Απόφαση

Αριθμός 138/2021
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την εξής σύνθεση: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Αναπληρώτρια Πρόεδρος, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος, Τ. Κόμβου, Κ. Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλοι, Χ. Κομνηνός, Χρ. Νέγρης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Κατσιώνη.
Για να δικάσει την από 18 Ιανουαρίου 2017 αίτηση:
του ... του …, κατοίκου … (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αθανάσιο Χουλιάρα (Α.Μ. 34325), που νομιμοποιήθηκε με τη συνυπογραφή του δικογράφου από τον αιτούντα.
κατά του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) και ήδη Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγίου Κωνσταντίνου 8), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Βαΐα Λάμπρου (Α.Μ. 17947), που τη διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 78/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χρ. Νέγρη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου Φορέα, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα παραβόλου …, …/2017).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 78/2016 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 377/2013 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της .../ 26.9.2011 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του Τοπικού Υποκαταστήματος Ξάνθης του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.), απορριπτικής ένστασης του ίδιου κατά της .../18.3.2011 απόφασης του Διευθυντή του πιο πάνω Υποκαταστήματος, με την οποία είχαν ακυρωθεί 107 ημερομίσθια του αναιρεσείοντος, ως μη ανταποκρινόμενα σε πραγματική απασχόλησή του κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο 1977 έως Σεπτέμβριο 1977.
3. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 παρ. 1 και 53 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85), εφόσον από την 1η.1.2017 το καθ’ ου η αίτηση Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εντάχθηκε στον «Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), ως αναιρεσίβλητος στην παρούσα δίκη πρέπει να θεωρηθεί ο Ε.Φ.Κ.Α. (Σ.τ.Ε. 2684/2019), ο οποίος νομίμως παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.
4. Επειδή, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, ακολούθως, η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12. 2016) -η ισχύς του οποίου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως- αν πρόκειται για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας και αφορά θεμελίωση δικαιώματος σε σύνταξη, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλει η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989. Στην περίπτωση αυτή, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. 1000/2020, 119/2019, 1563/2018, 3146/2017 κ.ά.). Εξάλλου, νομολογία «ανωτάτου δικαστηρίου”, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, αποτελεί και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία διάταξης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) ή προσαρτημένου σε αυτήν Πρωτοκόλλου (Σ.τ.Ε. 160/2020, βλ. Σ.τ.Ε. 2115/2019, 569/2019, 2568/2018 επταμ., 951/2018 επταμ., 167-169/2017 επταμ.). Περαιτέρω, όταν με την αίτηση αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικάσαν δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει ουσιώδη ισχυρισμό που προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιόν του, το ζήτημα που άγεται προς εξέταση ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου ταυτίζεται με το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τον προβληθέντα ενώπιόν του ισχυρισμό, διότι η παράλειψη του δικαστηρίου να διαλάβει στην απόφασή του κρίση επί τέτοιου ισχυρισμού ισοδυναμεί με σιωπηρή κρίση ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη ουσιώδης ως νόμω αβάσιμος. Επομένως, αν ο αναιρεσείων προβάλει τον λόγο αναιρέσεως ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένο ουσιώδη ισχυρισμό του που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 56 παρ. 1 περίπτ. γ του π.δ.18/1989), πρέπει για την άρση του κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον λόγο αυτό να προβάλει με το εισαγωγικό δικόγραφο ότι για το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα το οποίο αφορά ο ισχυρισμός αυτός και άρα για το τιθέμενο με το λόγο αναιρέσεως νομικό ζήτημα του ουσιώδους χαρακτήρα του είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε η μη λήψη υπόψη και μη απάντηση στον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό έρχεται σε αντίθεση με συγκεκριμένες αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων σε ό,τι αφορά το ίδιο νομικό ζήτημα που επέλυσαν οι αποφάσεις αυτές για να κρίνουν το ουσιώδες του ίδιου ισχυρισμού (Σ.τ.Ε. 1208/2019).
5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 30.1.2017, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 (την 1η.1.2011, κατ’ άρθρο 70 του νόμου αυτού), διέπεται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του πιο πάνω νόμου. Με την αίτηση δε αυτήν άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά η οποία δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο, διότι αφορά την υπαγωγή του αναιρεσείοντος στην ασφάλιση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (Σ.τ.Ε. 2684/2019). Συνεπώς, για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως απαιτείται η προβολή ισχυρισμού περί αντίθεσης προς τη νομολογία ή περί ανυπαρξίας νομολογίας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις προπαρατεθείσες διατάξεις.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, με την .../18.3.2011 απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ξάνθης ακυρώθηκαν 107 ημερομίσθια του αναιρεσείοντος, που φέρονταν ότι είχε πραγματοποιήσει κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 1977 έως και Σεπτέμβριο 1977, απασχολούμενος στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Αφοί ... ΑΒΕΕ”, με την αιτιολογία ότι «στο ... Δ.Α.Τ.Ε. [Δελτίο Ασφαλιστικής Ταυτότητας και Εισφορών] του εν λόγω ασφαλισμένου υπάρχει ανακολουθία στην επικόλληση των ενσήμων, δεδομένου ότι μετά τα ένσημα του 12/2001 έχουν επικολληθεί ένσημα χρονικής περιόδου 1.1977-9.1977 και (…) η επιχείρηση “Αφοι ... ΑΒΕΕ” (…), στην οποία ο παραπάνω ασφαλισμένος φέρεται εργαζόμενος από 1.1977, απεγράφη στο Μητρώο Εργοδοτών του ΙΚΑ και απασχόλησε προσωπικό από 22.9.1977, συνεπώς τα επικολλημένα ένσημα δεν προέρχονται από νόμιμη αγορά». Η απόφαση για την ακύρωση των ενσήμων εκδόθηκε ύστερα από έλεγχο που διενήργησε το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. κατόπιν σχετικής αναφοράς από το (ενταχθέν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) Ταμείο Σύνταξης και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.), λόγω προφορικής καταγγελίας περί μη πραγματικής απασχόλησης του αναιρεσείοντος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, προκειμένου το Ταμείο αυτό να κρίνει επί αιτήματος του αναιρεσείοντος για απονομή σύνταξης. Κατά της ως άνω .../18.3.2011 απόφασης του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ξάνθης ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον της οικείας Τ.Δ.Ε. ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την .../26.9.2011 απόφαση της Επιτροπής αυτής, με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή «δεν πείσθηκε για το πραγματικό της απασχόλησής του που απεικονίζεται από τα επικολληθέντα ένσημα χρονικής περιόδου 1.1977 – 9.1977 στην επιχείρηση ΑΦΟΙ ... ΑΒΕΕ». Κατά της τελευταίας απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την 377/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με το δικόγραφο της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, ο αναιρεσείων προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένως και με πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού έγινε δεκτό από το διοικητικό πρωτοδικείο ότι ο ίδιος δεν απασχολήθηκε στην ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία, ενώ αντίθετα, κατά τον αναιρεσείοντα, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στο δικόγραφο της έφεσης, αποδείχθηκε ότι πράγματι αυτός είχε παράσχει εξαρτημένη εργασία κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, η δε απορριπτική της ένστασής του απόφαση της Τ.Δ.Ε. ήταν πλημμελώς αιτιολογημένη. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε με την 78/2016 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής ως αβάσιμη. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή το δικάσαν δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη ότι: α) η εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία απεγράφη στο Μητρώο Εργοδοτών του Ι.Κ.Α. σε χρόνο μεταγενέστερο των ακυρωθέντων 107 ημερομισθίων (Ιανουάριο 1977 έως Σεπτέμβριο 1977), δηλαδή στις 22.9.1979, β) το γεγονός ότι η ανώνυμη αυτή εταιρεία είχε συσταθεί από συγχώνευση δύο ομόρρυθμων εταιρειών στις 24.11.1975 δεν σήμαινε και την ταυτόχρονη έναρξη άσκησης της δραστηριότητάς της, γ) ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η ανώνυμη εταιρεία αγόραζε ένσημα με τον αριθμό Μητρώου της προσωπικής εταιρείας (ομόρρυθμης) δεν ήταν βάσιμος, εφόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο η ομόρρυθμη εταιρεία δεν υφίστατο, δ) ναι μεν μόνη η χρονική ανακολουθία των επικολληθέντων ενσήμων δεν αρκούσε για να αποδειχθεί η εικονικότητα της απασχόλησης του αναιρεσείοντος, ωστόσο, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προέκυπτε ότι η προμήθεια των ένδικων ενσήμων είχε γίνει εμπροθέσμως και νομίμως και ότι απλώς επικολλήθηκαν αργότερα, αφού ο μάρτυρας ... (πρώην Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας) δεν επεξήγησε τον τρόπο αγοράς και τον λόγο της καθυστερημένης επικόλλησης αυτών, και ε) ο αναιρεσείων απεγράφη ως μισθωτός στις 24.11.1980, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του έτους 1977 που αφορούν τα ένδικα ένσημα, έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν απασχολήθηκε στην ανώνυμη εταιρεία «Αφοί ... ΑΒΕΕ» κατά τους μήνες Ιανουάριο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του έτους 1977, όπως ορθώς είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
7. Επειδή, με το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατά παράβαση νόμου και με εσφαλμένη ερμηνεία απέρριψε σιωπηρώς τον προβληθέντα, με το από 14.10.2015 δικόγραφο προσθέτων λόγων (που επιδόθηκε νομίμως στο αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../22.10.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης ...), λόγο έφεσης, κατά τον οποίο μη νομίμως με την .../18.3.2011 απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ξάνθης, περί ακύρωσης των ένδικων ενσήμων, ανακλήθηκε κατ’ ουσίαν η …/15.3.2010 απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού (Αθηνών) Υποκαταστήματος Ασφαλισμένων του Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο., με την οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση αναιρέσεως, είχε χορηγηθεί προσωρινά στον αναιρεσείοντα σύνταξη γήρατος, κατόπιν της .../ 4.3.2010 αίτησης συνταξιοδότησής του, με τον συνυπολογισμό των επίμαχων 107 ημερομισθίων, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάκλησης - αναθεώρησης των συνταξιοδοτικών αποφάσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 861/1979, το οποίο εφαρμόζεται και για τις αποφάσεις του Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.. Προβάλλεται δε περαιτέρω ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α΄ του α.ν. 1846/1951 και των Κανονισμών Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του Ι.Κ.Α. και Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. κρίθηκε ότι το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. διατηρεί ευχέρεια ελέγχου και αμφισβήτησης των, επ’ ωφελεία του ασφαλισμένου, εγγραφών ημερών εργασίας οποτεδήποτε, ακόμη και κατά τον χρόνο που κρίνεται το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, διότι, εν προκειμένω, οι διατάξεις αυτές δεν ετύγχαναν εφαρμογής (αλλά αντίθετα αυτές του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 861/1979), καθώς δεν επρόκειτο για αρχικό έλεγχο των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, αλλά για επανέλεγχο μετά την έκδοση της απόφασης απονομής σύνταξης (έστω και προσωρινής). Προς άρση του απαραδέκτου του λόγου αυτού αναιρέσεως προβάλλεται ότι επί του τιθέμενου νομικού ζητήματος της ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 861/1979 σε περίπτωση ανάκλησης απόφασης απονομής σύνταξης, έστω προσωρινής, ασφαλισμένου στο πρώην Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο. δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, άλλως υπάρχει αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που έχουν κρίνει επί ανάκλησης συνταξιοδοτικών αποφάσεων ασφαλισμένων άλλων ασφαλιστικών ταμείων, αλλά και προς την 523/2013 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής. Ο ισχυρισμός αυτός περί έλλειψης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι βάσιμος, διότι δεν υπάρχει πράγματι νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον πιο πάνω προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως και είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, δηλαδή ως προς το νομικό ζήτημα εάν μετά την έκδοση πράξης απονομής προσωρινής σύνταξης υπέρ ασφαλισμένου στο πρώην Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο. μπορεί να χωρήσει έλεγχος από τα αρμόδια ασφαλιστικά όργανα, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του Ι.Κ.Α., ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, μεταξύ των οποίων και ο πραγματοποιηθείς χρόνος ασφάλισης, και να εκδοθεί κατόπιν του ελέγχου αυτού πράξη ακύρωσης επικολληθέντων ενσήμων και διακοπής για τον λόγο αυτό της χορηγηθείσας προσωρινής σύνταξης ή εάν ο έλεγχος αυτός μπορεί να λάβει χώρα μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 861/1979. Αντίθετα, ο συναφής ισχυρισμός περί αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (Σ.τ.Ε. 3808/2013, 1547/2011 και 354/2004 ως προς το Τ.Σ.Α.Υ., 1970/2008 και 3320/2008 ως προς το Τ.Ε.Α.Δ.Υ., 3415/2006 ως προς το Τ.Π.Δ.Υ., 365/2005 ως προς το Τ.Σ.Α., 1610 και 1611/1999 επταμ. ως προς το Τ.Α.Υ.Τ.Υ. και 669/2000 ως προς τους εν γένει Οργανισμούς Κοινωνικών Ασφαλίσεων Αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνική Ασφάλισης) καθώς και προς την 523/2013 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με τις αποφάσεις αυτές δεν επιλύθηκε το ως άνω τιθέμενο εν προκειμένω νομικό ζήτημα υπό τα αυτά ή ουσιωδώς όμοια πραγματικά περιστατικά. Συνεπώς, η αίτηση αυτή, η οποία ασκείται παραδεκτώς και κατά τα λοιπά, είναι εξεταστέα περαιτέρω ως προς το βάσιμο του προβαλλόμενου αυτού λόγου αναιρέσεως.
8. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 861/1979 (Α΄ 2), όπως τροποποιήθηκε με την προσθήκη τρίτου εδαφίου με το άρθρο 13 του ν. 984/1979 (Α΄ 244) και την αντικατάσταση του εδαφίου αυτού με την παρ. 5 του άρθρου 62 του ν. 3518/2006 (Α΄ 272), ορίζονται τα εξής: «1. Η αναγνώρισις χρόνου προϋπηρεσιών ως συνταξίμου και η απονομή των πάσης φύσεως παροχών (συντάξεων, εφ’ άπαξ, παροχών ασθενείας, ανεργίας, εξόδων κηδείας κλπ.) των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, ενεργείται δι’ αποφάσεως του Προϊσταμένου των Υπηρεσιών του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού, ανεξαρτήτως του βαθμού ον φέρει ούτος. Εις τας ανωτέρω διατάξεις υπάγονται οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι οποίοι καθορίζονται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του Δ.Σ. εκάστου εξ αυτών. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε Οργανισμού που εγκρίνεται από τον Υπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, οι παραπάνω αρμοδιότητες δύνανται να μεταβιβάζονται σε κατώτερα του προϊσταμένου των υπηρεσιών του Οργανισμού αρμόδια όργανα, τα οποία προΐστανται υπηρεσιών, διευθύνσεων ή των αυτοτελών ή μη τμημάτων ή γραφείων του φορέα. 2. … 3. Η κατά την παράγραφον 1 απόφασις υπόκειται εις ένστασιν, ασκουμένην υπό παντός έχοντος έννομον συμφέρον, ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού, εντός προθεσμίας τριών μηνών, αρχομένης από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. 4. Το Διοικητικόν Συμβούλιον υποχρεούται να εκδώση την σχετικήν απόφασίν του εντός μηνός από της υποβολής της ενστάσεως, κατόπιν προηγουμένης γνωμοδοτήσεως της τυχόν λειτουργούσης παρ' αυτώ εκ μελών αυτού Επιτροπής ασφαλίσεως και παροχών. 5. Αι κατά τας παραγράφους 1 και 4 του παρόντος αποφάσεις δύνανται να αναθεωρούνται υπό του εκδώσαντος ταύτας οικόθεν ή κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος έννομον συμφέρον: α) Οποτεδήποτε εάν η εκδοθείσα απόφασις στηρίζεται επί ψευδών καταθέσεων μαρτύρων ή επί ψευδούς εκθέσεως ή καταθέσεως πραγματογνώμονος ή επί πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, εφ’ όσον τα περιστατικά ταύτα προκύπτουν εξ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως. β) Εντός ευλόγου χρόνου, εάν προσαχθούν νέα κρίσιμα έγγραφα ή ενεφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα ή διεπιστώθησαν λογιστικά λάθη. 6. …». Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. Β2/23/102/26.1.1982 απόφαση της Υφυπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (Β΄ 57), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 861/1979, το Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο. υπήχθη στις ρυθμίσεις του πιο πάνω άρθρου του ίδιου νόμου. Όπως δε γίνεται παγίως δεκτό (βλ. Σ.τ.Ε. 3808/2013, 1547/2011, 3415/2006, 365/2005, 354/2004, 668/2000 επταμ., 1610-1611/1999 επταμ.), οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 861/1979, με τις οποίες καθιερώνεται δυνατότητα αναθεώρησης των αποφάσεων των οργάνων των ασφαλιστικών οργανισμών που υπάγονται στις διατάξεις του ως άνω νόμου, για συγκεκριμένους μόνο λόγους, είναι ειδικές. Κατά την έννοια, επομένως, των ειδικών αυτών διατάξεων, οι ως άνω αποφάσεις είναι δυνατόν να αναθεωρούνται, είτε οίκοθεν από τα αρμόδια όργανα των ανωτέρω ασφαλιστικών οργανισμών, είτε ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μόνο για τους οριζόμενους στο άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 861/1979 λόγους. Λόγω δε του ως άνω ειδικού χαρακτήρα των διατάξεων αυτών, αποκλείεται η ανάκληση των αποφάσεων των ανωτέρω οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης με βάση τις γενικές αρχές για την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, δεδομένου ότι οι αρχές αυτές εφαρμόζονται μόνο αν δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις.
9. Επειδή, περαιτέρω, στην παρ. 6 του άρθρου δέκατου πέμπτου του ν. 3607/2007 (Α΄ 245), ορίζονται τα εξής: «Οι φορείς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, το αργότερο τη 15η εργάσιμη ημέρα από την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης λόγω γήρατος ή λόγω θανάτου, καταβάλλουν στον αιτούντα προσωρινή σύνταξη, ίση με το 80% της σύνταξης που προκύπτει με βάση τα ασφαλιστικά στοιχεία που αφορούν το χρόνο ασφάλισης και τις αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση για τον υπολογισμό της σύνταξης και τα οποία περιλαμβάνονται σε Υπεύθυνη Δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75/Α΄), όπως ισχύει, του αιτούντος που συνυποβάλλεται με την αίτηση συνταξιοδότησης και τα λοιπά δικαιολογητικά. … Εάν μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών για την έκδοση οριστικής συνταξιοδοτικής απόφασης διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση και τα στοιχεία που αναφέρονται στην Υπεύθυνη Δήλωση δεν είναι ακριβή, αναζητούνται τα ποσά των συντάξεων που εισπράχθηκαν, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Εφόσον δεν προκύπτει υπαιτιότητα του ασφαλισμένου, η επιστροφή των ποσών των συντάξεων γίνεται άτοκα. …».
10. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων που παρατίθενται στις προηγούμενες δύο σκέψεις συνάγεται ότι η δυνατότητα που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 861/1979 για την αναθεώρηση των αποφάσεων περί απονομής σύνταξης των οργάνων των ασφαλιστικών οργανισμών που υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού, μόνο για τους ειδικώς οριζόμενους στην ανωτέρω παράγραφο λόγους, αφορά την οριστική απόφαση απονομής σύνταξης και όχι την απόφαση περί χορήγησης προσωρινής σύνταξης, που εκδίδεται βάσει της παρ. 6 του άρθρου δέκατου πέμπτου του ν. 3607/2007. Τούτο δε, διότι η προσωρινή αυτή απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά εκ του νόμου σε σύντομο χρονικό διάστημα (εντός 15 εργάσιμων ημερών), μόνο με βάση τα στοιχεία που δηλώνει υπεύθυνα ο ασφαλισμένος, χωρίς δηλαδή ουσιαστικό έλεγχο των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, προβλέπεται δε ρητά ότι ακολουθεί έλεγχος για την έκδοση οριστικής συνταξιοδοτικής απόφασης, ενώ εάν διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη συνταξιοδότηση και τα στοιχεία που αναφέρονται στην Υπεύθυνη Δήλωση δεν είναι ακριβή, τα ποσά των συντάξεων που έχουν καταβληθεί αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τον οποίο μη νομίμως με την .../18.3.2011 απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ξάνθης, με την οποία ακυρώθηκαν τα επίμαχα ενσήμων, ανακλήθηκε κατ' ουσίαν η …/15.3.2010 απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος του Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο. περί χορήγησης προσωρινής σύνταξης στον αναιρεσείοντα, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάκλησης - αναθεώρησης των συνταξιοδοτικών αποφάσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 861/1979, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι νομίμως κατά τα ανωτέρω μετά την έκδοση της πράξης απονομής προσωρινής σύνταξης ακολούθησε έλεγχος για την έκδοση οριστικής συνταξιοδοτικής πράξης και εκδόθηκε στο πλαίσιο του ελέγχου η προσβληθείσα με την ένδικη προσφυγή πράξη ακύρωσης των ενσήμων. Ορθώς δε κρίθηκε από το δικάσαν δικαστήριο ότι το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., στον κλάδο συντάξεων του οποίου εντάχθηκε από 1η.8.2007 ο κλάδος κύριας σύνταξης του Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο. (Σ.τ.Ε. 1374/2019, 1189/2013), είχε τη δυνατότητα να διενεργήσει έλεγχο των, επ’ ωφελεία του ασφαλισμένου, εγγραφών ημερών εργασίας οποτεδήποτε, ακόμη και κατά τον χρόνο που κρινόταν το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, είναι δε απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, κατά τα ανωτέρω, ο συναφής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν επρόκειτο για αρχικό έλεγχο των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, αλλά για επανέλεγχο μετά την έκδοση της απόφασης απονομής σύνταξης (έστω και προσωρινής).
11. Επειδή, περαιτέρω, με το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι δεν λήφθηκε υπόψη και δεν απαντήθηκε ο τρίτος πρόσθετος λόγος έφεσης, ο οποίος είχε προβληθεί με το παραδεκτώς ως άνω κατατεθέν δικόγραφο προσθέτων λόγων, κατά τον οποίο το διοικητικό δικαστήριο δεσμευόταν εν προκειμένω από τη, νομίμως προσκομισθείσα με το δικόγραφο αυτό προσθέτων λόγων, υπ' αριθμ. 2134/2015 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί αθώος της κατηγορίας για απάτη του Ταμείου και για υποβολή ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης σε βαθμό κακουργήματος για τα εν λόγω επίμαχα 107 ένσημα, καθώς κρίθηκε ότι αποδείχτηκε ότι τα ένσημα αυτά ανταποκρίνονταν σε πραγματική απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα. Άλλως, κατά τον αναιρεσείοντα, θα έπρεπε το διοικητικό δικαστήριο να εκτιμήσει την εν λόγω αθωωτική ποινική απόφαση και, εφόσον ήθελε αποκλίνει, να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, χωρίς να θέσει με αυτήν εν αμφιβόλω το τεκμήριο αθωότητας. Κατά τα προβαλλόμενα δε, η μη απάντηση στον λόγο αυτό έφεσης παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 97, 131 και 144 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, τα δικονομικά αξιώματα των γενικών αρχών περί διεξαγωγής της διοικητικής δίκης, τις προσταγές των άρθρων 8, 20 παρ. 1, 87 παρ. 1 και 2 και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 2 της Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και 4-11 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Εξάλλου προς άρση του απαραδέκτου ως προς τον λόγο αυτόν αναιρέσεως προβάλλεται, μεταξύ άλλων, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως, ότι η σιωπηρή κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός έφεσης έρχεται σε αντίθεση με την παρατιθέμενη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (μεταξύ άλλων Σ.τ.Ε. 2067/2011 επταμ., 1522/2010 επταμ., 2447/2009, 422/2007, 990/2004 Ολομ., 1223/2005, 1715/2003), κατά την οποία όταν το διοικητικό δικαστήριο κρίνει επί διοικητικής παράβασης δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη από την τυχόν προηγηθείσα, επί της οικείας υπόθεσης, αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, δεν δεσμεύεται όμως από την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, την οποία υποχρεούται να συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, σεβόμενο το τεκμήριο αθωότητας (αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 27ης.9.2007 Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος και της 13ης.7.2010 Tendam κατά Ισπανίας), ήδη δε με το παραδεκτώς κατατεθέν πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης από 2.9.2019 υπόμνημά του ο αναιρεσείων επικαλείται (παραδεκτώς κατ’ άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016) αντίθεση και προς τις αποφάσεις 167-169/2017 επταμ., 434/2017 επταμ., 3051/2017 επταμ. κ.ά. του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός περί αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τις αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α. επί των προσφυγών Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος και Tendam κατά Ισπανίας, καθώς και προς τις αποφάσεις 3051/2017 επταμ., 434/2017 επταμ. και 167-169/2017 επταμ. του Συμβουλίου της Επικρατείας, προβάλλεται βασίμως, διότι, κατά τα αναφερόμενα στην τέταρτη σκέψη, εφόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν απαντήθηκε ο αντίστοιχος λόγος έφεσης, η παράλειψη αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου ισοδυναμεί με σιωπηρή κρίση του ότι ο λόγος αυτός ήταν νόμω αβάσιμος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το βάσιμό του.
12. Επειδή, η κυρωθείσα με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) ορίζει στο άρθρο 6 παρ. 2 ότι: «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), ερμηνεύοντας την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών (βλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 27.9.2007 επί της προσφυγής 35522/04 Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, σκ. 39, απόφαση της 13.7.2010, 25720/05, Tendam κατά Ισπανίας, σκ. 37). Ενόψει της ανωτέρω νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α., το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί διοικητικής διαφοράς, δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται να το συνεκτιμήσει και, δη, κατά τρόπο ειδικό, ώστε, εφόσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης (Σ.τ.Ε. 3051/2017 επταμ., 434/2017 επταμ., 167-169/2017 επταμ.).
13. Επειδή, εξάλλου, η παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου (10.11.2015), πριν δηλαδή την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (έναρξη ισχύος από 22.12.2016, ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, βλ. Σ.τ.Ε. 951/2018 επταμ., σκ. 8), όριζε ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη”, όχι όμως και από τις αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις (ρύθμιση η οποία έχει κριθεί ως μη αντικείμενη προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, βλ. Σ.τ.Ε. 1741/2015 Ολομ.). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το διοικητικό δικαστήριο, όταν επιλαμβάνεται επί Ασφαλιστικής διαφοράς για την απονομή σύνταξης σε ασφαλισμένο, στην οποία τίθεται ζήτημα πραγματοποίησης χρόνου ασφάλισης, δεν δεσμεύεται από τυχόν προηγηθείσα αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία ο εν λόγω ασφαλισμένος αθωώνεται από τις κατηγορίες της ψευδούς δήλωσης και της απάτης του Ασφαλιστικού οργανισμού ως προς την πραγματοποίηση του εν λόγω χρόνου ασφάλισης, υποχρεούται, όμως, να τη λάβει υπόψη και να τη συνεκτιμήσει για τη διαμόρφωση της κρίσης του, κατά τρόπο ώστε να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης.
14. Επειδή, εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 96 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., η επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται και προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, εφόσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτόδικη δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη (βλ. Σ.τ.Ε. 3922/2012, 2468, 1848/2008 Ολομ., 952/2011 επταμ. κ.ά.), όπως δε γίνεται περαιτέρω δεκτό, επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση νέων αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά είναι οψιγενή, έχουν δηλαδή προκύψει σε ημερομηνία μεταγενέστερη της πρωτόδικης απόφασης, ακόμη και όταν αφορούν απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως (Σ.τ.Ε. 1489/2019).
15. Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, ο αναιρεσείων με το από 14.10.2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης επικαλέστηκε ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου την αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 2134/15.5.2015 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος των κατηγοριών της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης Δήλωσης και της απάτης, ως προς το ότι δήλωσε δήθεν ψευδώς ενώπιον του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. την πραγματοποίηση των επίμαχων 107 ημερομισθίων, η ποινική δε αυτή απόφαση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, δημοσιεύθηκε μετά τη δημοσίευση της 377/2013 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής. Ωστόσο, στην αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δεν γίνεται καμία μνεία της ως άνω απόφασης του ποινικού δικαστηρίου ως οψιγενούς στοιχείου κατ’ άρθρο 96 παρ. 2 και 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και, συνεπώς, δεν προκύπτει ότι το διοικητικό εφετείο την έλαβε υπόψη του και τη συνεκτίμησε ούτε, άλλωστε, προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους η απόφαση αυτή κρίθηκε μη συνεκτιμητέα (βλ. Σ.τ.Ε. 3922/2012). Για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό πρέπει να αναπεμφθεί στο εκδόν την αναιρεθείσα απόφαση δικαστήριο για νέα κρίση.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 78/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση σύμφωνα με το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος του Ε.Φ.Κ.Α. τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2020
Η Αναπληρώτρια Πρόεδρος Η Γραμματέας
ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος
Σπ. Χρυσικοπούλου Β. Κατσιώνη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 2021.
Η Πρόεδρος του Α´ Τμήματος Η Γραμματέας του Α´ Τμήματος
Σπ. Χρυσικοπούλου Ειρ. Δασκαλάκη