοιχεία αποστολέα, συγκαλυμμένη διακίνηση χρημάτων)—τεκμαίρεται αυξημένη ικανότητα αποφυγής της δίωξης και πιθανότητα συνέχισης συναφούς εγκληματικής δραστηριότητας, εφόσον παραμείνει ασύλληπτος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η επιλογή της άμεσης έκδοσης εντάλματος σύλληψης, χωρίς προηγούμενη κλήση προς απολογία, ερείδεται σε συγκεκριμένη αιτιολογία περί κινδύνου φυγής και περί κινδύνου τέλεσης νέων σοβαρών εγκλημάτων, ήτοι σε κριτήρια που κατά τον χρόνο έκδοσης του εντάλματος επέτρεπαν τη μη τήρηση της προηγούμενης κλήσης ως αναγκαίου τύπου. Κατ’ ακολουθίαν, η προβολή ότι η μη κλήση προς απολογία πριν από το ένταλμα συνιστά αυτοτελώς απόλυτη ακυρότητα δεν μπορεί να γίνει δεκτή, στο μέτρο που το ένταλμα στηρίζεται σε μνημονευόμενες, ειδικές και συγκεκριμένες παραδοχές που δικαιολογούν την άμεση σύλληψη. Τέλος, το ότι ο εκκαλών ισχυρίζεται πως έλαβε γνώση του εντάλματος και του εκκαλουμένου βουλεύματος μόνον με επίδοση στη Βουλγαρία την 10.12.2025, αφορά πρωτίστως την αφετηρία της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου μέσου και τις συνέπειες της επίδοσης, πλην όμως δεν αναιρεί το ότι, κατά το ισχύσαν το 2021 καθεστώς, η νόμιμη έκδοση εντάλματος σύλληψης δεν προϋπέθετε, σε κάθε περίπτωση, προηγούμενη κλήση και απολογία, όταν συνέτρεχαν οι ειδικές προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην αιτίαση ότι η έκδοση του υπ’ αρ. …/2021 εντάλματος σύλληψης χωρίς προηγούμενη κλήση του εκκαλούντος προς απολογία συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσία. Σημειώνεται, ότι με τις ίδιες σκέψεις, ο Εισαγγελέας αποφάνθηκε και για την βασιμότητα του λόγου αυτού, αφού εξέτασε το ισχύσαν κατά τον χρόνο εκδόσεως του υπ’ αρ. …/2021 εντάλματος πλαίσιο, δέχθηκε ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης, η προηγούμενη κλήση προς απολογία ήταν δυνητική και όχι υποχρεωτική, και ότι η ανάκριση περατώθηκε νομίμως με την έκδοση του εντάλματος, στηριζόμενη μάλιστα και στην ειδική αιτιολογία αυτού περί κινδύνου φυγής και επικινδυνότητας, έστω και αν πρότεινε τελικά την απόρριψή του ως απαράδεκτου, καθώς η αιτιολογία για την απόρριψη του λόγου αυτού που εκτέθηκε στην εισαγγελική πρόταση και υιοθετεί και το παρόν Συμβούλιο, προσήκει στην απόρριψή του ως αβάσιμου. Συνεπώς, ανεξαρτήτως του λεκτικού χαρακτηρισμού του λόγου ως «απαραδέκτου”, η πρόταση περιέχει σαφή κρίση ότι ο συγκεκριμένος λόγος δεν ευσταθεί κατ’ ουσίαν.
Περαιτέρω, ο εκκαλών, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, τον οποίο αναπτύσσει σε τρία διακριτά σκέλη, εκθέτει συνοπτικά τα εξής: Πρώτον, προβάλλει ότι το εκκαλούμενο βούλευμα πάσχει από εσφαλμένη ερμηνεία και, κυρίως, ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, το πρωτοβάθμιο συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις, με αποτέλεσμα να στηρίζεται νομικά εσφαλμένα η παραπομπή του. Δεύτερον, προσθέτει ότι συντρέχει και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με την έννοια ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και νομικά/λογικά κενά, τα οποία - κατά τη θέση του- καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Τρίτον, επικαλείται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υποστηρίζοντας ότι το βούλευμα δεν εκθέτει με την απαιτούμενη πληρότητα και σαφήνεια τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα και τον νομικό συλλογισμό υπαγωγής, ώστε να καθίσταται ελέγξιμη η κρίση παραπομπής, και συνδέει την αιτίαση αυτή με την υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών κρίσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος έφεσης, όπως αναπτύσσεται σε τρία σκέλη, είναι απορριπτέος, για τους ακόλουθους λόγους:
Κατά το σκέλος με το οποίο ο εκκαλών αποδίδει στο εκκαλούμενο βούλευμα «εσφαλμένη ερμηνεία» και «ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή» ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, προκύπτει ότι η αιτίασή του δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ερμηνείας ή υπαγωγής, αλλά, στην πραγματικότητα, επαναφέρει αμφισβήτηση της ουσιαστικής εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού και της συναγωγής ενδείξεων, δηλαδή προβάλλει ότι «δεν εμπλέκεται”, ότι «δεν υπάρχουν στοιχεία/ενδείξεις» και ότι «είναι νόμιμος επαγγελματίας», πλην όμως τέτοιου είδους αιτιάσεις δεν συγκροτούν ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, αφού δεν πλήττουν την υπαγωγή των δεκτών πραγματικών στη διάταξη, αλλά ζητούν διαφορετική αποδεικτική αξιολόγηση και ουσιαστική κρίση. Επιπλέον, δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο ποια ακριβώς ουσιαστική διάταξη ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, ποιο στοιχείο του πραγματικού της διατάξεως παρερμηνεύθηκε ή ποιο δεκτό πραγματικό περιστατικό υπήχθη νομικά εσφαλμένα, ώστε να καθίσταται ελέγξιμη η προβαλλόμενη πλημμέλεια ως καθαρώς νομικό σφάλμα. Κατ’ ακολουθίαν, κατά το σκέλος αυτό, ο προβαλλόμενος λόγος απορρίπτεται προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Κατά το σκέλος με το οποίο προβάλλεται «εκ πλαγίου παραβίαση» και, συνακόλουθα, «έλλειψη νόμιμης βάσης”, ο προβαλλόμενος λόγος είναι ομοίως απαράδεκτος, διότι, υπό το ισχύον καθεστώς, λόγος έφεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος δεν αποτελεί η εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ασάφειες/αντιφάσεις/λογικά κενά που δυσχεραίνουν τον έλεγχο υπαγωγής), αλλά μόνον η εσφαλμένη ερμηνεία ή η ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή.
Άλλωστε, το μέρος αυτό του δευτέρου λόγου, ακόμη και ως προς την ουσιαστική του θεμελίωση, δεν δύναται να οδηγήσει σε ακύρωση/εξαφάνιση του βουλεύματος, καθόσον προβάλλει πλημμέλεια που δεν εντάσσεται στο επιτρεπτό πεδίο ελέγχου της έφεσης.
Κατά το τρίτο σκέλος, με το οποίο γίνεται επίκληση «έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας”, δεν προκύπτει παντελής ή τέτοιας έκτασης ανεπάρκεια αιτιολογίας που να συνεπάγεται ουσιώδη στέρηση δικονομικών εγγυήσεων και, άρα, να μπορεί να θεμελιώσει απόλυτη ακυρότητα. Ο εκκαλών, άλλωστε, δεν προβάλλει συγκεκριμένα ότι απουσιάζει ολοσχερώς η έκθεση των ουσιωδών πραγματικών παραδοχών, των βασικών αποδεικτικών πηγών και του συλλογισμού υπαγωγής, αλλά κινείται σε γενικόλογες αιτιάσεις και καταλήγει ουσιαστικά σε διαφωνία ως προς το αποδεικτικό πόρισμα. Η δε επίκληση «έλλειψης αιτιολογίας» δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της απαγορευμένης, στο επίπεδο της έφεσης, επανεκτίμησης των αποδείξεων τυχόν επιμέρους αντιρρήσεις για το βάρος ή την πειστικότητα των αποδεικτικών στοιχείων αποτελούν ζήτημα ουσιαστικής κρίσης και όχι ζήτημα παντελούς έλλειψης αιτιολογίας ή δικονομικής ακυρότητας.
Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος έφεσης, κατά τα ανωτέρω τρία σκέλη του, δεν πλήττει με τρόπο πρόσφορο το εκκαλούμενο βούλευμα: η επίκληση εκ πλαγίου παραβίασης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως λόγος έφεσης, η επίκληση έλλειψης αιτιολογίας δεν αφορά παντελή ή ουσιωδώς στερητική αιτιολογία ικανή να θεμελιώσει απόλυτη ακυρότητα, ενώ η επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας/ευθείας εσφαλμένης εφαρμογής δεν εξειδικεύεται ως καθαρό νομικό σφάλμα, αλλά αναφέρεται, στην ουσία της, σε αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξιολόγησης. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων, η έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν στο σύνολό της. Ακολούθως, το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί ως προς όλες τις διατάξεις του και να διαταχθεί η εκτέλεσή του. Τέλος, ο εκκαλών πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας κατ’ άρθρα 577 και 578 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά την υπ’ αριθμ. …/9-1-2026 έφεση του κατηγορούμενου ... (...) ... (...) του ... (...) και της ... (...), γεννηθέντος στη Βουλγαρία την ..., κατοίκου Βουλγαρίας, πόλη ... (...), οδός ... (...) αρ. ..., κατά του υπ’ αριθμό 3528/2025 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και απορρίπτει αυτήν ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Επικυρώνει το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του και διατάσσει την εκτέλεσή του.
Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και καταχωρίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουάριου 2026. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουάριου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ