Απόφαση

Αριθμός απόφασης
3754/2017

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 14°
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Παρασκευή Ψυχογυιού, Πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Αυγέρη, Εφέτη- Εισηγητή, Φώτιο Μουζάκη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Ιωάννα Ξανθάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ- ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ... του …, κατοίκου … Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Γεωργίου Δηλέ.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ... του …, κατοίκου … Αττικής, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Μαυρογιάννης.
Ο εφεσίβλητος ζητούσε να γίνει δεκτή η από 5.5.2009 (αριθ καταθ .../2009) αγωγή, ενώ ο εκκαλών ζητούσε να γίνουν δεκτές τόσο η από 30.12.2010 ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή του, όσο και η από 23.5.2008 (αριθ καταθ .../27.5.2008) αγωγή του.
Επί των ανωτέρω αγωγών και ανταγωγής εκδόθηκε η 5919/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία θεώρησε κατηργημένη τη δίκη ως προς την αγωγή του εφεσίβλητου, λόγω σχετικής παραίτησής του από το δικόγραφο της εν λόγω αγωγής και απέρριψε την αγωγή και ανταγωγή του εκκαλούντος.
Ο εκκαλών με την από 27.3.2014 έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτόδικου Δικαστηρίου με αριθμό .../3.4.2014, γράφηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για τις 19.2.2015, κατά την οποία αναβλήθηκε για τις 3.12.2015, οπότε και ματαιώθηκε, ζητεί την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης.
Ήδη, ο εκκαλών με την από 4.12.2015 (αριθ καταθ .../2015) κλήση του, που γράφηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για τις 21.4.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για την.παραπάνω δικάσιμο, επαναφέρει προς συζήτηση την έφεσή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις, με τις οποίες, αμφότεροι, ζητούν να γίνουν δεκτά, όσα σ’ αυτές αναφέρονται. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση με την από 4.12.2015 (αριθ καταθ .../2015) κλήση του εκκαλούντος, η από 27.3.2014 (αριθ καταθ .../2014) έφεση κατά της 5919/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία (ΚΠολΔ 225 επ.). Η κρινόμενη έφεση αφενός μεν έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις ΚΠολΔ 495 παρ.1, 511, 513, 516 παρ.1, 517, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στις 6.3.2014 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 4.4.2014 (βλ. την .../6.3.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...), αφετέρου δε παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (ΚΠολΔ 19). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 23.5.2008 αγωγή του, που κατάθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (αριθ καταθ .../2008), ζητούσε, μετά την παραίτησή του από το καταψηφιστικό αίτημα, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 300.961,43 ευρώ που απορρέει από απαίτησή του από την αναφερόμενη εγγυητική επιστολή, την οποία εξόφλησε και στην οποία ήταν συνεγγυητής μετά του εναγομένου, άλλως ζητεί το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επίσης, με την από 30.12.2010 ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή του, επ' ευκαιρία της από 5.5.2000 (αριθ καταθ .../2009) αγωγής του εφεσΐβλητου, από το δικόγραφο της οποίας ο τελευταίος παραιτήθηκε πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης, ο εκκαλών- αντενάγων ζητεί, μετά την παραίτησή του από το καταψηφιστικό αίτημα, να αναγνωριστεί ότι ο αντεναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 128.480,87 ευρώ, που απορρέει από απαίτησή του από τις αναφερόμενες εγγυητικές επιστολές, τις οποίες εξόφλησε και στις οποίες ήταν συνεγγυητής μετά του εναγομένου, άλλως ζητεί το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί των αγωγών και της ανταγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία θεώρησε κατηργημένη τη δίκη ως προς την αγωγή του εφεσΐβλητου, λόγω παραίτησής του από το δικόγραφο αυτής, συνεκδίκασε την αγωγή και την ανταγωγή του εκκαλούντος και απέρριψε αυτές. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την έφεσή του, ισχυριζόμενος ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε την αγωγή και την ανταγωγή του, ζητώντας ύστερα από αυτά να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να γίνουν δεκτές η αγωγή και η ανταγωγή του.
Από τις διατάξεις περί εγγύησης των άρθρων 847, 851 και 853 ΑΚ προκύπτει ότι αυτή (εγγύηση) αποτελεί σύμβαση ετεροβαρή κατ' αρχή, καταρτιζόμενη μεταξύ δανειστή και εγγυητή, με την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει έναντι του δανειστή την υποχρέωση πληρωμής προς αυτόν οφειλής άλλου, που πηγάζει από έγκυρη σχέση, στη δε σχέση αυτή ο οφειλέτης τρίτος παραμένει νομικά ξένος. Η κυρία παροχή μπορεί αν είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η'εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κυρία οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη. Σύμφωνα δε με την ΑΚ 860, ο συνεγγυητής που ικανοποίησε τον δανειστή έχει αναγωγή εναντίον των λοιπών συνεγγυητών στην έκταση που σύμφωνα με την ΑΚ 487 ευθύνονται μεταξύ του οι οφειλέτες σε ολόκληρο, κατά δε την ΑΚ 487 παρ.1 μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κατά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση. Ακολούθως, η δια της έκδοσης εγγυητικής επιστολής δημιουργούμενη τριμελής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις ΑΚ 847 επ. περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Ειδικότερα, οι παρά των τραπεζών συνήθως εκδιδόμενες εγγυητικές επιστολές, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής των τελευταίων ετών (ΑΚ 361), που διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του ΕμπΝ. και εντολής του ΑΚ. Χαρακτηριστικό της εγγυητικής επιστολής είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν1 αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την Τράπεζα στο δανειστή του καλυπτομένου μ' αυτήν ποσού με απλή ειδοποίηση του δανειστή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρο συνήθως διαδικασία τους. Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση”, έχει την έννοια, ότι η Τράπεζα εγγυάται προς τον δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου της ύπαρξης έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης δίζησης. Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων και της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή Τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό, χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης δίζησης, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρέωσης από τη βασική σχέση. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η Τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή. (ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 358/2004, ΑΠ 983/1999). Περαιτέρω, οι ίδιες ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και επί αντεγγΰησης, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο είδος εγγύησης και στην οποία ο αντεγγυητής αναλαμβάνει έναντι του εγγυητή την ευθύνη ότι ο πρωτοφειλέτης θα εκπληρώσει τις έναντι αυτού υποχρεώσεις του και ότι θα ικανοποιηθεί η κατά του πρωτοφειλέτη απαίτησή του, η οποία θα αποκτηθεί με την τυχόν εκ μέρους αυτού (εγγυητή) ικανοποίηση του δανειστή από τη γένεση αντίστοιχου δικαιώματος αναγωγής ή από υποκατάσταση κατά την ΑΚ 858 στα δικαιώματα του δανειστού. Ο αντεγγυητής δηλαδή είναι εγγυητής της αναγωγής του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή το καταβαλλόμενο ποσό της εγγύησης συνιστά δαπάνη του εγγυητή για την κανονική εκτέλεση της σύμβασης ανάμεσα σ' αυτόν και τον πρωτοφειλέτη, είναι δε αποδοτέο στον πρώτο, σύμφωνα με τις ΑΚ 361 και 722 και τοκοφόρο, κατά την ΑΚ 301, από το χρόνο της δαπάνης. Κανονική, δε εκτέλεση της εντολής υφίσταται εφόσον ο εντολοδόχος εκτελεί την υποχρέωση του σύμφωνα με τη σύμβαση, συμμορφούμενος προς ρητές ή επιτακτικές οδηγίες του εντολέα ή, αν αυτές είναι ενδεικτικές, εφόσον έπραξε κάθε τι που επέβαλλε η φύση της υπόθεσης που του ανατέθηκε (ΟλΑΠ 10/1992). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 847 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα από τα οποία τουλάχιστον το ένα να είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό χαρακτήρα τους, αποβάλλουν από της καταχώρισής τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή να διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων, οπότε προκύπτει το πρόσωπο του δανειστή και η αξίωσή του καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ 224/2012).
Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη από 23.5.2008 (αριθ καταθ .../2008) αγωγή του, ο εναγών και ήδη εκκαλών εκθέτει ότι τυγχάνει μετά του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου συνιδρυτές και μοναδικοί μέτοχοι, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...- ... ΑΤΕ ΕΚΤΕ”, που κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 2407/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η δραστηριότητα της εταιρείας στην εργολαβία κατασκευαστικών έργων στην Ελλάδα και τη Λιβύη, συνήψαν με την ... Τράπεζα της Ελλάδος και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, συμβάσεις δανείων και ζήτησαν την έκδοση εγγυητικών επιστολών για την -ανάληψη έργων, συμβαλλόμενοι η μεν εταιρεία ως πρωτοφειλέτρια και αυτοί ως συνεγγυητές. Ότι ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η εν λόγω εταιρεία συνήψε με την ως άνω Τράπεζα την .../26.5.1978 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, καθώς και τις .../9.6.1978 και .../20.10.1978 αυξητικές αυτής, στις δύο πρώτες εκ των οποίων συμβλήθηκαν ο ίδιος και ο εναγόμενος ως εγγυητές για την αποπληρωμή τυχόν οφειλών της πρωτοφειλέτριας από τη χρήση των πιστώσεων, ενώ στην τρίτη εξ αυτών συμβλήθηκε μόνον ο ίδιος, παραιτούμενοι, μεταξύ άλλων και από την ένσταση διζήσεως. Περαιτέρω, εκθέτει ότι υπό την προσωπική εγγύηση του ίδιου και του εναγομένου και κατ’ εντολή και για λογαριασμό της ως άνω πρωτοφειλέτριας εταιρείας, εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, από την ... Τράπεζα της Ελλάδος και η .../12-1-1979 επιστολή αντεγγύησης προς την εδρεύουσα στη Λιβύη Τράπεζα με την επωνυμία "...”, η οποία με τη σειρά της εξέδωσε την .../12.1.1979 εγγυητική της επιστολή προς το Τελωνείο Βεγγάζης της Λιβύης, για το ποσό των 55.000 δηναρίων Λιβύης (LD), η οποία ήταν απαραίτητο να παραδοθεί στο ως άνω τελωνείο, προκειμένου να δοθεί η άδεια στην εταιρεία για την ελεύθερη εισαγωγή και χρήση των μηχανημάτων που θα χρησιμοποιούσε για την αποπεράτωση του έργου που είχε αναλάβει. Ότι, ειδικότερα, η ανωτέρω αντεγγυητική επιστολή εκδόθηκε με βάση την από 12.1.1979 σχετική σύμβαση, που υπεγράφη μεταξύ της ... Τράπεζας της Ελλάδος, ως αντεγγυήτριας έναντι της ως άνω αλλοδαπής Τράπεζας και της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, ως πρωτοφειλέτριας, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω τραπεζα εγγυήθηκε προς την "..." υπέρ της πρωτοφειλέτριας, προκειμένου να εκδοθεί από αυτήν η προαναφερθείσα εγγυητική επιστολή της προς το Τελωνείο Βεγγάζης, ποσού των 55.000 LD, στην οποία ο εναγόμενος συμβλήθηκε ως εγγυητής υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, ενώ ο ίδιος (ενάγων) ευθυνόταν ως εγγυητής για την κάλυψη της εν λόγω εγγυητικής επιστολής, δεδομένου ότι η αντεγγυήτρια σύμφωνα με την ίδια σύμβαση είχε δικαίωμα να αντλήσει κάλυμμα προς εξασφάλιση της εν λόγω αντεγγύησης από τον προαναφερθέντα .../1978 αλληλόχρεο λογαριασμό, ως προς τον οποίο είχε συμβληθεί ως εγγυητής υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και δη παραιτηθείς από την ένσταση δίζησης, έχοντας έτσι καταστεί συνεγγυητής με τον εναγόμενο για την αποπληρωμή των τυχόν οφειλών από τη χορήγηση, την τυχόν κατάπτωση και τις προμήθειες της ως άνω αντεγγυητικής επιστολής. Περαιτέρω, εκθέτει ότι ο εναγόμενος παραβίασε τους όρους με τους οποίους είχε δοθεί στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία η προαναφερθείσα άδεια εισαγωγής και ελεύθερης χρήσης μηχανημάτων και, ως εκ τούτου, τον Απρίλιο 1984 το υπέρ ου η ως άνω εγγυητική επιστολή Τελωνείο Βεγγάζης ζήτησε την κατάπτωση αυτής και την επιβολή επιπλέον προστίμου ποσοστού 400% επί του ποσού της. Ότι, ακολούθως, η εγγυήτρια Τράπεζα "..." ζήτησε την κατάπτωση της προαναφερθείσας αντεγγυητικής επιστολής της ...ς Τράπεζας και στη συνέχεια η τελευταία ζήτησε από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και από τον ίδιο και τον εναγόμενο ως συνεγγυητές να εξοφλήσουν την εν λόγω απαίτηση. Ότι από την κατάπτωση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής, το κεφάλαιο αυτής άρχισε να τοκίζεται με εξάμηνο ανατοκισμό, με επιτόκια υπερημερίας αντιστοιχούντα στο εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της διατραπεζικής αγοράς του Λονδίνου (LIBOR) για εξάμηνες καταθέσεις σε δολάριο, προσαυξανόμενα κατά μία ποσοστιαία μονάδα μέχρι το 1989 και κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες από το 1990 έως τη σύνταξη της αγωγής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ’ αυτήν. Ότι υπέρ της ... Τράπεζας είχε εκδοθεΐ σε βάρος του η 885/1985 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση το οριστικό κατάλοιπο της προαναφερθείσας .../1978 σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, καθώς και η 10530/1984 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τον υποχρέωνε να της καταβάλει ποσό 10.273,96 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες άλλης εγγυητικής επιστολής και ότι, προκειμένου να τακτοποιήσει τις εν λόγω οφειλές του, συνήψε με την εν λόγω Τράπεζα την από 30.10.2006 σύμβαση, με την οποία, μεταξύ άλλων, ανέλαβε την υποχρέωση, είτε να επιστρέφει στην εγγυήτρια Τράπεζα "..." την ως άνω από 12.1.1979 εγγυητική επιστολή της, εξοφλώντας τυχόν οφειλές από προμήθειες και τόκους, παραδίδοντας συγχρόνως στην ... Τράπεζα επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, είτε να προσκομίσει στην · τελευταία' Έγγραφο του Τελωνείου Βεγγάζης, στο οποίο θα αναφερόταν ότι εξέλιπε ο λόγος, για τον οποίο είχε εκδοθεΐ η εν λόγω εγγυητική επιστολή και ότι το Τελωνείο αυτό δεν είχε καμία απαίτηση από αυτήν. Ότι ο ίδιος (ενάγων) στις 5.4.1993 εξόφλησε την εγγυητική επιστολή της "..." προς το Τελωνείο Βεγγάζης Λιβύης, καταβάλλοντας στο τελευταίο το ποσό των 55.000 LD, πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο στη συνέχεια του παρέδωσε την από 5.4.1993 επιστολή του, με την οποία έδινε την εντολή στην εγγυήτρια Τράπεζα να ακυρώσει την εν λόγω εγγυητική επιστολή και ότι αντίγραφο της ως άνω επιστολής προσκόμισε στην αντεγγυήτρια ... Τράπεζα στις 25.4.2007, με αποτέλεσμα τόσο η πρωτοφειλέτρια εταιρεία,. όσο και ο ίδιος και ο εναγόμενος, ως συνεγγυητές, να ελευθερωθούν από τη σχετική αναληφθείσα εκ της αντεγγύησης οφειλή τους προς αυτήν. Τέλος, ο ενάγων εκθέτει ότι εφόσον η συνολική οφειλή εκ της ως άνω εγγυητικής επιστολής και δη με ανατοκισμό με τα αναφερόμενα στην αγωγή επιτόκια, ανήλθε έως την εξόφληση στο συνολικό ποσό των 931.872,78 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα ισοτιμία, αντιστοιχούσαν σε ποσό 205.105.218 δραχμές, ο εναγόμενος οφείλει να του αποδώσει το ήμισυ (1/2) του εν λόγω ποσού, που βαρύνει τον ίδιο ως συνεγγυητή, που ανέρχεται στο ποσό των 102.552.609 δραχμών ή 300.961,43 ευρώ, άλλως, επικουρικά, ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το εν λόγω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον κατέστη πλουσιότερος κατά το ως άνω ποσό σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, λόγω της απαλλαγής του από την υποχρέωση καταβολής του στην αντεγγυήτρια Τράπεζα. Με βάση δε το ανωτέρω ιστορικό, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίστηκε στο σύνολό του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 223, 295παρ.1, 297 ΚΠολΔ), ο ενάγων ζητεί να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 300.961,43 ευρώ, νομιμότοκα από την ημερομηνία εξόφλησης της παραπάνω εγγυητικής επιστολής (5.4.1993), άλλως από την ημερομηνία της προσκομιδής της επιστολής του Τελωνείου Βεγγάζης στην αντεγγυήτρια Τράπεζα (25.4.2007), άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, και δη με βάση τις περί εγγύησης διατάξεις, άλλως, επικουρικά, με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις. Πλην, όμως, με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αγωγή, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, που επιχειρείται να στηριχθεί στις διατάξεις περί εγγύησης και αναγωγής του συνεγγυητή (ΑΚ 860), καθόσον υπό τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν πραγματικά περιστατικά, ο εναγόμενος ήταν ο μόνος που είχε συμβληθεί ως εγγυητής στην από 12.1.1979 σύμβαση με την ... Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιστολή αντεγγύησης προς την Τράπεζα "..." και, ως εκ τούτου, ο ενάγων δεν είχε καταστεί συνεγγυητής με αυτόν για τις τυχόν από την εν λόγω επιστολή αντεγγύησης απορρέουσες αξιώσεις της Τράπεζας που εξέδωσε αυτήν. Ούτε, άλλωστε, μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του εναγομένου ως συνεγγυητή, από το αναφερόμενο στην αγωγή γεγονός ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο ενάγων, είχαν συμβληθεί ως συνεγγυητές στην .../1978 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, από τον οποίο η αντεγγυήτρια Τράπεζα είχε κατά τη σύμβαση δικαίωμα να αντλήσει κάλυμμα για την αντεγγύηση. Και τούτο διότι, ακόμη κι αν ο ενάγων ισχυριζόταν ότι υπήρξε καταβολή του ποσού της αντεγγύησης εκ μέρους της αντεγγυήτριας Τράπεζας προς την εγγυήτρια λιβυκή Τράπεζα και συνακόλουθη εισαγωγή του ποσού που είχε καταβάλει ως χρεωστικού κονδυλίου στον εν λόγω αλληλόχρεο λογαριασμό, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατή η εκ μέρους του ενάγοντος επιδίωξη του εν λόγω κονδυλίου αυτοτελώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα σχετική μείζονα σκέψη, διότι εφόσον ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, ο εναγόμενος θα ευθυνόταν μόνο για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι για τα τυχόν επιμέρους κονδύλια που έχουν εισέλθει σ’ αυτόν. Ομοίως, για τους ίδιους λόγους τυγχάνειαπορριπτέα ως μη νόμιμη και η επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον υπό τα αναφερόμενα σ’ αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν υπήρξε πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, και δη με την αποτροπή αύξησης του παθητικού της περιουσίας του, εφόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ενάγων δεν επικαλείται ότι υπήρξε εκπλήρωση της υποχρέωσης της ...ς Τράπεζας της Ελλάδος ως αντεγγυήτριας έναντι της εγγυήτριας Τράπεζας "..." και, συνακόλουθα, ουδέποτε γεννήθηκε αξίωση της αντεγγυήτριας σε βάρος των διαδίκων εκ της αιτίας αυτής. Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσης εκθέτει ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή του, καθόσον η .../26.5.1978 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μετά των αυξητικών αυτής, στην οποία είχαν συμβληθεί ως συνεγγυητές υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, αποτελεί την κυρία σύμβαση, που κάλυπτε όλες τις έννομες σχέσεις των συμβαλλόμενων μερών και ήταν προαπαιτούμενο για την μετέπειτα σε εκτέλεση αυτής έκδοση κάθε εγγυητικής ή αντεγγυητικής επιστολής, με συνέπεια όλες οι εκτελεστικές της αρχικής κυρίας σύμβασης επιμέρους ενέργειες είχαν παρακολουθηματικό χαρακτήρα της κύριας σύμβασης. Ότι και η επίμαχη επιστολή αντεγγύησης της ... Τράπεζας είχε τον παραπάνω παραχολουθηματικό χαρακτήρα και η από 12.1.1979 σύμβαση έκδοσης αυτής, που υπέγραψε ως εγγυητής μόνο ο εναγόμενος και ήδη εφεσΐβλητος, δεν συνιστά αυτοτελή σύμβαση, αλλά απλώς μία τραπεζική ενέργεια έκδοσης.εγγυητικής επιστολής και ως εκ τούτου ήταν απολύτως περιττή η συνυπογραφή αυτής και από τους ίδιους ως εγγυητές, αφού η συνεγγυητική τους ευθύνη προέκυπτε ευθέως εκ της κυρίας σύμβασης. Πλην, όμως, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η από 12.1.1979 σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ της ... Τράπεζας, ως αντεγγυήτριας έναντι της αλλοδαπής Τράπεζας ... σε εξόφληση της εγγυητικής επιστολής που η τελευταία εξέδωσε προς το Τελωνείο Βεγγάζης της Λιβύης και της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και στην οποία συμβλήθηκε μόνο ο εναγόμενος ως εγγυητής, αποτελεί αυτοτελή σύμβαση και ανεξάρτητη της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και πρωτίστως (αποτελεί) την κυρία σύμβαση για την έκδοση της αντεγγύησης εκ μέρους της ... Τράπεζας. Η τελευταία δε, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως αντεγγυήτρια είναι εγγυητής της αναγωγής της αλλοδαπής Τράπεζας που εξέδωσε την εγγυητική επιστολή κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρείας. Ο δε εναγόμενος και μόνο αυτός, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή και λαμβανομένου υπόψη της σχετικότητας των ενοχών, ανέλαβε ως εγγυητής την ευθύνη έναντι της αντεγγυήτριας ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρεία θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι της αλλοδαπής Τράπεζας και θα ικανοποιηθεί η απαίτησή της, για την οποία η ... Τράπεζα εξέδωσε την αντεγγύηση, από την πρωτοφειλέτρια. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η διάταξη ΑΚ 849, κατά την οποία η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται εφόσον ο εγγυητής εκπλήρωσε την οφειλή, δεδομένου ότι όπως εκτίθεται στην αγωγή, ο ενάγων δεν έχει την ιδιότητα του εγγυητή στην επίδικη σύμβαση, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η αντεγγύηση της ...ς Τράπεζας, έτσι ώστε να μπορεί να καλυφθεί η έλλειψη του εγγράφου από την εκπλήρωση εκ μέρους του της οφειλής και επιπλέον δεν συνάγεται από τα ιστορούμενα στην αγωγή ότι υπήρξε έλλειψη του Έγγραφου, δηλαδή ότι δεν δηλώθηκε εγγράφως η εγγύηση, αφού με την αγωγή του ο εναγών ισχυρίζεται ότι η ιδιότητά του ως εγγυητής απορρέει από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και όχι ότι ενώ ο ίδιος ήταν εγγυητής παρόλα αυτά δεν δηλώθηκε η εγγύηση εγγράφως και η τυχόν ακυρότητα για το λόγο αυτό της εγγύησης καλύπτεται με την εκπλήρωση της οφειλής. Επίσης, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του εναγομένου ως συνεγγυητή, από το αναφερόμενο στην αγωγή γεγονός ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο ενάγων, είχαν συμβληθεί ως συνεγγυητές στην .../1978 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, από τον οποίο η αντεγγυήτρια Τράπεζα είχε κατά τη σύμβαση δικαίωμα να αντλήσει κάλυμμα για την αντεγγύηση. Και τούτο διότι, ακόμη κι αν ο ενάγων ισχυριζόταν ότι υπήρξε καταβολή του ποσού της αντεγγύησης εκ μέρους της αντεγγυήτριας Τράπεζας προς την εγγυήτρια αλλοδαπή Τράπεζα και συνακόλουθη εισαγωγή του ποσού που είχε καταβάλει ως χρεωστικού κονδυλίου στον εν λόγω αλληλόχρεο λογαριασμό, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατή η εκ μέρους του ενάγοντος επιδίωξη του εν λόγω κονδυλίου αυτοτελώς διότι, εφόσον ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, ο εναγόμενος θα ‘ευθυνόταν μόνο για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι για τα τυχόν επιμέρους κονδύλια που έχουν εισέλθει σ’ αυτόν. Ως εκ τούτου, εκτός του γεγονότος ότι στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων, όπως ήδη αναφέρθηκε, ζητεί την καταβολή, αναγωγικά κατά την ΑΚ 860, του ποσού που ο ίδιος, ως διατείνεται κατέβαλε, με την ιδιότητα''του συνεγγυητή, ιδιότητα, που όπως ήδη αναφέρθηκε δεν συντρέχει στο πρόσωπό του, ως προς την επίμαχη αντεγγύηση της ... Τράπεζας, και στην περίπτωση που επιχειρείται η αξίωση του αιτούμενου με την αγωγή ποσού να στηριχθεί στην ιδιότητα του ως συνεγγυητής στη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δεν μπορεί κατά τα ανωτέρω να επιδιώξει το εν λόγω κονδύλιο αυτοτελώς, αλλά μόνο το αναλογούν σε βάρος του εναγομένου ποσού εκ του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού και κατά την περίπτωση που ο ίδιος κατέβαλε προς ικανοποίηση της δανείστριας Τράπεζας το εν λόγω κατάλοιπο και δεν γεννάται ζήτημα περί μη επέκτασης της άρσης της αυτοτέλειας των επιμέρους κονδυλίων που εισέρχονται στον αλληλόχρεο λογαριασμό και στα αναγωγικά δικαιώματα του εγγυητή που διατηρούνται για κάθε ποσό που τυχόν καταβάλει για λογαριασμό και προς όφελος του πιστούχου, καθόσον ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, δηλαδή για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι για τα επιμέρους κονδύλια που εισέρχονται σ' αυτόν.
Με το δεύτερο λόγο της έφεσης ο εκκαλών- ενάγων προσβάλλει τις διατάξεις της εκκαλούμενης που αφορούν την απόρριψη της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ισχυριζόμενος ότι η αξίωση της ... Τράπεζας ήταν ληξιπρόθεσμη και κεφαλαιοποιημένη και αν ο ίδιος δεν εξοφλούσε το χρέος για το οποίο εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή και συνακόλουθα η αντεγγύηση, θα επερχόταν άμεση ρευστοποίησή της και η ήδη γεννημένη αξίωση της ... Τράπεζας θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη σε βάρος του και συνεπώς απετράπη η αύξηση του παθητικού της περιουσίας του εναγομένου," παρά1 ·τα αντίθετα κρινόμενα από την εκκαλούμενη, καθώς επίσης ότι η τελευταία δεν έλαβε υπόψη της τα σαφή αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση, όπου ρητά αναφέρεται σ' αυτά η προσωπική εγγύηση του ίδιου και για την επίμαχη εγγυητική επιστολή και ότι για την απαλλαγή του από την εγγυητική ευθύνη η ... Τράπεζα έθεσε ως όρο την προσκόμιση εξοφλητικής απόδειξης του χρέους για το οποίο εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή, γεγονός που δεικνύει ότι η ... Τράπεζα είχε αξίωση και σε βάρος του. Όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, η επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου τα αναφερόμενα με το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω δεύτερου λόγου της έφεσης περί μη λήψης υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε, όπως διατείνεται, ο εκκαλών, είναι απορριπτέα, δεδομένου ότι η ανωτέρω βάση της ένδικης αγωγής κρίθηκε ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου ορθώς δεν ερευνήθηκαν από το Δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική ή μη βασιμότητα της βάσης αυτής. Επίσης, από τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά δεν υπήρξε αποτροπή αύξησης του παθητικού της περιουσίας του εναγομένου αφού ο ενάγων με την αγωγή του δεν επικαλείται ότι υπήρξε εκπλήρωση της υποχρέωσης της ... Τράπεζας ως εντεγγυήτριας έναντι της εγγυήτριας αλλοδαπής Τράπεζας και ουδέποτε γεννήθηκε αξίωση της αντεγγυήτριας σε βάρος των διαδίκων από την αιτία αυτή και συνεπώς είναι απορριπτέα όσα ο εκκαλών ισχυρίζεται περί ύπαρξης ληξιπρόθεσμης σε βάρος του αξίωσης της ... Τράπεζας. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγο της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ακολούθως, από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα του αντεναγομένου και την ανωμοτί κατάθεση του αντενάγοντος ως διαδίκου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, της .../11.3.2009 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών ..., η οποία λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντεναγομένου (βλ. την .../6.3.2009 έκθεση επίδοσης του " δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας ...), χωρίς να ληφθούν υπόψη οι 731 και .../24.4.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών ..., καθόσον ο αντεναγόμενος κλήθηκε για να παραστεί ενώπιον της εν λόγω συμβ/φου κατά την ως άνω ημερομηνία και ώρες 10.00, 11.00,’12.00 και 13.00, ενώ οι ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν ώρα 11.30 και 11.50 της ίδιας ημέρας, αντίστοιχα (βλ. τη συνημμένη στην οικεία .../19.4.2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά ... σχετική κλήση), καθώς και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ' πραγματικά περιστατικά: Όσον αφορά στην από 30-12-2010 υπό κρίση ανταγωγή του ..., ο τελευταίος, όπως ο ίδιος συνομολογεί σ’ αυτήν, εξόφλησε τις από 25.4.1980 δύο εγγυητικές επιστολές της «...» προς το Δήμο Τομπρούκ Λιβύης εντός του έτους 1984, και στη συνέχεια, στις 14.2.1984, επέστρεψε τις επίδικες …/25.4.1980 και .../25.4.1980 αντεγγυητικές επιστολές στην αντεγγυήτρια ... Τράπεζα, οπότε τόσο η πρωτοφειλέτρια- υπέρ ης η αντεγγύηση εταιρεία «... - ... ΑΤΕ ΕΚΤΕ”, όσο και ο ίδιος (αντενάγων) και ο αντεναγόμενος, ως συνεγγυητές, απηλλάγησαν- από την οφειλή τους προς αυτήν, δυνάμει της από 25.4.1980 σχετικής σύμβασης. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, από την εν λόγω ημερομηνία (14.2.1984) άρχισε η κατά την ΑΚ 249 εικοσαετής παραγραφή της αξίωσης του αντενάγοντος σε βάρος του αντεναγομένου περί αναγωγής εναντίον του ως συνεγγυητή κατά την ΑΚ 860 και, συνακόλουθα, έως την ημερομηνία άσκησης της υπό κρίση ανταγωγής στις 30.12.2010 (οπότε κατατέθηκαν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου οι περιέχουσες την εν λόγω ανταγωγή προτάσεις του), είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό του αντενάγοντος περί αναστολής της παραγραφής της εν λόγω αξίωσής του, κατ’ άρθρο 255 ΑΚ, λόγω ανωτέρας βίας, εξαιτίας της οποίας αδυνατούσε να την ασκήσει, και ειδικότερα λόγω του ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1984 έως το έτος 1993 αδυνατούσε να εξέλθει από τη Λιβύη και να επιστρέφει στην Ελλάδα, διότι οι Λιβυκές Αρχές του είχαν αφαιρέσει το διαβατήριο, αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον, υπό τα εν λόγω επικαλούμενα εκ μέρους του πραγματικά περιστατικά, αυτός δεν εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωσή του εντός του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου της εικοσαετούς παραγραφής, αλλά μόλις μέχρι το έτος 1993 και, ως εκ τούτου, ουδέποτε επήλθε αναστολή της παραγραφής. Επομένως, η ασκούμενη με την υπό κρίση ανταγωγή επίδικη αξίωση του αντενάγοντος, της οποίας ζητείται εν προκειμένω η αναγνώριση, έχει υποπέσει στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού του αντεναγομένου, με τη σημείωση ότι η εν λόγω ένσταση παραγραφής, εφόσον το αίτημα της ανταγωγής περιορίσθηκε στο σύνολό του σε αναγνωριστικό και πρόκειται πλέον για αναγνωριστική αγωγή, προβλήθηκε προφανώς με την έννοια του ότι, λόγω της παραγραφής της αξίωσης στην οποία στηρίζεται, δεν υφίσταται πλέον έννομο συμφέρον του αντενάγοντος προς έγερση της εν λόγω αξίωσής του κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ. Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, ο εκκαλών με τον ανωτέρω λόγο ισχυρίζεται ότι δεν έχει παραγραφεί η ανωτέρω αξίωσή του, αφού αυτή (εν λόγω αξίωση) δεν προκύπτει αυτοτελώς από τις συμβάσεις έκδοσης των εγγυητικών επιστολών, αλλά από την αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και ότι κατέστησε εκκαθαρισμένη όταν το έτος 2006 ολοκληρώθηκαν όλες οι καταβολές υπέρ της πρωτοφειλέτριας προς την ... Τράπεζα και οι ίδιοι (διάδικοι) ως συνεγγυητές απηλλάγησαν από την εγγυητική τους ευθύνη προς την Τράπεζα. Πλην, όμως, όπως παραπάνω αποδείχθηκε, η εικοσαετής παραγραφή της αξίωσης του αντενάγοντος κατά του αντεναγομένου περί αναγωγής (ΑΚ 860) άρχισε από τις 14.2.1984, ημερομηνία που επιστράφηκαν οι εγγυητικές επιστολές στην αντεγγυήτρια, οπότε απηλλάγησαν πρωτοφειλέτρια και συνεγγυητές και όχι όπως διατείνεται ο εκκαλών, με την ολοκλήρωση όλων των καταβολών προς την Τράπεζα το έτος 2006, αφού η σύμβαση περί έκδοσης των εγγυητικών επιστολών και της αντεγγυήσης της Τράπεζας είναι αυτοτελής και δεν στηρίζεται στη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως ανωτέρω αναφέρεται, και δεν αποτέλεσε ‘κονδύλιο που εισήλθε στον εν λόγω αλληλόχρεο λογαριασμό.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμη η έφεση και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, καθόσον η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. (ΚΠολΔ 183, 179). Τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 495, να διαταχθεί, λόγω της ήττας, η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο (βλ. το από 3.4.2014 έγγραφο κατάθεσης παραβολών του Τμήματος Πολιτικών Ένδικων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ’ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμολία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβολών της έφεσης στο δημόσιο
ταμείο.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι στις 27 Ιουλίου 2017
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ