Περίληψη

ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ. ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ. ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Αναιτιώδης φύση αυτής. Καταχρηστική άσκηση αυτής. Υπάρχει και όταν ο μισθωτός προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας ή στο δικαστήριο, για να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ή αγωγή ελέγχθηκε, τελικά, αβάσιμη ή όταν ο μισθωτός ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, εφόσον από αυτή δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν επιβάλλεται από την ανάγκη οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών στην επιχείρηση. Κριτήρια επιλογής απολυτέων. Η καταγγελία ως έσχατο μέσο. Προσβολή καταγγελίας ως καταχρηστικής. Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, τότε ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της καταγγελίας απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να καθορισθούν ή να ερευνηθούν τα πραγματικά αίτια αυτής. Ομαδικές απολύσεις. Κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται το όριο, καθ’ υπέρβαση του οποίου οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, είναι η αρχή του μηνός, κατά τον οποίο ο εργοδότης εξωτερικεύει την πρόθεσή του να προβεί σε απολύσεις. Η εξωτερίκευση της βούλησης του εργοδότη γίνεται είτε όταν προχωρήσει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σχετικά με τις σχεδιαζόμενες απολύσεις, είτε όταν περιέλθουν στους εργαζομένους τα καταγγελτήρια των συμβάσεών τους, το ίδιο ισχύει δε και στην περίπτωση που οι καταγγελίες γίνονται υπό προειδοποίηση. Η επιβολή προστίμου ως κύρωση για τη μη τήρηση των διατάξεων του ΠΔ 240/2006 «Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων» είναι σύμφωνη με τη διάταξη 8 της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν την εφαρμογή της οδηγίας καθιερώνοντας διαζευκτικώς και κατ’ επιλογήν της νομοθετικής εξουσίας είτε διοικητικές είτε δικαστικές κυρώσεις. Επομένως, η διαβούλευση δεν έχει ταχθεί ως όρος του κύρους των εργοδοτικών αποφάσεων, γι’ αυτό και δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι, όποτε ο νομοθέτης θέλησε να επέλθει ακυρότητα απόλυσης λόγω παραβίασης διάταξης νόμου, το προέβλεψε ρητά.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων