Απόφαση

Απόφαση: 3/2021
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Χριστίνα Ζαπάρτα, Εφέτη, που ορίστηκε από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Λάρισας και από τη Γραμματέα Αλεξάνδρα Μπουραδάμου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 4η Δεκεμβρίου 2020, για να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης .../6-2-2020 έφεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «... Α.Ε.”, που εδρεύει στον … (Α’ ΒΙ.ΠΕ. … Ο.Τ. ….) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου της δικηγόρου του Δ.Σ. Βόλου, Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, που κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ... Α.Ε.”, που εδρεύει στην … (οδός ... αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου της δικηγόρου του Δ.Σ. Βόλου, Ευφροσύνης Καραβασάνη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 15-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης …/2018 ανακοπή της κατά της καθ' ης. Επ’ αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμό 1/2020 οριστική απόφαση του άνω Πρωτοδικείου, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ανακόπτουσα με την από 4-2-2020 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματέα του παραπάνω Πρωτοδικείου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/5-2-2020 και στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, όπου προσδιορίστηκε με αριθμό κατάθεσης …/6-2-2020, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά κατέθεσαν μονομερείς δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ κατέθεσαν νομότυπα έγγραφες προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ανακόπτουσας κατά της υπ' αριθμό 1/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 498 και 19 ΚΠολΔ). Ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 2, 496, 498, 499, 511, 513 παρ. 1 περ. α', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται, αλλά ούτε από τα έγγραφα που προσκομίζουν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης, ώστε να αρχίσει η οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ για την άσκηση της έφεσης προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, ούτε και παρήλθε διετία από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, εφόσον η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε την 7-1-2020 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 5-2-2020, ενώ έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της το προβλεπόμενο από τη διάταξη της παρ. 3 περιπτ. Αβ’ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 23-1-2017 μετά την αντικατάστασή της με τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016, παράβολο (σχετ. το υπ’ αριθ. ... ηλεκτρονικό παράβολο, η κατάθεση του οποίου βεβαιώνεται στην υπ' αριθ. …/5-2-2020 έκθεση κατάθεσης του ενδίκου μέσου της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βόλου). Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία.
Με την από 15-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης …/2018 ανακοπή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά της καθ' ης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας και ήδη εφεσίβλητης, η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε, για τους λόγους που ειδικότερο ανέφερε στο άνω δικόγραφο, την ακύρωση α) της από 2-7-2018 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθ. 872/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία επιτάχθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 888.363,05 ευρώ και β) της υπ’αριθ. .../19-10-2028 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και μηχανολογικού εξοπλισμού (ως ενιαίο σύνολο) της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου ..., δυνάμει των οποίων επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας. Επί της άνω ανακοπής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλούμενη με αριθμό 1/2020 οριστική απόφαση του άνω Πρωτοδικείου, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που απέρριψε αυτήν, αφού έκανε δεκτή την ένταση της καθ' ης περί καταχρηστικής άσκησης των δικονομικών δυνατοτήτων της ανακόπτουσας (άρθρο 116 παρ. 2 ΚΠολΔ), και καταδίκασε την ανακόπτουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης η ανακοπή, ποσού 18.000,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ανακόπτουσα - εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του. νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή της, καθώς και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
I.Από τη διάταξη του αρ. 65 του ΑΚ προκύπτει ότι κάθε νομικό πρόσωπο και συνεπώς και η ανώνυμη εταιρία, επιβάλλεται να έχει διοίκηση. Η διάταξη αυτή περιέχει κανόνα αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο η διοίκηση αποτελεί απαραίτητο από το νόμο όργανο για την ανάπτυξη των εσωτερικών και εξωτερικών δραστηριοτήτων και σχέσεων του νομικού προσώπου. Η διοίκηση αποτελεί το απαραίτητο για τη λειτουργία του νομικού προσώπου όργανο, το οποίο φροντίζει τις υποθέσεις του και εκπροσωπεί αυτό δικαστικά και εξώδικα (αρ. 67 εδ. α' του ΑΚ) (ΕφΑΘ 966/2014 ΕΕμπΔ 2014.730, ΕφΘες 3023/2003 ΕπισκΕμπΔ 2004.433). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2, 18 παρ. 1 και 2 και 34 παρ. 1 στοιχ. β' και 2 στοιχ. β' του ν. 2190/1920, η ανώνυμη εταιρεία, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό της, εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό της συμβούλιο, προς το οποίο, άλλωστε, γίνονται, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. δ', 127 παρ. 1 και 128 ΚΠολΔ, όλες οι επιδόσεις των δικογράφων και κάθε άλλου εγγράφου, τα οποία απευθύνονται προς το νομικό πρόσωπο της εταιρείας η επίδοση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε μέλος του, αν το διοικητικό συμβούλιο ενεργεί συλλογικά, εκτός εάν με το καταστατικό της εταιρείας ορίζεται συγκεκριμένο πρόσωπο ως εκπρόσωπος αυτής, οπότε και η επίδοση λαμβάνει χώρα εγκύρως αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτό (βλ. Νίκα Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, έκδοση 2016, παρ. 55, σελ. 321-322). Το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας εκλέγεται από τη γενική συνέλευση, εκτός από το πρώτο διοικητικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου ορίζονται κατά την ίδρυσή της με το καταστατικό και ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την πρώτη από την ίδρυση τακτική γενική συνέλευση των μετόχων. Κατά δε τις διατάξεις των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 19 του πιο πάνω νόμου, «Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου ουδέποτε δύναται να υπερβαίνει τα έξι έτη. Κατ' εξαίρεση η θητεία του διοικητικού συμβουλίου παρατείνεται μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, εντός της οποίας πρέπει να συνέλθει η αμέσως επόμενη τακτική γενική συνέλευση. Οι σύμβουλοι, μέτοχοι ή μη, είναι πάντοτε επανεκλέξιμοι και ελεύθερα ανακλητοί». Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2190/1920, που ορίζει το απαιτούμενο περιεχόμενο του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας, συνάγεται ότι: α) η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου προσδιορίζεται είτε μόνο από διάταξη του καταστατικού είτε από την περί εκλογής του απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων και ο χρόνος αυτής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος ούτε των έξι (6) ετών και στις δύο ως άνω περιπτώσεις, ούτε του τυχόν οριζόμενου στο καταστατικό μικρότερου της εξαετίας χρόνου στη δεύτερη περίπτωση, β) Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου που έληξε, παρατείνεται αυτόματα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, εντός της οποίας πρέπει να συνέλθει η αμέσως επόμενη τακτική γενική συνέλευση και πάντως όχι πέραν της εξαετίας από την εκλογή του, στη δεύτερη δε περίπτωση όχι πέραν του οριζόμενου στο καταστατικό χρόνου και γ) τα καθήκοντα των μελών παύουν αυτοδικαίως μόλις παρέλθει και ο χρόνος της αυτοδίκαιης παράτασης της θητείας τους. Η διοίκηση δε και εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας μετά τη λήξη της θητείας του διοικητικού συμβουλίου εξασφαλίζεται με προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ (βλ. ΟλΑΠ 5/2004 ΔΕΕ 2004.1005, ΑΠ 389/2010 ΕΕμπΔ 2010.918, ΕφΠειρ 198/2011 ΕΕμπΔ 2011.688). Εξάλλου, στην περίπτωση που τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας μειωθούν (λόγω λήξης της θητείας τους, έκπτωσης, παραίτησης, θανάτου κ.λπ.), ώστε ο αριθμός εκείνων που απομένουν να είναι μικρότερος του προβλεπόμενου από το καταστατικό, πολύ περισσότερο δε, εάν αυτά που απομένουν είναι λιγότερα από τρία και δεν αρκούν πλέον για το σχηματισμό της προβλεπόμενης από το νόμο απαρτίας, τότε υπάρχει έλλειψη διοίκησης του νομικού προσώπου της εταιρίας και αδυναμία εκπροσώπησης της (ΕφΑΘ 966/2014 ό.π.). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ, για την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, απαιτείται επίδοση προς τον καθ' ου η εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου, με επιταγή για εκτέλεση. Η επισπευδόμενη εκτέλεση, χωρίς τέτοια επίδοση, είναι άκυρη και χωρίς βλάβη του καθ' ου η εκτέλεση, επειδή, τόσο η επίδοση αυτή αποτελεί βασική προϋπόθεση του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, όσο και για το λόγο ότι χωρίς την επίδοση αυτή δεν αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, στο άρθρο 924 αρ. 14, 16-20, όπου και παραπομπές σε νομολογία και θεωρία). Διαφορετικό όμως, είναι το ζήτημα της ακυρότητας της επιταγής ή της επίδοσης αυτής. Αν δηλαδή, η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 122-143 ΚΠολΔ, επέρχεται ακυρότητα αυτής, μόνο σε συνδυασμό με το στοιχείο της βλάβης. Η παράβαση των διατάξεων των άρθρων 128, 129 ΚΠολΔ, συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης της επίδοσης, μόνον στην περίπτωση, που, κατά την κρίση του δικαστηρίου, προκάλεσε στον διάδικο βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας και την οποία ο τελευταίος πρέπει να επικαλείται, κατά τρόπο συγκεκριμένο, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτήν, διαφορετικά, ο ισχυρισμός του είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΕφΘεσ 20/2012 ΕλλΔνη 43.1361). Σύμφωνα με την ορθή έννοια του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ως βλάβη που μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, θεωρείται εκείνη που προκαλείται από την παράβαση της δικονομικής διάταξης, αυτής καθεαυτής και όχι από την ίδια την πράξη της εκτέλεσης. Δεν πρόκειται δηλαδή, για τις επιβλαβείς συνέπειες, που η πράξη εκτέλεσης επιφέρει και υπό κανονικές συνθήκες. Έτσι, ακόμα και όταν η βλάβη συνδέεται με την περιουσία των διαδίκων, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δικονομική, αφού και αυτή προέρχεται από παράβαση δικονομικών διατάξεων, που έχουν τεθεί για την επίτευξη συγκεκριμένων δικονομικών επιδιώξεων (ΑΠ 279/2004 ΕλλΔνη 46.430, ΑΠ 808/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 156/2002 ΕλλΔνη 43.1385, ΑΠ 116/1998 ΕλλΔνη 39.557, ΑΠ 54/1995 ΕλλΔνη 37.111, ΑΠ 347/1995 ΕλλΔνη 37.1333, ΕφΘεσ 20/2012 ό.π., ΕφΠατρ 298/2007 ΑχαΝομ 2008.352, Μπρίνιας, Αναγκ. Εκτέλεση, § 117, 149, Πελ. Γέσιου-Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση, Γενικό Μέρος, 1998, σ. 246 επ.). Όταν όμως για την άσκηση της αξίωσης απαιτείται από το νόμο επίδοση, η ακυρότητα της επίδοσης δεν εξαρτάται από τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, διότι στην περίπτωση αυτή η επίδοση απαιτείται για την άσκηση της αξίωσης και όχι για τη γνωστοποίησή της (βλ. ΜονΕφΑιγ 1/2020 ΤΝΠ Νόμος, Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ, άρθρ. 159, παρ. 16°, με παραπομπές στη νομολογία).
II. Σύμφωνα με το άρθρο 995 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015. «Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα». Από τη λεκτική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει σαφώς, ότι οι οριζόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ επιδόσεις τάσσονται με ποινή ακυρότητας, δηλαδή χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του άρθρου 159 αρ. 3, γιατί απ' αυτές εξαρτώνται τα αποτελέσματα της κατάσχεσης, η ακυρότητα δε αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση μετά από την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 423/1989 ΕΕΝ 1990.107, ΑΠ 2155/1986 ΝοΒ 35.1244, ΜονΕφΑιγ 18/2020 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 459/1993 ΝοΒ 42.206, Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, στο άρθ. 995 αρ. 2). Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α' του ίδιου ως άνω άρθρου «Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση». Σκοπός της επίδοσης αντιγράφου (και όχι περίληψης) της κατασχετήριας έκθεσης στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρεια όπου βρίσκεται το κατασχεμένο, η οποία επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας, είναι, ενόψει της δημοσιότητας των βιβλίων κατασχέσεων του υποθηκοφυλακείου (και πλέον του κτηματολογίου), η παρεμπόδιση άλλων κατασχέσεων ή η εγγραφή άλλων υποθηκών επί του κατασχεμένου ακινήτου (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π. παρ. 6). Η ακύρωση της επίδοσης καθιστά άκυρη και την κατάσχεση (ΑΠ 508/1962 ΕΕΝ 30.94, βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π. παρ. 2).
III.Με τη διάταξη του άρθρου 116 παρ 2 του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ A 87/23-7-2015), η οποία εντάσσεται συστηματικά στο πλαίσιο των θεμελιωδών δικονομικών αρχών, υπογραμμίζεται το στοιχείο της αυξημένης ευθύνης των διαδίκων με την καθιέρωση γνήσιας δικονομικής υποχρέωσής τους να συμβάλλουν με την εν γένει δικονομική τους συμπεριφορά και ιδίως με την επιμελή διεξαγωγή της δίκης, την εμπρόθεσμη επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, την έγκαιρη προβολή ισχυρισμών και προσαγωγή αποδεικτικών μέσων στην επίσπευση της δίκης και στην ταχεία επίλυση της διαφοράς (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4335/2015). Στο εν λόγω άρθρο καθιερώνεται η αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης με την έννοια της αποφυγής της κατάχρησης των δικονομικών δυνατοτήτων. Η αρχή αυτή θεσπίζεται ως υποχρέωση των διαδίκων, των νομίμων αντιπροσώπων τους καθώς και των δικαστικών πληρεξουσίων τους. Σύμφωνα με το άρθρο 116 ΚΠολΔ είναι καταχρηστική η άσκηση διαδικαστικών πράξεων όταν γίνεται α) κατά παράβαση των κανόνων των χρηστών ηθών, β) κατά παράβαση των κανόνων καλής πίστης, γ) προφανώς με σκοπό την παρέλκυση της δίκης και δ) κατά παράβαση των καθηκόντων αλήθειας και πληρότητας. Το άρθρο 116 ΚΠολΔ απαγορεύει την κατάχρηση των δικονομικών δυνατοτήτων στο πλαίσιο της πολιτικής δικονομίας, ενώ το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των ιδιωτικών δικαιωμάτων (Ορφανίδης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ, τόμ. I (2000), στο άρθ. 116 αριθμ. 9, X. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2η έκδοση, άρθρο 116, αριθμ. 5). Περιπτώσεις κακόπιστης συμπεριφοράς παρατηρούνται και στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Κακόπιστη συμπεριφορά θεωρήθηκε η ανακοπή του καθ' ου η εκτέλεση στην περίπτωση που ζητεί τη δικαστική ακύρωση του πλειστηριασμού, επειδή οι σχετικές προς αυτόν επιδόσεις εκ μέρους του επισπεύδοντος δανειστή είχαν γίνει στην παλαιά του διεύθυνση κατοικίας, στην περίπτωση που ο ίδιος δεν είχε εγγράφως ενημερώσει σχετικώς τον επισπεύδοντα δανειστή του [ΟλΑΠ 3/2007 Δ. 38 (2007), 587 με παρατηρήσεις Κ. Μπέη, ΝοΒ 55 (2007), 900 με παρατηρήσεις Α. Γρύλλη σε ΕλλΔνη 48.406], Ακόμη, ενεργεί ενάντια στα χρηστά ήθη και εκείνος ο οποίος επιχειρεί να αντλήσει όφελος από τον δικό του δόλο ή από τη δική του κακοπιστία (Νίκας, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, σελ. 258). Ως κύρωση επί των παραβάσεων των κανόνων που καθιερώνονται στο άρθρο 116 ΚΠολΔ, η κρατούσα στη νομική φιλολογία άποψη δέχεται το απαράδεκτο, ή την ακυρότητα των σχετικών διαδικαστικών πράξεων [βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, τομ. 3, σελ. 612, τον ίδιο σε Κ. Μπέη/Καλαβρό/Σ. Σταματόπουλο, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, τομ. I, σελ. 201, όπου αναφέρεται η σχετική δήλωση της αναθεωρητικής επιτροπής (πρακτικά σελ.60), Νίκας ό.π., άρθρο 116 παρ. 16, σελ. 263 με τις εκεί περαιτέρω παραπομπές, Γ. Μητσόπουλου, γνωμοδότηση σε Δίκη 11.(1980)216, Κλαμαρή, Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εν τω αστικώ δικονομικά δικαίω, τομ. II, σελ. 484-495, Ε. Ποδηματά, Ζητήματα εφαρμογής των άρθρων 933 και 936 ΚΠολΔ, σελ. 71, όπου και περαιτέρω παραπομπές, Γ. Διαμαντόπουλου, «Μορφές, έννομες συνέπειες και δικονομική μεταχείριση της αντιφατική συμπεριφοράς του διαδίκου, ΕλλΔνη 39.1772, του ιδίου «Η αντιφατική συμπεριφορά των διαδίκων στην πολιτική δίκη”, σελ. 451 όπου και περαιτέρω παραπομπές και από τη νομολογία, ΕφΔυτΜακ 7/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 868/2009 ΕφΑΔ 2009.458, με κάτω από αυτή παρατηρήσεις Αννας Πλεύρη, ΕφΑΘ 4092/2008 ΕλλΔνη 42.209, ΕφΑΘ 791/2007 ΕλλΔνη 49.257, ΕφΠειρ 802/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 5454/1986 Δ. 18 (1987) 203, ΕφΑΘ 4468, 4469/1992 Δ. 24 (1993) 31].
Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και από από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τους ισχυρισμούς τους, που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... Α.Ε.» και με διακριτικό τίτλο «... Α.Ε.”, με αριθμό ΓΕΜΗ ... (πρώην MAE …/027), εδρεύει στην Α’ ΒΙ.ΠΕ. Βόλου. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Καταστατικού της, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. …/01-12-1989 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας και δημοσιεύθηκε σε μορφή περίληψης στο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, …/13-12-1989), η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου της ορίζεται πενταετής, με δυνατότητα αυτόματης παράτασης μέχρι την πρώτη Γενική Συνέλευση μετά τη λήξη της πενταετούς θητείας, η οποία όμως δεν μπορεί να υπερβεί την εξαετία. Με το υπ’ αριθμ. …/30-06-2011 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της για την ανάδειξη μελών του Δ.Σ. της και το υπ’ αριθμ. …/01-07-2011 πρακτικό συγκρότησης του Δ.Σ. της εκλέχθηκε και συγκροτήθηκε σε σώμα το Διοικητικό της Συμβούλιο, αποτελούμενο από τους: α) ... του …, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, β) ... του …, Αντιπρόεδρο και γ) ... του …, μέλος. Η θητεία του συγκεκριμένου Δ.Σ. ορίσθηκε ότι θα είναι πενταετής και θα λήξει την 30-06-2016, σύμφωνα με την σχετική πρόβλεψη του άρθρου 11 του Καταστατικού και του υπ' αριθμ. …/30-06-2011 πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας. Την 10-10-2016 καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο του Επιμελητηρίου Μαγνησίας, με αριθμ. ΚΑΚ .../10-10-2016, το από 7-6-2016 πρακτικό του Δ.Σ. της ανακόπτουσας, σύμφωνα με το οποίο ο ... του … παραιτήθηκε από την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του Διοικητικού της Συμβουλίου. Επειδή, μετά την παραίτηση του ..., τα εναπομείναντα δύο (2) μέλη του Δ.Σ., δεν συμπλήρωναν τον απαιτούμενο από το νόμο (18 § 2 και 21 § 1 του Κ.Ν. 2190/1920) και το καταστατικό (άρθρα 9 και 15) της εταιρίας συνολικό αριθμό μελών, ώστε να υπάρχει νόμιμη σύνθεση και απαρτία του Δ.Σ. και συνεπώς, υπήρχε έλλειψη διοίκησης της ανακόπτουσας, κατόπιν της από 7-11-2017 και με αριθμ. κατάθ. …/2017 αίτησης περί διορισμού προσωρινής της διοίκησης, που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο κατά της άνω οφειλέτη του, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 536/27-12-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που έκανε αυτή δεκτή και διόρισε προσωρινή διοίκηση της ανακόπτουσας τους: 1) ... του …, Πρόεδρο, 2) ... του …, Αντιπρόεδρο και 3) ... του …, μέλος (όλοι μέλη του τελευταίου Δ.Σ), τους οποίους και υποχρέωσε εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης να συγκαλέσουν έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, προκειμένου να εκλεγεί το Διοικητικό της Συμβούλιο, ορίζοντας παράλληλα ότι κατά το διάστημα αυτό και μέχρι να εκλεγεί νόμιμα οριστική διοίκηση και να αναλάβει τα καθήκοντά της, η ανωτέρω προσωρινή διοίκηση δικαιούται από κοινού να διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της εταιρείας. Το διατακτικό της ως άνω υπ' αριθμ. 536/2017 απόφασης καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της ανακόπτουσας την 12-2-2018 με Κ.Α.Κ. .... Ωστόσο, η διορισθείσα προσωρινή διοίκηση δεν προέβη εντός της ταχθείσας με την άνω απόφαση προθεσμίας των έξι (6) μηνών σε σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, προκειμένου να εκλεγεί νέο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και συνεπώς δεν έχει πραγματοποιηθεί ο σκοπός για το οποίο έγινε ο διορισμός της ως προσωρινής, η δε πάροδος άπρακτης της ανωτέρω προθεσμίας οφείλεται σε υπαιτιότητά της και, επομένως, η θητεία της αυτοδίκαια έληξε και απαιτούταν ο διορισμός νέας προσωρινής διοίκησης. Έτσι, όταν η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη επέσπευσε σε βάρος της περιουσίας της ανακόπτουσας αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της χρηματικής της απαίτησης, που απέρρεε από εκτελεστό τίτλο και δη, από την υπ' αριθ. 872/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, δυνάμει της οποίας η τελευταία επιτάχθηκε να της καταβάλει το ποσό των 888.363,05 ευρώ, με την επίδοση στις 9-7-2018 αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτού από 2-7-2018 επιταγή προς πληρωμή του άνω ποσού προς την ανακόπτουσα και συγκεκριμένα στα χέρια του μέλους του Δ.Σ. αυτής, ..., λόγω απουσίας του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου του Δ.Σ., ο οποίος και παρέλαβε το άνω έγγραφο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-7-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου ..., η ανακόπτουσα εταιρία στερούταν διοίκησης και νόμιμης εκπροσώπησης και επομένως δεν ήταν δυνατή η επίδοση σε αυτή δικαστικών ή εξώδικων εγγράφων. Συνεπώς, η από 9-7-2018 επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση είναι άκυρη και χωρίς βλάβη της καθ' ης η εκτέλεση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, εφόσον η επίδοση αυτή αποτελεί τη βασική προϋπόθεση του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία δεν αρχίζει. Εξάλλου, πέραν της ακυρότητας της εν λόγω επίδοσης, η οποία επιδρά και στις μεταγενέστερες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αυτοτελώς άκυρη, χωρίς επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη, τυγχάνει και η συμπροσβαλλόμενη με την ανακοπή μεταγενέστερη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι η υπ' αριθ. .../19-10-2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και μηχανολογικού εξοπλισμού (ως ενιαίο σύνολο) της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου .... Ειδικότερα, η άνω έκθεση κατάσχεσης, που συντάχθηκε βάσει της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, επιδόθηκε στην ανακόπτουσα - εκκαλούσα την 22-10-2018, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την τελευταία αντίγραφο της άνω έκθεσης κατάσχεσης με την επ' αυτής σημείωση της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας για τη γενόμενη επίδοση, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο είχε παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα με την υπ' αριθμ. 536/2017 απόφαση προθεσμία των έξι (6) μηνών από τη δημοσίευσή της, στη διορισθείσα με την εν λόγω απόφαση προσωρινή διοίκηση της ανακόπτουσας εταιρίας προκειμένου η τελευταία να προβεί σε σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, ώστε να εκλεγεί νέο Διοικητικό Συμβούλιο, η οποία, ως εκ τούτου, στερούταν διοίκησης και νόμιμης εκπροσώπησης κατά τον άνω χρόνο της επίδοσης. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η Γενική Συνέλευση των μετόχων ήταν εφικτό να συγκροτηθεί, αφού η ανακόπτουσα - εκκαλούσα δεν επικαλείται ούτε άλλωστε προέκυψε ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος ανωτέρας βίας που εμπόδιζε τούτο. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, είχε προς τούτο διορισθεί με την υπ' αριθμ. 536/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου προσωρινή διοίκηση της ανακόπτουσας, αποτελούμενη από τα ίδια μέλη του προηγούμενου Δ.Σ., με μοναδικό καθήκον να συγκαλέσουν τη Γενική Συνέλευση, ώστε αυτή να εκλέξει το νέο Δ.Σ. που να την εκπροσωπεί νόμιμα, το οποίο, όμως, συνειδητά παρέλειψαν από δική τους υπαιτιότητα, καίτοι είχαν τη σχετική δυνατότητα και επαρκή χρόνο. Επομένως, η επίκληση από την ανακόπτουσα, με τον άνω λόγο ανακοπής της, της ακυρότητας των ως άνω επιδόσεων των προσβαλλόμενων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, που η ίδια προκάλεσε από υπαιτιότητα του συλλογικού της οργάνου, συνιστά επίδειξη αντίθετης στα χρηστά ήθη και παρελκυστικής συμπεριφοράς, αντικείμενης στους κανόνες της ευθύτητας και της εντιμότητας, εφόσον επιχειρεί να αντλήσει όφελος από τον δικό της δόλο ή από τη δική της κακοπιστία, και παραβιάζει έτσι την απορρέουσα από το άρθρο 116 ΚΠολΔ θεμελιώδη δικονομική αρχή της μη κατάχρησης των δικονομικών δυνατοτήτων που της παρέχει ο νόμος. Η κρίση του Δικαστηρίου περί παρελκυστικής και αντικείμενης στους κανόνες της ευθύτητας και της εντιμότητας συμπεριφοράς της ανακόπτουσας κατά την άσκηση της ένδικης ανακοπής με τον άνω λόγο ενισχύεται και από το αποδειχθέν γεγονός ότι η Γενική Συνέλευση των μετόχων της ανακόπτουσας συγκλήθηκε εκτάκτως σε πλήρη απαρτία μόλις την 9-11-2018 και αποφάσισε την εκλογή ως μελών της διοίκησης (Διοικητικού Συμβουλίου) του νομικού της προσώπου τους: 1) ..., 2) ... και 3) ..., μόνο όμως για την ανάθεση της εντολής διορισμού πληρεξουσίου δικηγόρου για την άσκηση όλων των απαραίτητων ενδίκων μέσων για την απόκρουση της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύστηκε με την προσβαλλομένη επιταγή και έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, ενώ ουδεμία άλλη εντολή ή εξουσία ανατέθηκε στο ως άνω Δ.Σ. Ακολούθως, με το υπ' αριθ. …/9-11-2018 το Δ.Σ. ανέθεσε σε πληρεξούσιο δικηγόρο την εκπροσώπηση της ανακόπτουσας σε όλα τα ένδικα μέσα προς απόκρουση της προαναφερθείσας έκθεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ αμέσως μετά, με το υπ' αριθμ. …/12-11-2018 πρακτικό τα μέλη του Δ.Σ. δήλωσαν την παραίτησή τους από την ιδιότητά τους ως εκλεγέντων μελών του Δ.Σ. της ανακόπτουσας εταιρείας και έτσι αυτή έμεινε εκ νέου χωρίς νόμιμη εκπροσώπηση. Ήδη, κατόπιν της από 30-11-2018 και με αριθμό …/2018 αίτησης της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 23/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που έκανε δεκτή την άνω αίτηση και διόρισε τους: 1) ..., 2) ... και 3) ..., ως μέλη προσωρινής διοίκησης της ανακόπτουσας - εκκαλούσας εταιρείας, με σκοπό εντός έξι (6) μηνών να συγκαλέσουν έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας προκειμένου να εκλεγεί Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, ενώ κατά το διάστημα αυτό ανέλαβε τη διαχείριση των υποθέσεων αυτής. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην υπό στοιχείο (III) μείζονα σκέψη, πρέπει ο προβαλλόμενος λόγος της ανακοπής, ως διαδικαστικής πράξης, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης από το άρθρο 116 ΚΠολΔ, που προέβαλε η καθ' ης ανακοπή με σχετική δήλωση της πληρεξούσιας της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και αναπτύσσεται περισσότερο στις νομότυπα κατατεθείσες πρωτοδίκως προτάσεις της, απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο, ορθά εφάρμοσε την άνω διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις. Συνεπώς, ο δεύτερος και ο συναφής τρίτος λόγος της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα - ανακόπτουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, μετά την απόρριψη του άνω λόγου ανακοπής, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της ως απαράδεκτη, χωρίς να ερευνήσει στον έτερο, δεύτερο, λόγο της, που ήδη η ανακόπτουσα - εκκαλούσα επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο ζητούσε την ακύρωση μόνο της υπ' αριθ. .../19-10-2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, όχι μόνο λόγω της επικαλούμενης άκυρης (μη γενόμενης) επίδοσης του αντιγράφου της στην ίδια, καθ' ης η αναγκαστική εκτέλεση, συνεπεία της επικαλούμενης έλλειψης διοίκησής της (επαναλαμβάνοντας, δηλαδή, τους ισχυρισμούς που διέλαβε και στον απορριφθέντα πρώτο λόγο της ανακοπής της), αλλά και επειδή αντίγραφό της δεν επιδόθηκε στο Υποθηκοφυλακείο Βόλου και δεν εγγράφηκε στα οικεία βιβλία κατασχέσεών του, παρά σιγή αντιπαρήλθε και άφησε αδίκαστο τον άνω λόγο ανακοπής, εφόσον δεν αποφάνθηκε γι' αυτόν στις αιτιολογίες του με προσόντα διατακτικού (βλ. ΑΠ 785/2013, ΑΠ 42/2007, ΑΠ 425/2003, ΜονΕφΠειρ 9/2015 ΤΝΠ Νόμος). Κατά το σύστημα δε του ελληνικού δικονομικού δικαίου, οι λόγοι γενικώς κάθε ανακοπής, άρα και των ανακοπών των άρθρων 933 όπως και των άρθρων 632-633 ΚΠολΔ, επέχουν θέση ιστορικής τους βάσης (ΑΠ 13/2010 ΝοΒ 2010.1440, ΑΠ 489/1997 ΕλλΔνη 39.103, ΑΠ 54/1990 ΕλλΔνη 32. 62, ΜονΕφΑΘ 105/2019 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 1780/1988 Αρμ. 1988.683, ΕφΑΘ 7487/1985 ΑρχΝ 1987.440, ΕφΑΘ 7166/1978 Αρμ. 1979.273, βλ. και Μπέη, Πολιτ. Δικονομία, άρθρο 585, σ. 2445, Νίκα, «Οι πραγματικοί ισχυρισμοί στην κατ' έφεση δίκη”, έκδ.. 1987, σελ. 71, του ιδίου, «Το έννομο συμφέρον”, έκδ. 1981, σελ. 178 και εκεί σημ. 322, Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, στο άρθ. 933 αρ. 20 και 136, Μπρίνια, Αναγκ. Εκτ., έκδ. 1978, άρθρο 933 και 161, σελ. 443-444). Συνεπώς, αν στο δικόγραφο ανακοπής περιέχονται περισσότεροι λόγοι ανακοπής για την ακύρωση της ίδιας πράξης, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση, πρόκειται δηλαδή για δικονομική μορφή σώρευσης πολλών βάσεων, κατά την έννοια του άρθρου 218 ΚΠολΔ (ανωτέρω παραπομπές και Κ. Κεραμέα, Αστικό Δικ. Δίκαιο 1986, σελ. 209, Μπέη, ό.π. άρθρο 218, III 2 Ε σελ. 973, Γ. Ράμμο, Εγχειρίδιον Α.Δ. Δικαίου I, 1978, & 174 σελ. 442, Σταυρόπουλο, ΕρμΚΠολΔ., άρθρο 218, σελ. 310, ΕφΑΘ 7166/1978 Αρμ. 1979.273). Πρέπει επομένως, κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης και ως κατ’ ουσίαν βάσιμου κατά το αντίστοιχο σκέλος του, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το άνω μέρος της, αναγκαίως και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που θα καθορισθούν εξαρχής (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642, ΕφΠειρ 114/2010 ΠειρΝομ 2010.290, ΕφΘεσ 238/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010.565, ΕφΠειρ 676/2010 ΕΝαυτΔ 2011.105, ΕφΑΘ 4438/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 277/2005 ΔΕΕ 2005.685), απορριπτομένου ως αλυσιτελούς του τέταρτου λόγου της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα - ανακόπτουσα παραπονείται για τον εσφαλμένο καθορισμό του ποσού των δικαστικών εξόδων στην πληρωμή του οποίου καταδικάστηκε με την εκκαλουμένη, και να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντος παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο η ανακοπή (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το (νομικά και ουσιαστικά) βάσιμο του δεύτερου λόγου της. Ο άνω λόγος, που παραδεκτά προβλήθηκε (άρθρο 934 παρ. 1 περ. α' και 933 ΚΠολΔ), τυγχάνει νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 995 παρ. 2 εδ. α', σε συνδ. με 159 παρ. 1 και 933 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο σχετικό τμήμα της υπό στοιχείο (II) μείζονος σκέψης. Πρέπει δε να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος, διότι αποδείχθηκε ότι δεν επιδόθηκε στον αρμόδιο Υποθηκοφύλακα Βόλου, όπου βρίσκεται το κατασχεθέν ακίνητο, αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. .../19-10-2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και μηχανολογικού εξοπλισμού (ως ενιαίο σύνολο) της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου ..., εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την επομένη της επιβολής της κατάσχεσης (άρθρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), ισχυρισμό που ουδόλως αμφισβητεί ειδικώς η καθ' η ανακοπή, συναγομένης της έμμεσης από αυτήν ομολογίας των περιστατικών που τον συνιστούν (άρθ. 261 εδ. β' ΚΠολΔ), γι' αυτό, άλλωστε, και δεν εγγράφηκε αυτή στα οικεία βιβλία κατασχέσεων του άνω Υποθηκοφυλακείου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. …/12-3-2019 πιστοποιητικό του αναπληρωτή Υποθηκοφύλακα Βόλου, που προσκομίζει η ανακόπτουσα εκκαλούσα. Συνεπώς, λόγω μη τήρησης της άνω διατύπωσης που η διάταξη του άρθρου 995 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ επιβάλλει με ποινή ακυρότητας, ήτοι χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, η κατάσχεση που επιβλήθηκε δυνάμει της προσβαλλόμενης ως άνω έκθεσης κατάσχεσης τυγχάνει άκυρη. Συνακόλουθα, δεκτού γενομένου του άνω λόγου ανακοπής, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να ακυρωθεί η άνω προσβαλλόμενη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης. Τέλος, η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας - εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ανάλογα με την έκταση της ήττας της (αρθ. 178 παρ. 1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της υπ' αριθμό 1/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και δη, ως προς τον δεύτερο λόγο ανακοπής που αφορά στην υπ' αριθ. .../19-10-2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την άνω εκκαλούμενη απόφαση κατά το άνω μέρος της.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 15-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης …/2018 ανακοπή ως προς τον ως άνω δεύτερο λόγο της.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή ως προς τον λόγο αυτό.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ' αριθ. .../19-10-2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και μηχανολογικού εξοπλισμού (ως ενιαίο σύνολο) της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου ....
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη στην πληρωμή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας - εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350,00) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ' αριθμό .../2020 ηλεκτρονικού παράβολου στην εκκαλούσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στη Λάρισα στις 7 Ιανουάριου 2021 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ