ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤρΕφΑθ 798/2014 Αδυναμία εκπληρώσεως χρηματιστηριακών συναλλαγών χρηματιστή με δήλωση προς τον Επόπτη - Ίδρυση συνεγγυητικού ν.π.ι.δ. - Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών - Ζημία

Αριθμός:
798
Έτος:
2014
Δικαστήριο:
Τόπος:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Σύνθεση:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
07/02/2014
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
4393
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Η απόφαση ση αφορά την αίτηση αποζημίωσης ενός επενδυτή για απώλειες που προέκυψαν από την αδυναμία μιας χρηματιστηριακής εταιρίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Ο ενάγων αμφισβητεί την απόφαση που αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης με βάση την αξία των μετοχών σε λανθασμένη ημερομηνία και την έλλειψη καταβολής τόκων υπερημερίας. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι εσφαλμένη και ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, βασιζόμενο σε λόγους όπως η έλλειψη έννομου συμφέροντος, η μη νομιμότητα των αιτημάτων και η έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης. Ο ενάγων, ασκώντας έφεση, αμφισβητεί την πρωτόδικη απόφαση με την ισχυρισμένη βάση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου. Επωφελέστερη η απόφαση του δευτεροπβάθμιου δικαστηρίου. ΕΞαφάνιση της πρωτόδικης.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός απόφασης
798/2014

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 16ο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Αναστασάκο, Πρόεδρο Εφετών, Αλέξανδρο Ζιάκα-Εισηγητή και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Βασιλική Ανδριοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΑΟΛΥΝΤΟΣ: ... του … και της …, κατοίκου … Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Λεβέντη.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Χρηματιστήριο Αθηνών ΑΕ» (Χ.Α.), (πρώην Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Πατρίκιο.
Ο ενάγων, και ήδη εκκαλών, με την από 28-12-2005 αγωγή του, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό .../2005, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 7279/2009 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 2-10-2012 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό .../2012.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡ ΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η έφεση κατά της 7279/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε, κατά την τακτική διαδικασία, την αγωγή του εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 511, 513, 517 ΚΠολΔ), Πρέπει, επομένως να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, δικάζοντας κατά την κατά την προαναφερόμενη διαδικασία (άρθρα 522,533 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 27 του ν. 3632/1928 «περί Χρηματιστηρίων αξιών» (ΦΕΚ Α1 137) όριζε τα εξής: «1. Εάν ο χρηματιστής περιέλθη εις αδυναμίαν 4 εκπληρώσεως των εκ χρηματιστηριακών συναλλαγών υποχρεώσεων αυτού, είτε προς εντολείς, είτε προς χρηματιστάς, υποχρεούται, ίνα ανυπερθέτως δηλώση τούτο εγγράφως προς τον Επόπτην του Χρηματιστηρίου επισυνάπτων εις την δήλωσιν αυτού κεχωρισμένως δί εκάστην μη εκτελεσθείσαν εκκαθάρισιν κεκυρωμένα υπ’ αυτού αντίγραφα του βιβλίου αγοραπωλουμένων τίτλων (γενικής μερίδος), ως και των βιβλίων μερίδων χρηματιστών και πελατών, και παύση πάσαν εν τω Χρηματιστηρίω συναλλαγήν. 2. Εάν ο χρηματιστής δεν υποβάλη τοιαύτην δήλωσιν, δικαιούται πας πιστωτής αυτού εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής, ίνα υποβάλη δήλωσιν προς τον Επόπτην. 3. Ο Επόπτης, λαβών δήλωσιν εκ των προμνημονευθεισών, αναγγέλλει τούτο αυθημερόν εις την Επιτροπήν του Χρηματιστηρίου και καλεί άνευ αναβολής... τους χρηματιστάς, οίτινες έχουσιν εκκρεμείς χρηματιστηριακάς συναλλαγάς μετά του εις αδυναμίαν περιελθντος, ίνα υποβάλωσι... προς την Επιτροπήν του Χρηματιστηρίου κεκυρωμένα υπ’ αυτών αντίγραφα των εν τοις βιβλίοις μερίδων χρηματιστών λογαριασμών του εις αδυναμίαν περιελθόντος. 4. Ετη τη βάσει των ως ανωτέρω υποβαλλομένων αντιγράφων η Επιτροπή συντάσσει αυθημερόν κατάστασιν των υπό του εις αδυναμίαν περιελθόντος αγοραπωληθέντων χρεογράφων, ... Εν τη καταστάσει ταύτη η Επιτροπή .... θέλει καθορίζει κατ' οικείαν και ανεξέλεγκτον κρίσιν α) τας αναγκαίας παραπομπάς προς συμψηφισμόν των εν τη καταστάσει εμφαινομένων αγορών και πωλήσεων χρεογράφων του αυτού είδους και β) τους χρηματιστάς των Οποίων τα πωληθέντα ή αγορασθέντα από τον εις αδυναμίαν περιελθόντα χρεόγραφα δεν συμψηφίζονται. 5. ... 6. Λυθείσης της κατά την τετάρτην παράγραφον συνεδριάσεως του Χρηματιστηρίου, η Επιτροπή, λαμβάνουσα υπ' όψιν τας γενομένας κατά την συνεδρίασιν ταύτην πράξεις, καθορίζει δι' αποφάσεως αυτής, τοιχοκολλωμένης προσήκοντος και κοινοποιούμενης εις τον Επόπτην, τας τιμάς εις ας θα χρεοπιστωθώ σι τόσον αι ανωτέρω παραπομπαί όσον και τα μη συμψηφιζόμενα χρεόγραφα, ... 7. ... 8. ... 9. Η Επιτροπή .... συντάσσει .... πίνακα των προς χρηματιστάς οφειλομένων υπολοίπων υπό τους εις αδυναμίαν περιελθόντος, αντίγραφον δε του πίνακος 17 τούτου διαβιβάζεται αμελλητί εις τον Επόπτην. 10. Αι μεταξύ του εις αδυναμίαν περιελθόντος και των εντολέων αυτού υφιστάμεναι εκ χρηματιστηριακών συναλλαγών εκκρεμείς δοσοληψίαι θεωρούνται κεκλεισμέναι επί τη βάσει των κατά την έκτην παράγραφον του παρόντος καθοριζόμενων υπό της Επιτροπής τιμών χρεοπιστώσεων, των εντολέων καθ' ων προέκυψε .... χρεωστικόν υπόλοιπον υποχρεουμένων να καταθέσωσι τούτο αμέσως άμα τη τοιχοκολλήσει των ανωτέρω τιμών παρά τω Ταμία της Επιτροπής του Χρηματιστηρίου εις επαύξησιν της κατά τας επομένας διατάξεις διανεμητέας υπέρ των πιστωτών του εις αδυναμίαν περιελθόντος εγγυήσεως. ... 11. Ο Επόπτης άμα τη λήψει του κατά την 9ην παράγραφον πίνακος καλεί δια τοιχοκολλήσεων εν τη αιθούση του Χρηματιστηρίου, ως ... και δημοσιεύσεως δια δύο εκ των εν Αθήναις εκδιδομένων ημερησίων εφημερίδων, τους χρηματιστάς και άλλους πιστωτάς, ως και τον εις αδυναμίαν περιελθόντα, ίνα κανονίσωσι συμβιβαστικός τας εκ των ως άνω υπολοίπων οφειλάς, ως και των ως άνω υπολοίπων οφειλάς, ως και πάσαν άλλην οφειλήν εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής. Επιτυγχανόμενου του συμβιβασμού υπογράφεται υπό του Επόπτου, του Προέδρου της Επιτροπής και πάντων των ενδιαφερομένων σχετικόν πρακτικόν αποτελούν δημόσιον εκτελεστόν έγγραφον. 12. Εάν δεν επιτευχθή συμβιβασμός εντός πενθημέρου από της εν τη προηγούμενη παραγράφω προσκλήσεως, ο ταμίας της Επιτροπής Χρηματιστηρίου παραλαμβάνει από την ....... Τράπεζαν της Ελλάδος τη εντολή του Επόπτου την παρ’ αυτή κατατεθειμένην εγγύησιν του εις αδυναμίαν περιελθόντος. ... 13. Συγχρόνως προς την κατά τα ανωτέρω ανάληψιν της εγγυήσεως του εις αδυναμίαν περιελθόντος ο Επόπτης ... δια τοιχοκολλήσεων εν ταις αιθούσαις του Χρηματιστηρίου και του γραφείου Κυβερνητικής Εποπτείας και δια δημοσιεύσεως εις δύο εκ των εν Αθήναις εκδιδομένων ημερησίων εφημερίδων, προσκαλεί τους έχοντας λαμβάνειν εκ χρηματιστηριακών συναλλαγών από τον εις αδυναμίαν περιελθόντα όπως, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα ημερών από της τελευταίας των ως άνω γνωστοποιήσεων, υποβάλωσιν εις το γραφείον Κυβερνητικής Εποπτείας του Χρηματιστηρίου μετά πάντων των οικείων δικαιολογητικών, εν πρωτοτύπω ή εν κεκυρωμένοις αντιγράφοις, δήλωσιν του προς αυτούς οφειλομένου συμφώνως προς τα ανωτέρω ποσού. Δηλώσεις μη συνοδευόμεναι υπό πλήρων δικαιολογητικών δεν λαμβάνονται υπ' όψιν ειμή μόνον καθ' ο τμήμα αυτών αποδεικνύονται εκ των εις αυτάς επισυνημμένων δικαιολογητικών. 14. Μετά την πάροδον της ανωτέρω δεκαημέρου προθεσμίας ο Επόπτης μετά της Επιτροπής του Χρηματιστηρίου εξελέγχουσι τας υποβληθείσας δηλώσεις και καταρτίζουσι κατ' οικείαν και ανεύθυνον κρίσιν πίνακα των δικαιούμενων να μετάσχωσι της διανομής του προϊόντος της εγγυήσεως, αναγράφοντες άμα εν τω πίνακι τούτω το εις έκαστον των νομίμως δηλωσάντων αναλογούν ποσόν, όπερ εξευρίσκουσι δι' αναλογικής κατανομής αυτού μεταξύ των νομίμως δηλωσάντων κατά την κρίσιν αυτών, αφού αφαιρεθώσιν εκ του ποσού τούτου τα έξοδα της παρούσης διαδικασίας και το οφειλόμενον ποσόν υπό του περιελθόντος εις αδυναμίαν δια φόρους χρηματιστηριακών συμβάσεων. Αι περί καταρτισμού του πίνακος καθ' έκαστον αποφάσεις λαμβάνονται υπό τεσσάρων τουλάχιστον μελών της Επιτροπής συμφωνούντος του Επόπτου. Πάσα διαφωνία μεταξύ του Επόπτου και Επιτροπής λύεται υπό του Χρηματιστηριακού Δικαστηρίου. 15. Ο πίναξ ούτος υπογραφόμενος υπό του Επόπτου και της Επιτροπής τοιχοκολλάται αμελλητί εν ταις αιθούσαις του Χρηματιστηρίου και του γραφείου Κυβερνητικής Εποπτείας, εις ουδέν υπόκειται ένδικον μέσον ή ανακοπήν, και εκτελείται υπό του Ταμίου της Επιτροπής του Χρηματιστηρίου αμέσως άμα τη τοιχοκολλήσει αυτού απαγορευόμενης ρητώς πάσης αναστολής της εκτελέσεώς του. Ο ταμίας, διανέμων κατά τ' ανωτέρω εις τους δικαιούχους το προϊόν της εγγυήσεως ως ήθηκβ και παν έτερον παρ' αυτώ κατατεθείμένον ποσόν υπέρ των εκ χρηματιστηριακών συναλλαγών πιστωτών, ουδεμίαν υπέχει ευθύνην ουδέ εξ επιβληθεισών τυχόν εις χείρας του κατασχέσεων, θεωρουμένων ακύρων αυτοδικαίως. Ο εις αδυναμίαν περιελθών είναι υπεύθυνος έναντι των πιστωτών αυτού δια παν έλλειμμα εκ της κατά το παρόν εκκαθαρίσεως και διανομής. 16. ...». Η προβλεπομένη υπό της ανωτέρω παρατεθείσας διάταξης της παρ. 12 του άρθρου 27 του ν. 3632/1928 εγγύηση, που κατατίθετο από τους χρηματιστές στην … Τράπεζα, καταργήθηκε με το ν.δ. 3078/1954 (ΦΕΚ Α’ 245). Ειδικότερα, με το νομοθετικό αυτό διάταγμα, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με την παρ. 1 του άρθρου 77 του ν. 2533/1997 (ΦΕΚ Α’ 228/11.11.1997), ορίσθηκαν στο άρθρο 9 ότι - «1. Επί σκοπώ διασφαλίσεως των χρηματιστηριακών συναλλαγών συνιστάται δια του παρόντος ίδιον νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου εδρεύον εν Αθήναις, υπό την επωνυμίαν «Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών», ονομαζόμενον περιληπτικώς «Συνεγγυητικόν». 2. Μέλη του Συνεγγυητικού είναι υποχρεωτικώς άπαντες οι εν ενεργεία χρηματισταί. 3. Προς σχηματισμόν του Συνεγγυητικού έκαστος των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος χρηματιστών οφείλει εντός μηνός από της σχετικής προσκλήσεως του Γενικού Κυβερνητικού Επόπτου του Χρηματιστηρίου να καταθέση επ' ονόματί του εις το Ταμείον του Συνεγγυητικού και άνευ οιουδήποτε όρου,... εισφοράν ... 4.0 από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος και εφεξής διοριζόμενος χρηματιστής υποχρεούται, προ πάσης ενάρξεως ασκήσεως του λειτουργήματος του, όπως καταθέση εις το Ταμείον του Συνεγγυητικού την εν παραγράφω 3 εισφοράν προσηυξημένην κατά το ποσόν το οποίον απαιτείται δια την εξίσωσιν της μερίδος του προς την ατομικήν μερίδα εκάστου των εν ενεργεία χρηματιστών, ...», στο άρθρο 17 παρ. 1 ότι «Εν περιπτώσει αδυναμίας χρηματιστού προς εκπλήρωσιν των εκ χρηματιστηριακών συναλλαγών υποχρεώσεών του εφ' όσον το κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 27 του Ν. 3632/1928 και 20 παρ. 2 του παρόντος αναληφθέν υπό του Ταμίου της Επιτροπής του Χρηματιστηρίου και διανεμηθέν εις τους εν τω καταρτισθέντι κατά νόμον πίνακι πιστωτάς ισόποσον της ατομικής μερίδος του εις αδυναμίαν περιελθόντος δεν επήρκεσε προς πλήρη ικανοποίησιν αυτών, ο Ταμίας τής Επιτροπής αναλαμβάνει, τη εντολή του Γενικού Κυβερνητικού Επόπτου, εκ του Συνεγγυητικού και διανέμει εις τους πιστωτάς του εις αδυναμίαν περιελθόντος, το αναγκαιούν επί πλέον ποσόν και το πολύ μέχρι ποσοστού 20% της υπολειφθείσης καθαράς περιουσίας του Συνεγγυητικού» και στο άρθρο 20 παρ. 1 ότι «Από της κατά το άρθρον 9 παρ. 3 του παρόντος καταθέσεως εισφοράς εις το Συνεγγυητικόν καταργείται η από της κείμενης νομοθεσίας προβλεπομένη υποχρέωσις του χρηματιστού προς κατάθεσιν εγγυήσεως παρά τη.......Τραπέζη». Ενόψει του ότι με τον προαναφερθέντα ν. 2533/1997 αναδιαρθρώθηκε το «Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών», μετονομασθέν σε «Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών», και ρυθμίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την καταβολή από το Κεφάλαιο αυτό αποζημιώσεων σε περίπτωση αδυναμίας εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των υπηρεσιών αυτών, (βλ. Μέρος Δ’, άρθρα 61-78 ν. 2533/1997) και καταργήθηκαν οι παράγραφοι 1-20 του άρθρου 27 του ν. 3632/1928 (βλ. άρθρο 105 παρ. 1 ν. 2533/1997), ορίσθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ Α’ 238) ότι «Εκκρεμείς, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 228 Α’), διαδικασίες αποζημίωσης επενδυτών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 του ν. 3632/1928, ολοκληρώνονται και οι σχετικές αποζημιώσεις καταβάλλονται στους δικαιούχους κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του παραπάνω άρθρου και των άρθρων 9 έως 21 του ν.δ. 3078/1954, όπως αυτά ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους από το ν. 2533/1997, εφόσον ο επόπτης είχε προβεί μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2533/1997 στις προβλεπόμενες από την παράγραφο 11 του άρθρου 27 του ν. 3632/1928 προσκλήσεις και δημοσιεύσεις». Στη συνέχεια, ενόψει του ότι με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2651/1998 (ΦΕΚ Α’ 248) προστέθηκε στο ν. 1806/1988 (ΦΕΚ Α’ 207) άρθρο 4α, με το οποίο θεσπίσθηκε ειδική διαδικασία για την εκκαθάριση των απαιτήσεων κατά ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ορίσθηκε με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 12 του ν. 2651/1998 ότι«... Διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία αποζημίωσης επενδυτών και την καταβολή αποζημιώσεων στις περιπτώσεις που ο Επόπτης είχε προβεί μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2533/1997 στις προβλεπόμενες από την παρ. 11 του άρθρου 27 του ν. 3632/1928 προσκλήσεις και δημοσιεύσεις εξακολουθούν να ισχύουν». Εξάλλου, με το ν. 2324/1995 (Α’ 146) ορίσθηκε στο άρθρο 1 ότι «Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών» μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε» (και ήδη φέρουσα την επωνυμία «Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε» βλ. την Κ2 - 10999/2002 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 9024/30.8.2002, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «1. Σκοπός του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. είναι η οργάνωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, οι οποίες καταρτίζονται σε χρηματιστήρια αξιών, καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών υπό τη σημερινή νομική του μορφή. 2. Μοναδικός μέτοχος τόυ Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. θα είναι το Ελληνικό Δημόσιο». Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, αντικαταστάθηκαν οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 12 του ν. 1806/1988 ως εξής: "1. Το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό συμβούλιο, που διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας. 2. Τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας μεταξύ προσώπων, που έχουν ειδική πείρα και κύρος. Ένα από αυτά ορίζεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας ως Πρόεδρος του Χρηματιστηρίου Αξιών Α.Ε., για το διορισμό του οποίου εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 3, 4 και 5 του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής". Τέλος, με την παρ. 4 του άρθρου τούτου αντικαταστάθηκαν τα εδάφια 1 και 2 της πρώτης παραγράφου του άρθρου 13 του ν. 1806/1988 ως εξής: "Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. είναι ο διοριζόμενος από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας Πρόεδρος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.ΕΛ Και με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 14 του ν. 1806/1988 ως εξής : 1.... 2. Ο Πρόεδρος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε., εκτός των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού, έχει και εκείνες τις αρμοδιότητες του κυβερνητικού επόπτη, που του ανατίθενται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς”. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), το οποίο συστάθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, μετατράπηκε με νόμο σε ανώνυμη εταιρεία, με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο και έχει πλέον κατά βάση το χαρακτήρα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου. Ως προς ορισμένες αρμοδιότητες του, όμως, που αναφέρονται στην εποπτεία των συναλλαγών επί των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο κινητών αξιών, για την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και της προστασίας των επενδυτών, το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ασκεί δημόσια εξουσία. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών το ΧΑΑ ενεργεί ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και οι εκδιδόμενες σχετικώς πράξεις αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις (βλ. ΣτΕ 2608/2009, 1360/2007, 3985/2004 3131/2003, 3853/2002).Τέτοια αρμοδιότητα, όμως, δεν είναι εκείνη που αφορά στην κατάρτιση του προβλεπομένου από τις παρ. 14 και 15 του άρθρου 27 του ν. 3632/1928 πίνακα μετά από έλεγχο των απαιτήσεων, που υποβάλουν προς 1 εξόφληση οι πιστωτές χρηματιστή, ο οποίος περιήλθε σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από χρηματιστηριακές συναλλαγές (ΣτΕ 2608/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 28-12-2005 αγωγή του, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 12-9-1997 ανεστάλη, λόγω οικονομικών ατασθαλιών, η λειτουργία της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία «… Α.Χ.Ε». Με την …/12-12-1997 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της πιο πάνω εταιρίας. Στη συνέχεια, τέθηκε σε εφαρμογή η διαδικασία του άρθρου 27 του ν. 3632/1928 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του ν.δ/τος 3078/1954, για την εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών της και την αποζημίωση των επενδυτών της, λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων προς τους εντολείς-πελάτες της. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ορίστηκε ως επόπτης εκκαθάρισης ο δικηγόρος ... και με την 41/99 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορίστηκε ως εκκαθαριστής ο ορκωτός ελεγκτής .... Η ειδική εκκαθάριση της περιουσίας της πιο πάνω εταιρίας και η όλη διαδικασία για την καταβολή αποζημιώσεων διεξήχθη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 ν. 2648/1998 από την εναγόμενη και ολοκληρώθηκε υπό την ισχύ του ν. 3632/1928 και του ν.δ/τος 3078/1954. Στις 11-11-1997 έλαβε χώρα η τελευταία δημοσίευση, σύμφωνα με την παρ. 13 του ίδιου άρθρου 27 του ν. 3632/1928, με την οποία κλήθηκαν οι ζημιωθέντες επενδυτές να υποβάλλουν εντός δεκαημέρου προθεσμίας τις απαιτήσεις τους. Ο ενάγων υπέβαλε στις 21-11-1997 εμπροθέσμως στη Διεύθυνση Εποπτείας του Χ.Α.Α. την από 20-11-1997 αίτηση του προς αποζημίωση, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας παραθέτει στην αγωγή. Με την αίτηση αυτή ζητούσε να του αποδοθούν οι αναφερόμενες σε αυτήν μετοχές (ή το ισόποσο αυτών σε χρήμα) και δη 15.950 προνομιούχες μετοχές και 3.000 κοινές μετοχές της εταιρίας «…», 10.570 μετοχές της εταιρίας «...», 1.600 προνομιούχες μετοχές της εταιρίας «…» και πιστωτικό υπόλοιπο, το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ανερχόταν σε 73.148.809 δρχ., συνυποβάλλοντας προς απόδειξη των απαιτήσεών του τα σχετικά στοιχεία. Το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης με την 272/6-10- 2000 απόφαση του αποφάσισε την καταβολή αποζημιώσεων, σύμφωνα με τον περιεχόμενο σ' αυτή πίνακα, από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο στους επενδυτές της πιο πάνω εταιρίας, η οποία είχε περιέλθει σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της από χρηματιστηριακές συναλλαγές. Με βάση τον πίνακα αυτόν ο ενάγων, που περιλήφθηκε σ' αυτόν, δικαιούνταν αποζημίωση συνολικού ύψους 28.063.828 δραχμών, το οποίο εισέπραξε επιφυλασσόμενος κάθε νόμιμου δικαιώματος του. Συγκεκριμένα, αποζημιώθηκε για 1.000 κοινές μετοχές της εταιρίας «…» X 373 δρχ. = 373.000 δρχ, για 8.570 μετοχές της εταιρίας «... ΑΕ» X 2.175 = 18.636.750 και για 1.500 προνομιούχες μετοχές της εταιρίας «…» X 2285 = 3.427.500 δρχ. καθώς και για χρηματικό υπόλοιπο 5.623.578 δραχμών. Με την πιο πάνω απόφαση του διοικητικού, συμβουλίου της εναγομένης απορρίφθηκε για τους εκεί αναφερόμενους λόγους το αίτημα του ενάγοντος για πρόσθετη αποζημίωση και συγκεκριμένα: α) για 15.950 προνομιούχες μετοχές της εταιρίας «…», β) για 2.000 κοινές μετοχές της ίδιας εταιρίας, γ) για 2.000 μετοχές της εταιρίας «… Α.Ε», δ) για 1.600 προνομιούχες μετοχές της εταιρίας «…», ε) για 310 κοινές και 520 προνομιούχες μετοχές της εταιρίας «…», καθώς και το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης για χρηματικά υπόλοιπα ύψους δρχ. 67.525.231 (73.148.809 δρχ αιτούμενο ποσό - 5.623.578 αποδοθέν δραχμικό υπόλοιπο)
Στη συνέχεια, ο ενάγων εκθέτει ότι η εναγόμενη κακώς δεν του κατέβαλε αποζημίωση με βάση την τιμή της μετοχής την 23-10-1997, ενώ θα έπρεπε να υπολογιστεί με βάση την 6-10-2000, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, η καταβληθείσα αποζημίωση θα έπρεπε να καταβληθεί εντόκως από την 17-12-1997, οπότε κατέστη υπερήμερος η πιο άνω εταιρία … ΑΧΕ, άλλως από 22-11-1997, επομένη της ημέρας, κατά την οποία υπέβαλε την αίτηση του προς τη Διεύθυνση Εποπτείας της εναγομένης, είτε από 30-12-2000, επομένη της ημέρας κατάθεσης εκ μέρους του στο Συμβούλιο της Επικράτειας αίτηση ακύρωσης της πιο πάνω απόφασης. Τέλος, εκθέτει ότι η απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, στην οποία έχει ανατεθεί ο έλεγχος και η εποπτεία των μελών του χρηματιστηρίου ως προς την τήρηση των απορρεουσών από τη χρηματιστηριακή νομοθεσία υποχρεώσεων τους σε σχέση με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, είναι εσφαλμένη, αόριστη και αναιτιολόγητη με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Δοθέντος ότι οι αποφάσεις του ΔΣ της εναγομένης πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένες και ιδίως στην περίπτωση αποζημίωσης επενδυτών, σε βάρος των οποίων δεν επιτρέπεται να προκαλείται ζημία, ιδίως εξαιτίας των παραλείψεων, σφαλμάτων, κακών εκτιμήσεων του Δ.Σ., στο οποίο είχε ανατεθεί η εξουσία της νόμιμης εξέλεγξης των απαιτήσεων των επενδυτών και αιτήματος της αγωγής, I) να ακυρωθεί για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους η …/6-10-2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, κατά το μέρος, που με αυτήν απορρίφθηκε το περί αποζημίωσης αίτημα του ενάγοντος για τις μετοχές και τα χρηματικά υπόλοιπα, που προαναφέρθηκαν και εκθέτει στην αγωγή, II) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 54.600 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα 10.000 μετοχών (Π) της εταιρίας «...» X 5,46 ευρώ, όπως ήταν η τιμή στις 6-10-2000, III) να αναγνωριστεί, μετά την εν μέρει μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει ως αποζημίωση: α) το ποσό των 32.487 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα των 5.950 μετοχών (Π) της εταιρίας «...» X 5,46 ευρώ, όπως ήταν η τιμή στις 6-10-2000, β) άλλως το ποσό των 14.667,64 ευρώ, με το οποίο τον χρέωσε η «… ΑΧΕ» για την αγορά αυτών των 5.950 μετοχών, χωρίς τελικώς να προβεί σ' αυτήν, γ) το ποσό των 471.471 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα των 86.350 μετοχών (Π) της εταιρίας «...» X 5,46 ευρώ, όπως ήταν η τιμή στις 6-10-2000, τις οποίες είχε αγοράσει η εναγόμενη για λογαριασμό του, χωρίς, όμως, εντολή του, τις οποίες αγνοούσε και για τις οποίες, συνεπώς, δε ζήτησε αποζημίωση με την από 20-11-1997 αίτηση του, δ) το ποσό των 10.920 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα 2.000 μετοχών (Κ) της εταιρίας X 5,46 ευρώ, όπως η τιμή ήταν στις 6-10-2000, ε) άλλως το ποσό των 2.242,11 ευρώ, με το οποίο το χρέωσε η «… ΑΧΕ» για την αγορά αυτών των μετοχών, χωρίς τελικώς να προβεί σε αυτήν, στ) το ποσό των 267.813 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα 49.050 μετοχών (Κ) της εταιρίας «...» X 5,46 ευρώ, όπως η τιμή ήταν στις 6-10-2000, τις οποίες είχε αγοράσει η εναγόμενη λογαριασμό του, χωρίς την εντολή και τη γνώση του και για τις οποίες, συνεπώς, δε ζήτησε αποζημίωση με την από 20-11-1997 αίτηση του, ζ) το ποσό των 17.200 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα 2.000 μετοχών της εταιρίας «...» X 8,60 ευρώ, όπως η τιμή ήταν στις 6-10-2000, η) άλλως το ποσό των 12.325,75 ευρώ, με το οποίο τον χρέωσε η «… ΑΧΕ» για την αγορά αυτών των μετοχών, χωρίς τελικώς να προβεί σε αυτήν, θ) το ποσό των 216.204 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα 25.140 μετοχών της εταιρίας «...» X 8,60 ευρώ, όπως η τιμή ήταν στις 6-10-2000, τις οποίες είχε αγοράσει η εναγόμενη για λογαριασμό του, χωρίς εντολή του, τις οποίες αγνοούσε και για τις οποίες, συνεπώς, δεν ζήτησε αποζημίωση με την από 20-11-1997 αίτηση του και ι) το ποσό των 27.314,31 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης, που έλαβε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και αυτής, που θα λάμβανε, αν η αξία των μετοχών, που αποζημιώθηκαν, είχε καθορισθεί με βάση την τιμή τους στις 6-10-2000 και όχι στις 23-10-1997. Ζητεί, επίσης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει το ποσό των 39.316,35 ευρώ (13.396.945 δρχ), το οποίο μεταφέρθηκε στην «... ΑΧΕ» από άλλες ΑΧΕ, καθώς και συνολικό ποσό ύψους (5.867,37 + 168.246,51 + 15.260,46)= 189.374,34 ευρώ, ως χρηματικό υπόλοιπο στο χρηματιστηριακό λογαριασμό του, που τηρούσε η εταιρία «... ΑΧΕ». Ζητεί, τέλος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τόκους υπερημερίας για όλα τα ανωτέρω ποσά από 17-12-1997, ημερομηνία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της «... ΑΧΕ», άλλως από 22-11-1997, επομένη της ημέρας, κατά την οποία υπέβαλε την αίτηση του προς τη Διεύθυνση Εποπτείας της εναγόμενης, είτε από 30-12-2000, επομένη της ημέρας κατάθεσης εκ μέρους του στο Συμβούλιο της Επικράτειας της με αριθμό κατάθεσης .../29-12-2000 αίτησης ακύρωσης της με αριθμό …/6-10-2000 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή α) κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωση της πιο πάνω απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία εγκρίθηκε ο συνταχθείς, κατ' άρθρο 27 ν. 3632/1928, πίνακας διανομής, ως απαράδεκτη ελλείψει έννομου συμφέροντος, διότι, ο πίνακας αυτός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 15 ν. 3632/1928, δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο, β) κατά το μέρος, που ζητείται η ακύρωση της ποιο πάνω απόφασης, με την οποία υπολογίστηκε η αξία των αποζημιούμενων μετοχών με την τιμή αυτών κατά το κλείσιμο της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου της 23-10-1997 και δεν επιδικάστηκαν τόκοι επί του ποσού της απαίτησης που αποζημιώθηκε, ως μη νόμιμη και γ) κατά το μέρος, που ζητείται αποζημίωση του ενάγοντος, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης, διότι εγγυητική ευθύνη για τις υποχρεώσεις του χρηματιστή, που περιήλθε σε αδυναμία, προς τους εντολείς του, μετά την αποτυχία επίτευξης συμβιβασμού, φέρει το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται τώρα ο εκκαλών και ζητεί, για τους λόγους που αναφέρονται στην έφεσή του, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολο της. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημά της, η αγωγή αυτή με την οποία εισάγεται προς διάγνωση αξίωση από τη διαδικασία εξέλεγξης των απαιτήσεων του ενάγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 του ν.δ/τος 3078/1954 και 27 του ν. 3632/1928, εφαρμοζόμενες εν προκειμένω κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του ν.2648/1998, είναι αόριστη. Τούτο διότι, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, δεν περιέχονται σ' αυτή με σαφή και ορισμένο τρόπο τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά (άρθρ. 118 και 216 ΚΠολΔ) που τη θεμελιώνουν στο νόμο, για να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί, αλλά και το δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς. Ειδικότερα, δεν προκύπτει με σαφήνεια από το δικόγραφο της αγωγής η έννομη σχέση στην οποία εδράζεται η ευθύνη της εναγόμενης, δηλαδή αν πρόκειται περί δικαιοπρακτικής ευθύνης ή αν πρόκειται για αδικοπρακτική ευθύνη. Κατά το μέρος δε που επιχειρείται η θεμελίωση της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρ. 914 επ. ΑΚ ) ανεπαρκώς εκτίθεται σ' αυτή διάφορες διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας με την αναφορά περί εσφαλμένης εφαρμογής και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της απόφασης της εναγόμενης, εξαιτίας παραλείψεων, σφαλμάτων και κακών εκτιμήσεων των οργάνων αυτής, παραλείπεται, όμως, σ' αυτή εντελώς κάθε έκθεση του περιεχομένου των πράξεων και παραλείψεων των οργάνων της εναγομένης, των περιστατικών εκείνων που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτών και τέλος των γεγονότων εκείνων που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, εκτιμώντας το περιεχόμενο της αγωγής, έκρινε την αγωγή, κατά τα παραπάνω, ως απαράδεκτη ελλείψει έννομου συμφέροντος, ως μη νόμιμη και ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Η κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την εκκαλούμενη απόφαση δεν είναι ορθή και δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση της αιτιολογίας της με την παρούσα (534 ΚΠολΔ), αφού η ) προκειμένη απόφαση είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση (άρθρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) από το δικαστήριο τούτο και αφού δικάσει αυτήν να την απορρίψει ως αόριστη στο σύνολο της, χωρίς να καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος (αρθρ. 536 Κ.Πολ.Δ.), αφού η αγωγής που πρωτοδίκως απορρίφθηκε όπως παραπάνω αναφέρεται απορρίπτεται ήδη ως αόριστη εξ ολοκλήρου (Σ. Σαμουήλ η έφεση εκδ. 2009 παρ.854-856). Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, γιατί η ερμηνεία των παραπάνω νομικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.
Εξαφανίζει την 7279/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει επί της αγωγής.
Απορρίπτει την αγωγή.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουάριου 2014 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι στις 7 Φεβρουάριου 2014.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα